ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: “Ισως, αύριο”

Κι αυτή δεν είναι άλλη από το «Hævnen» της Σουζάνε Μπίερ από τη Δανία.

Η σκηνοθέτης που απέκτησε φανατικό κοινό στο πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όπου και προβλήθηκε το σύνολο του έργου της, ενώ πριν τέσσερα χρόνια ήταν και πάλι υποψήφια για Όσκαρ με την ταινία της «Μετά τον Γάμο», έχει σαν κέντρο της αυτήν την φορά, το θέμα της βίας και τις προσωπικές σχέσεις. Παρακολουθεί τις ζωές δυο οικογενειών σε μια επαρχιακή πόλη της Δανίας.

Δυο δεκάχρονα αγόρια γνωρίζονται στο σχολείο και δημιουργούν μια δυνατή φιλία που θα καθορίσει το μέλλον τους. Ο Elias έχει την ατυχία να έχει πεταχτά δόντια κάτι που σε συνδυασμό με τον αμυντικό χαρακτήρα του και το ότι είναι Σουηδός, τον κάνει εύκολο θύμα των νταήδων του σχολείου. Ζει με τη μητέρα του, αφού οι γονείς του χωρίζουν και ο γιατρός πατέρας του Anton, μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στο γιο του και σε προσφορά ιατρικών υπηρεσιών σε ένα καταφύγιο προσφύγων μιας Αφρικανικής χώρας.

Αλληλεξάρτηση

Ο Christian μόλις έχει χάσει τη μητέρα του από καρκίνο και μετακομίζει με τον πατέρα του Claus, στο σπίτι της γιαγιάς του. Στο σχολείο γίνεται μάρτυρας της καταπίεσης του Elias από τους συμμαθητές του και τον υπερασπίζεται με τρομερά ξεσπάσματα βίας, βάζοντάς τα με μεγαλύτερούς του. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στα δύο παιδιά είναι εκείνη μιας σχέσης αλληλεξάρτησης, με την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του Christian να παρασέρνει και τον Elias που την βλέπει ως διέξοδο στο πρόβλημά του.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο τίτλος «Hævnen» στα Δανέζικα δεν μεταφράζεται heaven (παράδεισος) όπως κάποιος μπορεί να θεωρήσει, αλλά revenge (εκδίκηση), κάτι που δίνει και μια επιπλέον γοητεία στη ταινία. Ζητήματα όπως οι τσαμπουκάδες και η παιδική βία μπορεί να μοιάζουν πρωταγωνιστές, αλλά το πραγματικό θέμα είναι ο τρόπος αντιμετώπισης μιας απώλειας, είτε αυτή πρόκειται για ένα θάνατο ή ένα διαζύγιο, από τα δύο παιδιά και με τελείως διαφορετικούς τρόπους.

Ευρηματικές αλληγορίες χρησιμοποιούνται για να τονιστεί ότι η συστηματική σφαγή εγκύων γυναικών κάπου στην Αφρική χάριν στοιχήματος από τον τοπικό «φύλαρχο» για το τι φύλο είναι το έμβρυο, στα μάτια ενός παιδιού πίσω στη Δανία, δεν έχει και μεγάλη διαφορά από την μάχη του σχολείου. Την μάχη δηλαδή της επιβίωσης μέσα σ’ ένα περιβάλλον που είσαι ανεπιθύμητος και ο πιο αδύναμος θα υποστεί τα δεινά. Έτσι το «σκηνικό» της υπόθεσης παρουσιάζεται ως νόμισμα με δύο όψεις. Ανεπτυγμένη Ευρώπη, υπό-ανάπτυξη Αφρική. Ο κόσμος και τα προβλήματα των παιδιών κι ο κόσμος των μεγάλων. Οι ανέξοδοι «τσαμπουκάδες» των λίγων και η ζωή των πολλών ανθρώπων που δεν αξίζει τίποτα, γι’ αυτό και ξεσπά πάνω τους η βία. Ο χωρισμός από επιλογή κι ο χωρισμός λόγω θανάτου. Η ανισορροπία που αναπόφευκτα γεννά την βία. Και μετά;

Μετά έρχονται οι προσωπικές επιλογές να αποκαταστήσουν μια άλλη ισορροπία. Στην προσπάθειά τους αυτή και μιας και εξ’ ορισμού δεν μπορούν να δώσουν μια συνολική λύση, αν μη τι άλλο κάνουν το «παιχνίδι» λίγο πιο ενδιαφέρον, μιας και όλοι είναι υπεύθυνοι για τα απόνερα που δημιουργούν πίσω τους, όσο και για το «δίκιο» στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν.