Οικονομία και πολιτική
Ένας προϋπολογισμός χρεοκοπίας από χέρι

Το χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Ύστερα από τόσα Μνημόνια ανεβαινει αντί να κατεβαίνει!

Η μόνη λύση είναι η διαγραφή του χρέους. Όχι με συνομιλίες. Με μια μονοκοντυλιά. Αλλά αυτό απαιτεί μια αριστερά αντικαπιταλιστική και ένα κίνημα αποφασισμένο να επιβάλει αυτή τη λύση.

Το  βράδυ της Τετάρτης 18 Δεκεμβρίου ο προϋπολογισμός του 2020 θα εγκριθεί από τη Βουλή – για αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Η υλοποίησή του, όμως, είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. 

Ο προϋπολογισμός στηρίζεται σε μια “υπόθεση εργασίας”: ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μέσα στη χρονιά που μας έρχεται θα κλείσει στο 2,8%. Όλες οι προβλέψεις για τα έσοδα και τις δαπάνες στηρίζονται σε αυτό το σενάριο. Και αυτό το σενάριο βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και όλοι σχεδόν οι διεθνείς οργανισμοί θεωρούν το 2,8% υπεραισιόδοξο. 

Η Κομισιόν προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης δεν θα ξεπεράσει το 2,3% μέσα στο 2020, ενώ αναμένεται να “προσγειωθεί” στο 2% το 2021. Το ΔΝΤ προβλέπει και αυτό ανάπτυξη 2,3% για το 2020. “Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας ήταν απογοητευτική”, γράφει στην τελευταία του έκθεση (15 Νοεμβρίου) για την Ελλάδα. Ακόμα χειρότερα, ακόμα και αυτό το 2,3% που προβλέπουν η Κομισιόν και το ΔΝΤ στηρίζεται σε μια ευνοϊκή υπόθεση: στην υπόθεση ότι η ύφεση που αναμένεται στην παγκόσμια οικονομία θα είναι “ήπια”. Κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο.

“Περίοδος υποτονικής ανάπτυξης”

“Η ευρωπαϊκή οικονομία εισήλθε σε μια παρατεταμένη περίοδο υποτονικής ανάπτυξης και χαμηλού πληθωρισμού”, σημειώνει στην τελευταία της έκθεση η  Κομισιόν. “Η παγκόσμια ανάπτυξη προβλέπεται να μειωθεί φέτος σε χαμηλούς ρυθμούς, ρυθμούς που παρατηρούνται συνήθως στις αρχές της ύφεσης. Το διεθνές εμπόριο αγαθών βρίσκεται σε στασιμότητα...” Η έκθεση θεωρεί τρεις παράγοντες κύρια υπεύθυνους για αυτή την καθίζηση: την όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, τον εμπορικό πόλεμο ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα και την απειλή του Brexit. Κανένας από τους παράγοντες αυτούς δεν προβλέπεται να βελτιωθεί μέσα στη χρονιά που μας έρχεται. “Η οικονομία της ΕΕ, η οποία επιβραδύνθηκε στη δεύτερη τρίμηνο του 2019 δεν είναι πιθανό να ανακάμψει στο άμεσο μέλλον”. 

Η ίδια σκοτεινή εικόνα έρχεται και από την παγκόσμια οικονομία. Στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, ο δείκτης “διευθυντών προμηθειών” -ένας δείκτης που στηρίζεται στις προβλέψεις για τις αγορές που προγραμματίζουν να κάνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις μέσα στο άμεσο μέλλον- βρίσκεται στο κόκκινο. Στην Κίνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, ο ρυθμός ανάπτυξης έπεσε στο τρίτο τρίμηνο του 2019 κάτω από το 6% - στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 27 ετών. Η παγκόσμια αυτή πτώση έχει χτυπήσει ήδη τις ευρωπαϊκές εξαγωγές – και αναμένεται να τις χτυπήσει ακόμα χειρότερα μέσα στους επόμενους μήνες. 

