Γράμματα και σχόλια
Oι φιέστες δεν σβήνουν τις επαναστατικές αλήθειες

Φωτό: Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi

«Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσασμένο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατο τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομα τους για "παρηγοριά" των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωση τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντας την».

Όταν ο Λένιν έγραφε αυτά τα λόγια ξεκινώντας το βιβλίο του «Κράτος και Επανάσταση» το 1917 αναφερόταν στον Μαρξ καταγγέλλοντας την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας και όλους τους σοσιαλσωβινιστές γιατί, μέσα στην φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν εγκαταλείψει την επαναστατική και διεθνιστική θεώρηση που εκείνος δίδαξε. Αλλά,τα ίδια πάνω-κάτω θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική αστική τάξη και η κυβέρνηση η οποία την εκπροσωπεί, γιόρτασαν τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821. Μια επανάσταση που σε αυτήν, τι ειρωνεία, χρωστάει αυτή η τάξη την οικονομική και πολιτική εξουσία που απολαμβάνει ακόμη και σήμερα. 

Στις ομιλίες, στα δελτία των ειδήσεων, προτιμήθηκε ο όρος της «εθνικής παλιγγενεσίας» από εκείνον της (μακριά από εμάς) επανάστασης για να τονίσει τον μύθο της «αέναης συνέχειας και ενότητας του ελληνικού έθνους». Στην εκδήλωση που διοργάνωσε η κυβέρνηση στην Εθνική Πινακοθήκη, ο Μητσοτάκης πανηγύρισε γιατί «αυτή  ανοίγει τις πόρτες της για πρώτη φορά μια μέρα πριν την επέτειο των 200 χρόνων από την εθνική παλιγγενεσία» και στο επίσημο διάγγελμά του ανέφερε ότι «το στοίχημα της γενιάς μας είναι 200 χρόνια μετά η Επανάσταση της Εθνικής Ανάταξης».

Χλιδή

Ταξικής ανάτασης εννοούσε – και το διατυμπάνισε αυτό με κάθε δυνατό τρόπο στους «εορτασμούς» που οργάνωσε. Μέσα σε συνθήκες που 50 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα κατά μέσο όρο από τον κορονοϊό και στα νοσοκομεία καταρρέουν οι εφημερίες, σε συνθήκες που εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ζουν σε κατάσταση μόνιμης ανεργίας, απληρωσιάς και ανέχειας, ζήσαμε από τους δέκτες των τηλεοράσεων την απόλυτη χλιδή: Είδαμε τους επισήμους μετά την βόλτα τους στην Πινακοθήκη, να τρωγοπίνουν φιλέτο χριστόψαρο, μπισκότα από μελάνι σουπιάς και κιμά γαρίδας στο επίσημο δείπνο, τον πρωθυπουργό και την κυρία Μενδώνη δίπλα στον πρίγκιπα Κάρολο, την δούκισσα της Κορνουάλης, τους εκπροσώπους της Γαλλίας και της Ρωσίας - και φυσικά τα σύμβολα της οικονομικής ελίτ, την πρόεδρο της Επιτροπής Ελλάδα 2021 Γιάννα Αγγελοπούλου με τον σύζυγό της Θόδωρο, τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα, την κ. Μαριάννα Βαρδινογιάννη... 

Τους είδαμε στην τσιμεντωμένη Ακρόπολη να «συγκινούνται» από τον εθνικό ύμνο που ανέλαβε κυριολεκτικά να εκτελέσει μια εκ των «αρίστων» των ριάλιτι, επιλεγμένη από τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, όπως διαβάσαμε. Δακρύσαμε όλοι μαζι με τον Κάρολο μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, λίγα μέτρα από την «Μεγάλη Βρετάνια» και την ταράτσια της, από την οποία τον Δεκέμβρη του 1944 χτυπούσαν τα αυτόματα τους  διαδηλωτές ή όταν θυμήθηκε ότι «η Ελλάδα είναι η πατρίδα του παππού του». Ο παππούς του, ο «βασιλόπαις» Ανδρέας, που καταδικάστηκε για την Μικρασιατική Καταστροφή και έγραφε το 1921 για τους έλληνες της Σμύρνης: «Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ δια να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους».

Τους είδαμε όλους μαζί -και πιο πολύ τους καραβανάδες- να καμαρώνουν για τις πανάκριβες υπερσύγχρονες μηχανές θανάτου που παρήλαυναν και πετούσαν πάνω από τα κεφάλια τους την ίδια στιγμή που τα νοσοκομεία στερούνται τις στοιχειώδεις μηχανές που δίνουν ζωή. Τους ειδαμε να καμαρώνουν και τις ομάδες Δίας που παρέλαυναν περήφανες σε μια αποκλεισμένη και άδεια Αθήνα -έχοντας αφήσει στο σπίτι τα μεταλικά γκλομπ με τα οποία χτυπούσαν λίγες μέρες πριν στη Νέα Σμύρνη. Όλος αυτός ο χαμός για να τους κλέψει τελικά την παράσταση ένα άλογο που σαν τους είδε, δεν κρατήθηκε και έκανε την ανάγκη του, εκεί μπροστά στα μούτρα τους.