Θέλουμε δουλειά, στέγη, πολιτισμό για όλους

Προκειμένου να δικαιολογήσει την εισβολή της αστυνομίας στη Βίλα Αμαλίας και στη Λέλα Καραγιάννη, η κυβέρνηση παρουσιάζει τις καταλήψεις στέγης σαν “κέντρα ανομίας”.

Πρόκειται για απλή προπαγάνδα. Σε συνθήκες κρίσης ιδιαίτερα, αν και όχι μόνο τότε, η κατάληψη άδειων δημόσιων ή ιδιωτικών αχρησιμοποίητων κτιρίων αποτελεί το μοναδικό μέσο του φτωχού προκειμένου να βάλει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του.

Οι καταλήψεις στέγης δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε ελληνικό φαινόμενο. Στις δεκαετίες της οικονομικής άνθησης που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άστεγοι και οι πρόσφυγες του πολέμου και στη συνέχεια οι φτωχοί αγρότες που έρχονταν για να εργαστούν καταλάμβαναν κτίρια ή γη για να χτίσουν με τα ίδια τους τα χέρια τις παράγκες και μετά τα σπίτια τους στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων. Το ίδιο εξακολουθεί να συμβαίνει σήμερα σε μαζική κλίμακα στην Λατινική Αμερική και την Αφρική, αλλά και στις ΗΠΑ σαν αποτέλεσμα των μαζικών εξώσεων και στη Βρετανία, όπου το 2011 υπήρχαν καταγεγραμμένες 20.000 καταλήψεις στέγης.

Στην Αθήνα, την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, πάνω από 25.000 άνθρωποι κοιμούνται στο δρόμο την ίδια στιγμή που χιλιάδες κτίρια, ξενοδοχεία, μαγαζιά που ανήκουν στις τράπεζες, την εκκλησία και μεγαλοϊδιοκτήτες μένουν άδεια και αδιάθετα – με την αστυνομία να σφραγίζει και να κυνηγάει τους αστέγους ακόμα και στα μισογκρεμισμένα σπίτια που προσπαθούν να βρουν καταφύγιο.

Το δικαίωμα στη στέγη θεωρείται αναφαίρετο για κάθε άνθρωπο. Ομως στον καπιταλισμό κυριαρχεί το δικαίωμα του τραπεζίτη στα κλειδαμπαρωμένα γεμάτα χρηματοκιβώτια και στα κλειδαμπαρωμένα άδεια σπίτια. Η αξία χρήσης των σπιτιών έρχεται σε δεύτερη μοίρα μετά την κερδοσκοπία πάνω στη γη και στην ακίνητη περιουσία.

Από το '68 και μετά, οι καταλήψεις στέγης απέκτησαν πέρα από χρηστικό και πολιτικό χαρακτήρα καταγγελίας αυτής της κατάφωρης ανισότητας. Τη δεκαετία του '80 το κύμα των καταλήψεων στέγης, που σχετίζονταν κατά κύριο λόγο με το κίνημα της αυτονομίας αλλά όχι μόνο, σάρωσε ξεκινώντας από το βορρά την Ευρώπη για να καταλήξει και στην Ελλάδα, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη με δεκάδες καταλήψεις στέγης, ανάμεσα σε αυτές και της Β. Αμαλίας και Λ. Καραγιάννη.

Οι καταλήψεις έρχονται να καλύψουν ακόμα μια ανάγκη, αυτήν της πολιτιστικής έκφρασης. Ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία –που οι περικοπές της κυβέρνησης ήλθαν να κλείσουν και να οδηγήσουν σε υπολειτουργία τους λιγοστούς χώρους πολιτισμού και αναψυχής που λειτουργούσαν στους δήμους, ενώ για όσους απέμειναν οι δήμαρχοι έχουν αρχίσει να ζητάνε λεφτά στα πλαίσια της “ανταποδοτικότητας”.

Δημοτική Αγορά Κυψέλης

Χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτήν την άποψη είναι η κατάληψη της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, της πρώτης κατάληψης στέγης που τα ΜΑΤ του Δένδια “ανακατέλαβαν” την επόμενη του Δεκαπενταύγουστου. Η κατάληψη λειτούργησε για χρόνια σαν χώρος πολιτιστικής έκφρασης για πλήθος συλλογικοτήτων με συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, θεατρικές παραστάσεις, κοινωνικά παντοπωλεία και κουζίνες, δωρεάν μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες, αλλά και σαν κέντρο πολιτικών συζητήσεων και δράσεων του κινήματος.

