«Συγχαρητήρια σε όλους! Με την παρούσα εξουσιοδοτώ πλήρως την ελεύθερη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ και, ταυτόχρονα, εξουσιοδοτώ την άμεση άρση του ναυτικού αποκλεισμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Πλοία του κόσμου, βάλτε μπρος τις μηχανές σας. Ας ρέει το πετρέλαιο! Πολλοί πρόεδροι προσπάθησαν να συνάψουν ειρήνη με το Ιράν, και όλοι απέτυχαν πριν από εμένα. Οι ηγέτες της περιοχής βρήκαν, για πρώτη φορά, έναν πρόεδρο που μπορεί να τους βοηθήσει να επιτύχουν πραγματική ειρήνη… Oι ΗΠΑ μπορούν να γίνουν ο φρουρός της Μέσης Ανατολής…».
Αυτά δήλωνε την Κυριακή ο Τραμπ ενώ το Πακιστάν ανακοίνωνε ότι επετεύχθη το Μνημόνιο Κατανόησης (MOU) ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ. Αλλά το μνημόνιο που υπέγραψαν ΗΠΑ και Ιράν (οι τελικοί όροι του αναμένεται να ανακοινωθούν στην επίσημη τελετή την Παρασκευή στην Ελβετία) αποτελεί ένα σημείο καμπής για την αμερικανική ηγεμονία στον πλανήτη.
Το «ένα βήμα μπρος» του Τραμπ στο Ιράν αποδείχτηκε «δέκα βήματα πίσω» για τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Οι «επιτυχίες» για τις οποίες πανηγυρίζει ο ίδιος και οι υπουργοί του αντικρούουν κάθε στοιχειώδη κανόνα της κοινής λογικής.
Ήταν ο ίδιος ο Τραμπ που μαζί με το Ισραήλ ξεκίνησε αιφνιδιαστικά εν μέσω διαπραγματεύσεων τον πόλεμο εναντίον του Ιράν πριν απο τρεισίμησι μήνες. Τώρα παριστάνει ξανά τον «ειρηνοποιό» μπας και ψήσει κανέναν από τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών τον Νοέμβρη.
Ο Τραμπ πανηγυρίζει ότι πέτυχε το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Όμως όλοι ξέρουν ότι αυτά έκλεισαν ως συνέπεια του πολέμου που ο ίδιος ξεκίνησε. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντι Βανς, πανηγύρισε για την πτώση των τιμών του πετρελαίου και το «ράλι» των αγορών αμέσως μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας. Μόνο που ήταν ο δικός τους πόλεμος που εκτόξευσε την τιμή του πετρελαίου σπέρνοντας εφιάλτες στην ήδη κλονισμένη παγκόσμια οικονομία.
Πανηγυρίζει ο Τραμπ ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο και ότι μέσα στις επόμενες εξήντα μέρες θα γίνουν διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμά του και την «πυρηνική σκόνη», όπως ονομάζει το υψηλά απεμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν. Πρόκειται για κλασσικό παράδειγμα «παραβίασης ανοιχτών θυρών»:
Το Ιράν εδώ και χρόνια διακηρύσσει ότι δεν το ενδιαφέρει να φτιάξει πυρηνικό όπλο. Το πυρηνικό του πρόγραμμα ήταν ήδη υπό συνεχή διεθνή, ευρωπαϊκή και αμερικανικη επιτήρηση βάσει των συμφωνιών με τον Ομπάμα και την ΕΕ. Στις 26 Φλεβάρη μόλις δύο μέρες πριν ο Τραμπ μαζί με τον Νετανιάχου εξαπολύσουν την επίθεση εναντίον του, οι αμερικανοί και ιρανοί διαπραγματευτές είχαν ήδη καταλήξει στους βασικούς όρους συμφωνίας για τα πυρηνικά του Ιράν.