Στη συζήτηση στη Βουλή οι εισηγητές, οι υπουργοί και οι βουλευτές της κυβέρνησης προσπάθησαν να παρουσιάσουν τον νέο προϋπολογισμό σαν μια “τομή” στην οικονομική πολιτική. Η Ελλάδα άλλαξε σελίδα, έλεγαν. Η κυβέρνηση εφαρμόζει το πρόγραμμα το οποίο ενέκρινε στις εκλογές του Ιουνίου ο ελληνικός λαός: ένα πρόγραμμα ανάπτυξης που θα εξασφαλίσει μια βελτίωση για όλους. Τα αποτελέσματα της αλλαγής κατεύθυνσης είναι ορατά ήδη από τώρα. Μόνο που τα στοιχεία άλλα λένε: “Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν”, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, “κατά 5,0% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019”.

Ο Σταϊκούρας και οι συνεργάτες του γνωρίζουν  τις συνθήκες της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική οικονομία, για να φέρουμε ένα προφανές παράδειγμα, δεν μπορεί, με τα σημερινά επίπεδα ανεργίας και μισθών, να περιμένει τίποτα από την εσωτερική ζήτηση. Αυτό δεν τους εμπόδισε βέβαια να εγγράψουν μια σημαντική αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης (από το 0,6% στο 1,8%) στον προϋπολογισμό – και αυτό παρόλο που η “συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη μειώθηκε κατά 0,4% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019”. 

Σε τι στηρίζεται, λοιπόν, η αισιοδοξία της κυβέρνησης; Η απάντηση είναι απλή: στους τρεις παλιούς, καλούς, δοκιμασμένους “πυλώνες” - λιτότητα για τους εργάτες και τους φτωχούς, φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους και τους ισχυρούς, ιδιωτικοποιήσεις και επιδοτήσεις για το κεφάλαιο. Αλλά τι φέρνουν αυτοί οι “πυλώνες”; 

Λιτότητα, περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις

Όλες οι κοινωνικές δαπάνες είναι κουτσουρεμένες στο νέο προϋπολογισμό. Συνολικά στον προϋπολογισμό του 2020 τα κονδύλια για την κοινωνική προστασία έχουν περικοπεί κατά 400 εκατομμύρια σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2019. Οι περιβόητες φοροαπαλλαγές που υποτίθεται ότι θα διόρθωναν τις “αδικίες σε βάρος της μεσαίας τάξης” αναβάλλονται για το μέλλον. Οι μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ (η κυβέρνηση κατέβασε τους συντελεστές) αντισταθμίζονται στον νέο προϋπολογισμό από τις αυξήσεις στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. 

Οι μόνοι που θα δουν τους φόρους τους να μειώνονται θα είναι οι επιχειρηματίες (μειώθηκε ο φόρος εισοδήματος των επιχειρήσεων από το 28% στο 24%) και οι “μέτοχοι” -τα παράσιτα που ζουν από τα μερίσματα των μετοχών (μειώθηκε ο φόρος από το 10% στο 5%). Ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει μείωση 600 εκατομμυρίων στα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων – στην οποία θα πρέπει να προσθέσει κανείς και άλλα 120 εκατομμύρια που θα τσεπώσουν οι επιχειρήσεις από τη μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών. 

