Αντιρατσιστικό κίνημα
Ιθαγένεια για ΟΛΑ τα παιδιά
Προσαρμοσμένο στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες είχε παγώσει ο προηγούμενος νόμος για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών (ν. 3838/2010, γνωστός και ως νόμος Ραγκούση), είναι το νέο σχέδιο νόμου που έδωσε στη δημοσιότητα η Αναπληρώτρια υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Τασία Χριστοδουλοπούλου και που εισάγεται μέσα στην εβδομάδα στη βουλή. Για γραμμή “κατευνασμού των θεσμών” κάνει λόγο η Κίνηση Ενωμένοι Ενάντια στο Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή (ΚΕΕΡΦΑ) στην αναλυτική ανακοίνωση που κυκλοφόρησε.
Όπως εξηγεί η ΚΕΕΡΦΑ «το νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση υποχωρεί απέναντι στις πιέσεις και επιχειρεί να κατευνάσει τους “θεσμούς”, που στην περίπτωσή μας δεν είναι η Τρόικα αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας». Αυτό σημαίνει ότι οι διατάξεις του νέου νόμου είναι πιο περιοριστικές σε σχέση με τον ν. 3838/2010 με αποτέλεσμα χιλιάδες παιδιά μεταναστών να παραμείνουν αποκλεισμένα από την ελληνική ιθαγένεια.
Συγκεριμένα, το νέο νομοσχέδιο προβλέπει πως δικαίωμα ιθαγένειας θεμελιώνουν παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από νόμιμους γονείς κατά την υποβολή της αίτησης (με τον ένα γονέα να κατέχει κάρτα επί μακρόν διαμένοντος, δεκαετούς νόμιμης διαμονής, κλπ), με την προϋπόθεση να ενεγράφησαν στην Α' Δημοτικού. Επίσης, παιδιά που ολοκλήρωσαν επιτυχώς εννέα χρόνια φοίτησης, ή έξι χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (δηλαδή από την Α' Γυμνασίου μέχρι την Γ' Λυκείου) ή παιδιά που έλαβαν δίπλωμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αφού είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς της δευτεροβάθμια (απολυτήριο Λυκείου).
Η ουσία της υποχώρησης ξεκινά, σύμφωνα με την ΚΕΡΡΦΑ, από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου: «Ο νομοθέτης αποδέχεται ολοκληρωτικά την λαθεμένη εκτίμηση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (έτσι όπως εκφράστηκε στην με αριθμό 460/2013 απόφαση της Ολομέλειάς του) ότι: α. η ελληνική πολιτική κοινότητα ισοδυναμεί με το ελληνικό έθνος και κατά συνέπεια β. το δικαίωμα της ιθαγένειας αντιστοιχεί στη διαμόρφωση ελληνικής εθνικής ταυτότητας... δεν υπάρχει τίποτα το “αυτονόητο” σε αυτές τις παραδοχές της Αιτιολογικής Έκθεσης. Σε αντίθεση με την εθνοκεντρική αντίληψη της Δεξιάς για την ιθαγένεια, υπήρχε και υπάρχει η ριζωμένη δημοκρατική αντίληψη ότι ιθαγένεια σημαίνει υπηκοότητα και πολιτικά δικαιώματα, χωρίς την εξαναγκαστική προσπάθεια της “ενσωμάτωσης σε μια εθνική συλλογικότητα”. Ο ελληνικός λαός, δηλαδή η ελληνική πολιτική κοινότητα, δεν είναι ταυτόσημος με το ελληνικό έθνος, αλλά συγκροτείται από πολίτες που μπορούν να έχουν διαφορετική εθνική συνείδηση και παρ' όλα αυτά διαθέτουν “γνήσιο δεσμό” με το ελληνικό κράτος, συναποτελώντας την ελληνική κοινωνία. Η ιθαγένεια δεν είναι τίποτα άλλο παρά η τυπική αναγνώριση αυτού του νομικού δεσμού ανάμεσα στον πολιτογραφούμενο πολίτη – ανεξαρτήτως εθνικότητας – και το εκάστοτε κράτος».
Ψήφος
Η αποδοχή της απόφασης του ΣτΕ που συγχέει την ιθαγένεια με την εθνική ταυτότητα έχει τις συνέπειές της στο νέο νομοσχέδιο. Οι κυριότερες είναι σύμφωνα με την ΚΕΕΡΦΑ ότι πρώτον, εγκαταλείπει την ψήφο των μεταναστών στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές που προέβλεπε ο νόμος Ραγκούση.