Ο Τραμπ έκανε πίσω και «επί του διαδικαστικού». Οι απαιτήσεις του, να παραδώσει το Ιράν την «πυρηνική σκόνη» και να επιβάλει τους δικούς του όρους για το πυρηνικό πρόγραμμα ως προϋποθέσεις για την υπογραφή του μνημονίου, δεν πέρασαν. Η διαπραγμάτευση για τα «πυρηνικά» του Ιράν αφέθηκε «για αργότερα». Όπως σημειώνει ο Ρόμπερτ Μάλι, πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στο Ιράν:
«Ο πόλεμος παραμένει ένα σφάλμα και μια απερίσκεπτη, δαπανηρή καταστροφή. Η τύχη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η διάθεση του εμπλουτισμένου ουρανίου του, το εύρος της άρσης των κυρώσεων είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αφεθούν για αργότερα και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι πιο δύσκολο να επιλυθούν από ό,τι πριν από τον πόλεμο». Ο Μπεν Ρόουντς, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ομπάμα, ανέφερε ότι «η συμφωνία ανοίγει ξανά ένα πεδίο που ήταν ανοιχτό πριν από τον πόλεμο αλλά σε ένα πολύ πιο περιορισμένο πλαίσιο. Όλα αυτά με ένα συγκλονιστικό κόστος για ολόκληρο τον κόσμο, ενώ αφήνουν (στο Ιράν) μια κυβέρνηση που αισθάνεται ενισχυμένη».
Το Ιράν θα εξακολουθήσει να έχει το πάνω χέρι στις πρώτες διαπραγματεύσεις, όπως συνέβη και στη διάρκεια του πολέμου, από τον οποίο κατάφερε να βγει όρθιο. Δεν χρειάζεται πυρηνικό όπλο για να επιβάλει τις απαιτήσεις του. Η δυνατότητά του να κλείνει τα Στενά του Ορμούζ, να επεκτείνει, ενδεχομένως μέσω των Χούθι, τον αποκλεισμό στην Ερυθρά Θάλασσα και να απαντάει μέχρι και τις τελευταίες μέρες του πολέμου με χτυπήματα στις βάσεις των ΗΠΑ και σε ενεργειακές εγκαταστάσεις των χωρών του Κόλπου, αποδείχθηκαν δυνατά όπλα.
Μαζί με τους πανηγυρισμούς ο Τραμπ απείλησε ότι, αν μέσα στο δίμηνο που προβλέπεται, δεν έχει υπάρξει πρόοδος στις διαπραγματεύσεις μπορεί να ξαναβομβαρδίσει το Ιράν. Αλλά οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές τον Νοέμβρη κάνουν το «περιορισμένο πλαίσιο» ακόμη πιο περιορισμένο. Μια νέα πολεμική ένταση στη λήξη αυτού του διμήνου μέσα στον Αύγουστο πριν την τελική ευθεία προς τις εκλογές θα ήταν το τελευταίο που θα ήθελε το εκλογικό επιτελείο του Τραμπ.
Φυσικά, καμιά από αυτές τις τζάμπα «επιτυχίες» δεν ήταν μέσα στους πολεμικούς στόχους του Τραμπ όταν ξεκινούσε αυτόν τον πόλεμο. Από αυτούς δεν επετεύχθη ούτε ένας: Ο πόλεμος δεν οδήγησε στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Το Ιράν δεν «παραδόθηκε χωρίς όρους». Ο λαός του Ιράν που εξεγείρονταν ενάντια στο καθεστώς τον Γενάρη δεν αντιμετώπισε σαν απελευθερωτές, αλλά σαν εχθρούς, τον Τραμπ και τον Νετανιάχου.
Οι μετέπειτα αμερικανικές απαιτήσεις για τερματισμό του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν και σταμάτημα της υποστήριξης του Ιράν προς τους λεγόμενους «αντιπροσώπους» του, την Χεζμπολάχ, στον Λίβανο, τους Χούθι, στην Υεμένη, τις σιιτικές οργανώσεις του Ιράκ, δεν περιλήφθηκαν καν στο μνημόνιο. Μέχρι την τελευταία στιγμή ο Τραμπ έκανε δηλώσεις ότι ο Λίβανος πρέπει να εξαιρεθεί από τους όρους του μνημονίου αλλά τελικά ούτε αυτό συνέβη. Το μνημόνιο, σύμφωνα και με τις ΗΠΑ και το Ιράν, προβλέπει κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα.
Διεθνής αντίκτυπος
Θέτοντας τον απολογισμό του πολέμου των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν στο διεθνές πλαίσιο, τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα για την αμερικανική ηγεμονία.
Ένα από τα βασικά χαρτιά των ΗΠΑ στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό με την Κίνα και τη Ρωσία είναι η στρατιωτική ισχύς τους. Αυτή είχε δεχτεί ήδη ισχυρά πλήγματα από την ήττα και αποχώρησή τους από το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Η αδυναμία των ΗΠΑ και των χωρών του ΝΑΤΟ να νικήσουν τη Ρωσία σε ένα πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία πρόσθεσε ακόμη ένα πλήγμα. Η γρήγορη επικράτηση των ΗΠΑ, μέσα από συμβιβασμό στη Βενεζουέλα, αναπτέρωσε την αυτοπεποίθηση του Τραμπ -που με λίγο σπρώξιμο από τον Νετανιάχου- πίστεψε ότι χάρη στη συντριπτική υπεροπλία της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας θα μπορούσε να πετύχει μια νίκη αλά Βενεζουέλα στο Ιράν. Αυτό δεν συνέβη.
Αντίθετα, η συνεχής παράταση του πολέμου από τις τρεις-τέσσερις μέρες στους τρεις-τέσσερις μήνες -χωρίς καν μια καθαρή στρατηγική και τακτική για το τι θέλουν να αποκομίσουν και πώς από αυτόν- ανέδειξε πλήρως τα όρια της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ. Ο διεθνής οικονομικός στραγγαλισμός στα στενά του Ορμούζ, η δυνατότητα του Ιράν να χτυπήσει τις ενεργειακές υποδομές των χωρών του Κόλπου και να διεξάγει «ανταρτοπόλεμο» διαρκείας με φθηνότερα μέσα αποδείχθηκαν ισχυρότερα εργαλεία από τα αεροπλανοφόρα και τη βαλλιστική υπεροπλία των ΗΠΑ –η οποία επίσης αποδείχτηκε πεπερασμένη. Μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επέμβαση των ΗΠΑ προκειμένου να ελέγξουν τα στενά του Ορμούζ ήταν εκτός προγράμματος ακόμη και για τον «τρελαμένο» Τραμπ -μετά τις ήττες στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.
Έτσι η παγκόσμια επίδειξη δύναμης κατέληξε σε επίδειξη αδυναμίας. Όχι μόνο στρατιωτικής. Οι ΗΠΑ απέτυχαν διπλωματικά να σύρουν σε αυτόν τον πόλεμο έστω κι έναν από τους τους πιο στενούς και συνήθως «πρόθυμους» συμμάχους τους, τη Βρετανία, τις χώρες της ΕΕ, την Ινδία -τις χώρες του Κόλπου που πίεζαν ασταμάτητα για τερματισμό του πολέμου. Αυτοί ανακοίνωσαν δικές τους πρωτοβουλίες. Ο Τραμπ αναγκάστηκε να πάει στην Κίνα να πείσει τον Σι τζιν Πινγκ να παρέμβει προκειμένου να τερματιστεί ο πόλεμος, ενώ η Κίνα πραγματοποιούσε -με δικαιολογημένα ανεβασμένη αυτοπεποίθηση- στρατιωτικές ασκήσεις γύρω και πάνω από την Ταϊβάν.
Ο ογδοντάρης, από την Κυριακή που μας πέρασε, Τραμπ απέμεινε μοναχός και αποδυναμωμένος να κρατάει τα λουριά στο λυσσασμένο του μαντρόσκυλο, το κράτος του Ισραήλ. Η πάγια στρατηγική του Ισραήλ για ένα συνεχή πόλεμο στο λεγόμενο «ζωτικό του χώρο» δηλαδή τη μισή Μέση Ανατολή και ο «αποφασιστικός πόλεμος» με το Ιράν που εδώ και δεκαετίες αποζητούσε ο Νετανιάχου, αναδείχτηκε σε εμπόδιο στα σχέδια των ΗΠΑ να ελέγξουν τη Μέση Ανατολή. Όχι μόνο έσυρε τον Τραμπ σε ένα πόλεμο που δεν μπορεί να νικήσει αλλά τώρα απασφαλισμένο του δαγκώνει το χέρι την ώρα που προσπαθεί να τον τελειώσει.