Ο προϋπολογισμός προβλέπει έσοδα 2,8 δισεκατομμυρίων από ιδιωτικοποιήσεις. Η κυβέρνηση έχει σχεδιάσει ένα προκλητικό πρόγραμμα ξεπουλήματος κυριολεκτικά των πάντων (Ελληνικό, Μαρίνα Αλίμου, ΕΛΠΕ, Αερολιμένας Αθηνών, ΔΕΠΑ, Εγνατία Οδός, περιφερειακά λιμάνια κλπ). Το 2015 το δημόσιο (το ΤΑΙΠΕΔ για την ακρίβεια) εισέπραξε όλα και όλα 100 εκατομμύρια από το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Το 2016 εισέπραξε 447 εκατομμύρια. Το 2018 τα έσοδα έφτασαν στα 2 δις. Η κυβέρνηση στηρίζει την αισιοδοξία της για αυτό το φιλόδοξο σχέδιο στην ανταπόκριση που ελπίζει να βρει από τους “επενδυτές” -όχι μόνο γιατί η δική τους κυβέρνηση είναι στην εξουσία αλλά και γιατί αυτή η κυβέρνηση δείχνει έμπρακτα τη διάθεσή της να στηρίξει την “ιδιωτική πρωτοβουλία”. Αλλά με την αναταραχή που αναμένεται στις διεθνείς αγορές είναι τουλάχιστον αβέβαιο αν θα υπάρξει αυτή η ανταπόκριση.

Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό στη Βουλή ήταν μια απογοήτευση. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έντυσαν τις αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση με τίτλους του είδους “σκληρό μπρα ντε φερ ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ για τον προϋπολογισμό”.  Στην πραγματικότητα, όμως, η αντιπαράθεση ήταν μηδαμινή. Και ο λόγος ήταν απλός: το χρέος που είναι πλέον αποδεκτό και από τα δυο μεγάλα κόμματα. 

Οι ομιλητές της Νέας Δημοκρατίας κατηγόρησαν για μια ακόμα φορά τις κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τις καταστροφικές τους διαπραγματεύσεις με τους δανειστές που δέσμευσαν τη χώρα σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα “μέχρι το 2060”. Οι ομιλητές του ΣΥΡΙΖΑ εγκάλεσαν με τη σειρά τους τη σημερινή κυβέρνηση γιατί δεν τήρησε τις (ψεύτικες τελικά) προεκλογικές τις υποσχέσεις να μειώσει, με νέες διαπραγματεύσεις, τα πλεονάσματα αυτά σε “βιώσιμα επίπεδα”. Ο προϋπολογισμός του 2020 προβλέπει και πάλι πλεονάσματα μεγαλύτερα από το 3,5% του ΑΕΠ το οποίο έχει δεσμευτεί να πετύχει η Ελλάδα με βάση το τρίτο μνημόνιο – το οποίο να θυμίσουμε διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση του Τσίπρα το 2015 και υπερψηφίστηκε στη Βουλή και από τη ΝΔ και από το ΠΑΣΟΚ. 

Ανοιχτή πληγή

Τα πλεονάσματα είναι μια ανοιχτή πληγή για την οικονομία. Το 3,5% αντιστοιχεί, με τα σημερινά επίπεδα του ΑΕΠ, σε επτά περίπου δισεκατομμύρια. Τα χρήματα αυτά τα “εξοικονομεί” το ελληνικό δημόσιο από τις περικοπές στις συντάξεις, στους μισθούς, στην υγεία, την παιδεία και την κοινωνική πρόνοια. Το νούμερο -3,5%- δεν έχει πέσει από τον ουρανό: Το 3,5% αντιστοιχεί στους τόκους που πρέπει να πληρώνει το ελληνικό δημόσιο στους τραπεζίτες για να εξυπηρετεί το τεράστιο χρέος που δεν έχει μειωθεί καθόλου μετά από τόσα “μνημόνια”.

Η μόνη λύση είναι η διαγραφή του χρέους. Όχι με συνομιλίες. Με μια μονοκοντυλιά. Αλλά αυτό απαιτεί μια αριστερά αντικαπιταλιστική και ένα κίνημα αποφασισμένο να επιβάλει αυτή τη λύση. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό του κόσμου που δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα μήνα το μήνα διπλασιάστηκε σε 40% από 20% που ήταν το 2008. Οι πολιτικές του να ξεπληρώνουμε το χρέος διπλασίασαν τη φτώχεια. Αλλά ο κόσμος που ζει αυτή την εμπειρία είναι η δύναμη που στηρίζει τις αντιστάσεις στις επιθέσεις της κυβέρνησης και ανοίγει την προοπτική να πετύχουμε την ανατροπή.