Δεύτερον, ότι υιοθετεί την λογική ότι μόνον οι “άριστοι” αλλοδαποί μαθητές έχουν δικαίωμα στην ιθαγένεια. Έτσι, ενώ στον νόμο Ραγκούση η επιτυχής φοίτηση σε έξι τάξεις (οποιεσδήποτε) του ελληνικού σχολείου προσέφερε τη δυνατότητα αίτησης ιθαγένειας αλλοδαπού τέκνου νόμιμων γονέων, στο νέο νομοσχέδιο η επιτυχής φοίτηση νομίμως και μονίμως διαμένοντος αλλοδαπού πρέπει να είναι είτε εννεατής, είτε εξαετής όσον αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είτε να συνοδεύεται από τίτλο ΑΕΙ-ΤΕΙ και απολυτήριο Λυκείου.
Τρίτον, ότι η προϋπόθεση εγγραφής στην Α' Δημοτικού σημαίνει ότι η απαιτούμενη μονιμότητα και νομιμότητα του ενός γονέα φτάνει μέχρι και τα 11 χρόνια (5 πριν τη γέννηση και 6 μέχρι την εγγραφή στο Δημοτικό), ενώ η νομιμότητα του άλλου γονέα πρέπει να αποδεικνύεται κατά την υποβολή της αίτησης. Αντίθετα, στο νόμο Ραγκούση, η γέννηση τέκνου απο νόμιμους – για μια πενταετία – γονείς αρκούσε για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ιθαγένειας.
Τέταρτον, ότι η απαίτηση νομιμότητας και των δύο γονέων σημαίνει ότι η διάταξη καλύπτει μόνον τα παιδιά των παλιών μεταναστών που έχουν νομιμοποιηθεί και που διατηρούν τη νομιμότητά τους, αφού η τελευταία διαδικασία νομιμοποίησης έλαβε χώρα το 2005. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα γενιά παιδιών που δεν θα μπορούν να αιτηθούν την ιθαγένεια, έστω και αν γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
Τελικά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αντί να απευθυνθεί στη βούληση της δεδομένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κάνει ρυθμιστή της απόδοσης ιθαγένειας το ΣτΕ, ένα ανεξέλεγκτο, αντιδραστικό, ρατσιστικό στην πλειοψηφία του και μη δημοκρατικά νομιμοποιημένο δικαστικό σώμα, το οποίο είχε ακολουθήσει την υστερική ρατσιστική εκστρατεία της Δεξιάς και των φασιστών τα προηγούμενα χρόνια. «Η υποχώρηση στις απαιτήσεις του βαθέος κράτους ανοίγει την όρεξη της πλειοψηφίας του ΣτΕ να επιβάλει την αντιδραστική της τοποθέτηση, όπως καταγράφτηκε στην 460/2013, στο σύνολό της. Πρόκειται δε για μια πρόβα τζενεράλε αναγνώρισης της παράνομης πρακτικής της πλειοψηφίας του ΣτΕ να υφαρπάζει τη νομοθετική εξουσία από τα χέρια της Βουλής», καταλήγει η ανακοίνωση της ΚΕΕΡΦΑ.
Ενωμένη δεύτερη γενιά
Τις πρώτες αντιδράσεις για το νέο νομοσχέδιο για την ιθαγένεια περιείχε η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του 1ου Πολυπολιτισμικού Φεστιβάλ “I have a dream – Ενωμένη Δεύτερη Γενιά”, τη Δευτέρα 1 Ιούνη στο Γκάζι. Το φεστιβάλ οργάνωναν κινήσεις μεταναστών ανάμεσά τους πολλές με αναφορά στη δεύτερη γενιά.
“Δεν πανηγυρίζουμε” το έθεσε ο εκπρόσωπος της κίνησης Asante, “δεν μπορεί η ιθαγένεια να συνδεέται με τη νομιμότητα των γονέων και το σχολείο” ήταν η τοποθέτηση της εκπροσώπου της Ένωσης Αφρικανών Γυναικών, “δεν μπορεί να είναι κριτήριο η επιτυχία στις εξετάσεις” είπε ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών, που θύμισε ότι στους αποκλεισμένους του νομοσχεδίου είναι και οι αιτούντες άσυλο. Σε κοινή καμπάνια με διαδηλώσεις και στη Βουλή για την απόδοση της ιθαγένειας σε όσα παιδιά το επιθυμούν χωρίς αποκλεισμούς κάλεσε ο Πέτρος Κωνσταντίνου από την ΚΕΕΡΦΑ, βάζοντας στην κουβέντα τη διάσταση των υποχωρήσεων της κυβέρνησης στις ρατσιστικές αποφάσεις του ΣτΕ.