Αλλά ο Τραμπ δεν δικαιούται να γκρινιάζει για τον Νετανιάχου. Είναι η αμερικάνικη και άνευ όρων τεράστια υποστήριξη των ΗΠΑ, είτε με Μπάιντεν είτε με Τραμπ, προς το Ισραήλ και τη διαρκή παρελκυστική του πολιτική κλιμάκωσης (από την επιχείρηση γενοκτονίας στην Γάζα στις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις εκτοπισμού και εθνοκάθαρσης στη Δυτική Όχθη και από τις εισβολές στον Λίβανο και στη Συρία στους πολέμους εναντίον των Χούθι στην Υεμένη και του Ιράν) που οδήγησε τις ΗΠΑ σε αυτό το αδιέξοδο.
Η στρατηγική πρόσδεση των ΗΠΑ με το Ισραήλ, καθώς κάθε ήττα του μετράει και για δική τους ήττα, εξελίχθηκε σε ωρολογιακή βόμβα για εποικοδόμημα των Συμφωνιών του Αβραάμ που αποτελούσαν βασικό σχέδιο του Τραμπ στην πρώτη του θητεία -και ήδη είχαν δεχτεί το πρώτο σημαντικό πλήγμα από την Παλαιστινιακή Αντίσταση με την Πλημμύρα του Αλ Ακσα στις 7/10/23.
Ο Τραμπ τρέχει τώρα να περιμαζέψει τους συμμάχους του στον Κόλπο σε ένα περιβάλλον όπου δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τη διείσδυση της Κίνας (που σε προηγούμενη φάση είχε πετύχει την ειρήνευση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας) αλλά και την ανάδειξη του Ιράν σε μια περιφερειακή δύναμη ισχυρότερη απ’ ότι ήταν πριν, παρά τις καταστροφές που υπέστη ο στρατός του από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις.
Αυτό αναδεικνύεται και διπλωματικά, από τις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις του Ιράν στη διάρκεια του πολέμου (ενώ μάλιστα τους βομβάρδιζε) με τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο: Με το Κατάρ, προκειμένου να μη χτυπήσει τις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου του εμιράτου. Με το Ομάν πάνω σε ένα σχέδιο από κοινού ελέγχου των Στενών του Ορμούζ μετά τον πόλεμο -κάνοντας έξαλλο τον Τραμπ που απείλησε να βομβαρδίσει το Ομάν. Ακόμη και τα ΗΑΕ, η πιο φιλοαμερικανική και φιλοϊσραηλινή χώρα του Κόλπου, όπως ανακοίνωσε το ρόιτερς, έχουν ήδη δώσει 3 δις δολάρια και ετοιμάζονται να δώσουν συνολικά 10-20 δις. στο Ιράν, είτε από ιδίους πόρους είτε από την αποδέσμευση των ιρανικών πετρελαϊκών εσόδων που παραμένουν παγωμένα σε ξένες τράπεζες.
Ενδεικτική της βαθιάς κρίσης που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράν στις ΗΠΑ, ήταν η δήλωση του Τζο Κεντ, πρώην επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ, που παραιτήθηκε πριν από λίγους μήνες από την κυβέρνηση Τραμπ. Χαιρέτισε τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν προτείνοντας: «Να διακόψουμε κάθε στρατιωτική ή πληροφοριακή βοήθεια προς το Ισραήλ, καθώς εκείνοι εκμεταλλεύτηκαν κάθε ευκαιρία για να υπονομεύσουν τη συμφωνία και πιθανότατα θα το ξανακάνουν... Να αποσύρουμε διακριτικά τα στρατεύματά μας από τις βάσεις στον Κόλπο που βρίσκονται εντός εμβέλειας του Ιράν... Ας εξαλείψουμε κάθε παράγοντα που θα μπορούσε να μας αναγκάσει να επιστρέψουμε στον πόλεμο με τους όρους του Ισραήλ ή του Ιράν».
Η κρίση στην κυβέρνηση Τραμπ δεν ξεκίνησε από τα πάνω αλλά από τα κάτω. Η επερχόμενη τεράστια ήττα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού δεν έρχεται μόνο από τα «έξω» αλλά και από τα μέσα. Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία γιατί από τις πρώτες κιόλας μέρες του βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πλειοψηφία -πάνω από 65%- στις ίδιες τις ΗΠΑ που ήταν κατά του πολέμου.