Παρόμοιες δραστηριότητες γίνονταν στη Λέλας Καραγιάννη, ενώ άλλες καταλήψεις, όπως αυτή στο πάρκο Κύπρου στα Πατήσια ή αυτή που υπάρχει ακόμα στο πάρκο Ναυαρίνου στα Εξάρχεια περιέσωσαν εστίες πρασίνου για να μη καταλήξουν άχρηστα κουφάρια πάρκγιγκ.

Οι καταλήψεις στέγης απέκτησαν και μιαν ακόμα σημασία, αυτήν της προστασίας της γειτονιάς από τις δολοφονικές επιθέσεις των νεοναζιστικών συμμοριών και φασιστικών συμμοριών. Το αίτημα της εκκένωσης της κατάληψης της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης είχαν ξεκινήσει με ερώτησή τους οι βουλευτές του ΛΑΟΣ, ενώ η εισβολή στην Βίλα Αμαλίας έγινε κατά απαίτηση της Χρυσής Αυγής γιατί ήταν ένα μόνιμο αγκάθι στη δολοφονική δράση των νεοναζί στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα και στην κάλυψή τους από την ΕΛ.ΑΣ. Πέρσι στις 17 Μάρτη όταν τα ΜΑΤ σταμάτησαν με κλούβες στην Αχαρνών τη μεγάλη αντιφασιστική πορεία προς τον Αγιο Παντελεήμονα, είχαν στην πλάτη τους την περιφρούρηση εκατοντάδων αντιφασιστών γύρω από τη Βίλα Αμαλίας.

Συνοψίζοντας, με τη λέξη “ανομία” οι κατέχοντες τον πλούτο και την εξουσία χαρακτηρίζουν την αντίσταση στα νομοθετικά πραξικοπήματα που επιβάλει η τάξη τους. Πραγματικά κέντρα ανομίας στον Αγιο Παντελεήμονα και στην Κυψέλη δεν είναι οι καταλήψεις στέγης ούτε βέβαια η ΑΣΟΕΕ αλλά τα αστυνομικά τμήματα στα οποία νεοναζί και μπράβοι της νύχτας αγκαλιά με αστυνομικούς δολοφονούν, βασανίζουν και τρομοκρατούν βάζοντας στο στόχαστρο τους μετανάστες, τη νεολαία και την εργατική τάξη.

Πρόσφατα κυβερνητικό στέλεχος δήλωσε στους Νιου Γιορκ Ταϊμς ότι οι εκκενώσεις των καταλήψεων “είναι απαραίτητες για να δείξουν ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να συγκρουστεί και με άλλες ομάδες, μεταξύ των οποίων μαχητικά συνδικάτα”. Η απάντηση της Αριστεράς στις επιθέσεις της κυβέρνησης ότι “καλύπτει την ανομία” δεν μπορεί να είναι η προσήλωση στους “θεσμούς” και στη “νομιμότητα” αλλά η υπεράσπιση των καταλήψεων στέγης και η καταγγελία της συγκυβέρνησης της τρόικας και των τραπεζιτών που αποτελεί την πραγματική και κύρια αιτία πραγματικής ανομίας σε αυτή τη χώρα.

Το σύνθημα “νόμος είναι το δίκιο του εργάτη” είναι η μοναδική απάντηση στην επίθεση του Σαμαρά και μεταφράζεται στο άμεσο αίτημα να δοθούν τα χιλιάδες άδεια κτίρια για τις ανάγκες του κόσμου.

Η δύναμη που μπορεί να το επιβάλει στην πράξη αυτό δεν είναι ο αυτοπεριορισμός σε ένα κίνημα υπεράσπισης της στέγης, αλλά το μαζικό κίνημα στις γειτονιές και η οργανωμένη εργατική τάξη στους χώρους δουλειάς. Με μαζικές καταλήψεις, απεργίες και εργατικό έλεγχο απαιτώντας τα αυτονόητα: δουλειά, στέγη, τροφή, μόρφωση, πολιτισμό για κάθε άνθρωπο.