Κινηματογράφος: Το Κεφάλαιο του Κώστα Γαβρά

Δεν πρόκειται για το κλασικό έργο του Μαρξ, αλλά για την τελευταία ταινία του Κώστα Γαβρά, που βάζει στο στόχαστρο τον θαυμαστό κόσμο του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Και τα καταφέρνει.

Το στόρι δεν είναι και τόσο πρωτότυπο, αντίθετα θα μπορούσε να είναι καθημερινή ρουτίνα του τραπεζικού χώρου: Καθώς ο πρόεδρος της τέταρτης μεγαλύτερης Ευρωπαϊκής τράπεζας «Φοίνιξ» καταρρέει πάσχοντας από καρκίνο, διορίζει τον προστατευόμενό του, Μαρκ Τουρνέιγ, ανερχόμενο στέλεχος της τράπεζας στη θέση του. Ταλαντούχο και υπερφιλόδοξο «golden boy» από ταπεινή αριστερών πεποιθήσεων οικογένεια, ο Μαρκ δεν θα αρκεστεί στο ρόλο του μεταβατικού αχυράνθρωπου μέχρι να «τα τινάξει» ο γέρος, ούτε θα κάτσει να τον κατασπαράξουν τα αρπακτικά του Δ.Σ. της τράπεζας.

Αντίθετα, θα παίξει με τις αντιθέσεις ανάμεσα στους μεγαλομετόχους, τον αμερικανοθρεμμένο Ντίτμαρ και τον εκπρόσωπο του Γαλλικού κατεστημένου Ντε Σιζ. Οι δύο τραπεζίτες παρουσιάζονται να εκπροσωπούν διαφορετικές στρατηγικές του κεφάλαιου, ο Ντίτμαρ την επιθετική αμερικανική κερδοσκοπία με ονοματεπώνυμο (Goldman Sachs), ο Ντε Σιζ την Ευρωπαϊκή μετριοπάθεια, όμως συμφωνούν όταν έχει να κάνει με την αύξηση των μερισμάτων τους, τη συμπίεση του εργατικού κόστους και τις απολύσεις.

Έτσι ανοίγει ένας κερδοσκοπικός κύκλος που τα έχει όλα: Δάνεια δισεκατομμυρίων, σκοτεινές οικονομικές συναλλαγές, τραπεζικές απάτες μεγατόνων, φυγαδεύσεις κεφαλαίων σε φορολογικούς παραδείσους, hedge funds, χρεοκοπίες, αθέμιτες εξαγορές. Ο πρωταγωνιστής θα βουτήξει μέσα στον βάλτο όσο δεν παίρνει. Θα διώξει 10 χιλιάδες εργαζόμενους μέσα από μια διαδικασία «αυτοκαθορισμού», θα βάλει να κατασκοπεύουν τους πάντες και τα πάντα, θα στήσει τις δικές του μηχανορραφίες για να επιβιώσει. Εν τω μεταξύ ζει την πολυτέλεια που αρμόζει στα μέλη της κοινωνικής τάξης όπου μόλις αναρριχήθηκε: Λιμουζίνες, ιδιωτικό τζετ, υπηρέτες, επιδεικτική κατανάλωση, φλερτ με τη Νασίμ, το κακομαθημένο μοντέλο που τον τριγυρίζει απροκάλυπτα και την ποθεί αφόρητα.

Ο Μαρκ επιπλέει, αναδεικνύοντας τον εαυτό του σαν τον σύγχρονο «Ρομπέν των Δασών», όχι των φτωχών αλλά των πλούσιων, «συνεχίζουμε να τα παίρνουμε από τους φτωχούς για να τα δίνουμε στους πλούσιους» όπως λέει ο ίδιος εν μέσω χειροκροτημάτων και επευφημιών από τους τραπεζικούς παράγοντες. Ο κυνισμός, το μαυρο χιούμορ και η σχηματικότητα στις φιγούρες των πρωταγωνιστών είναι πιστεύουμε ηθελημένες, για να αποδοθούν οι αρνητικοί ήρωες της εποχής μας, σε τέτοιο βαθμό που αισθάνεται κανείς άβολα από το παραλήρημα αμοραλισμού και ειρωνείας που ξεχειλίζει από την οθόνη.

Σαραντατρία χρόνια μετά το κλασικό «Ζ», ο Κώστας Γαβράς συνεχίζει να γυρίζει επίκαιρες και αιχμηρές ταινίες. Παρόλο που διαμορφώθηκε καλλιτεχνικά στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60, ο Γαβράς δεν ακολούθησε την επαναστατικότητα της νουβέλ βαγκ που τότε ήταν το κυρίαρχο ριζοσπαστικό ρεύμα, αλλά υιοθέτησε πιο συμβατικές αφηγηματικές φόρμες.

Έτσι όμως πέτυχε κάτι πολύ σημαντικό, να δημιουργήσει έναν πολιτικό κινηματογράφο που απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό. Με αυτή την αντίληψη έδωσε ταινίες που δε δίστασαν να τα βάλουν με κατεστημένες δυνάμεις όπως η CIA (Αγνοούμενος), ο σταλινισμός (Ομολογία), το κράτος του Ισραήλ (Χάννα Κ), η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία (Αμήν) επηρρεάζοντας πολύ μεγάλα ακροατήρια και αφήνοντας πολιτικό στίγμα. Το «Τσεκούρι» (2002) είχε να κάνει με την επισφάλεια της ανεργίας και ο «Παράδεισος στη Δύση» (2009) με τους μετανάστες.

Το «Κεφάλαιο» βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Στεφάν Οσμόντ, πρώην τροτσκιστή και μετέπειτα ανώτερου διοικητικού στελέχους που είχε ζήσει από τα μέσα τους ανώτερους χρηματιστηριακούς κύκλους. Ο Γαβράς θέλοντας να εκθέσει τα άγρια ήθη αυτής της ολιγαρχίας μας έδωσε ένα πανόραμα του πώς λειτουργούν αυτοί οι κύκλοι και των επιπτώσεων που έχουν οι πράξεις τους στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Έτσι επιβεβαιώνει ότι παραμένει ένας mainstream κινηματογραφιστής που φωτίζει με πολύ εύστοχους τρόπους την εποχή του.

• Το «Κεφάλαιο» παίζεται ήδη στις αίθουσες. Από την Τρίτη 29/1 μέχρι την Τετάρτη 6/2 η Ταινιοθήκη της Ελλάδος παρουσιάζει μια πλήρη ρετροσπεκτίβα για το έργο του Κώστα Γαβρά.