Ο λόγος που υπήρξε τέτοια γρήγορη και μαζική αποδοκιμασία (σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους πολέμους στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν ή το Ιράκ που χρειάστηκαν χρόνια) έχει να κάνει με τις φοβερές μάχες που έχει δώσει το κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο διαμορφώνοντας για πρώτη φορά πλειοψηφικό ρεύμα στις ΗΠΑ εναντίον του Ισραήλ στο πλευρό της Παλαιστίνης.
Ο Τραμπ θέλει να ξεμπερδεύει με το Ιράν αλλά δεν μπορεί να κλείσει τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενάντια στον πόλεμο, την στήριξη του Ισραήλ, τον ρατσισμό, τον σεξισμό και τη φτώχεια που σπέρνει η διακυβέρνησή του.

28/2, Αντιπολεμική διαδήλωση στο Σαν Φρανσίσκο. Φωτό: Gustavo Heandez/KQED
Έξω τώρα από τον Λίβανο
Οι εξελίξεις βρίσκουν το Ισραήλ εξίσου αποδυναμωμένο με τις ΗΠΑ και σε βαθύτερη κρίση. Ο διακαής πόθος, όχι μόνο του Νετανιάχου αλλά ολόκληρου του σιωνιστικού μορφώματος, για ένα πόλεμο που θα έβγαζε νοκ άουτ το Ιράν, έγινε πράξη. Και αποτέλεσμα μηδέν. Η τεράστια στρατιωτική του μηχανή δεν μπόρεσε να νικήσει το Ιράν ούτε σε συνεργασία με τις ΗΠΑ. Αντιθέτως ο Τραμπ απέκλεισε το Ισραήλ από τις συνομιλίες για ένα μνημόνιο που αφορά και τον Λίβανο, αναδεικνύοντας το Ιράν ένα σκαλί πάνω από τον κύριο περιφερειακό του αντίπαλο στην περιοχή.
Σε μια αναμενόμενη κίνηση με στόχο να τινάξει για άλλη μια φορά τη συμφωνία στον αέρα, ο Νετανιάχου έδωσε εντολή την Κυριακή το πρωί να βομβαρδιστεί η Βηρυτός. Το Ιράν παρότι αρχικά ανακοίνωσε ότι θα απαντήσει στην παραβίαση της συμφωνίας, τελικά μετά και από μια δημόσια παράκληση του Τραμπ ανακοίνωσε ότι υπήρξε συμφωνία, όπως το ίδιο ανακοίνωσαν και οι ΗΠΑ και το συμβάν θεωρήθηκε λήξαν.
Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο Νετανιάχου δεν είχε προβεί ακόμη σε κάποια επίσημη δήλωση. Αλλά οι υπουργοί του όπως και οι εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης έκαναν δηλώσεις για «κακή συμφωνία», για «προδοσία των ΗΠΑ» -με τον Μπεν Γκβιρ και άλλους σκληροπυρηνικούς ναζισιωνιστές να «δείχνουν δόντια» δηλώνοντας ότι η συμφωνία δεν δεσμεύει το Ισραήλ ούτε για τον Λίβανο ούτε για το Ιράν. Σε κάθε περίπτωση, μια μεγάλη πολιτική κρίση είναι προ των πυλών στο Ισραήλ. Ενόψει και των επερχόμενων εκλογών το φθινόπωρο, ο Νετανιάχου θα έχει να ισορροπήσει ανάμεσα στις εντολές του Τραμπ και τις καταγγελίες αυτής της πτέρυγας σε περίπτωση πλήρους συμμόρφωσης με τον Τραμπ αλλά και όλων μαζί των σκληροπυρηνικών και «μετριοπαθών» γιατί «οδήγησε τη χώρα σε ήττα».
Σε αυτό το πλαίσιο ο Νετανιάχου, το πιο πιθανό, θα επιχειρήσει να εκτροχιάσει στη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων τις διαπραγματεύσεις και οποιαδήποτε συμφωνία συνεχίζοντας τις επιθέσεις στον Λίβανο. Εκεί, μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει σαφές (και ούτε πρόκειται να γίνει μέχρι την αναμενόμενη δημοσίευση του μνημονίου την Παρασκευή) αν η «κατάπαυση πυρός» θα συνοδεύεται από αποχώρηση του ισραηλινού στρατού ή αν το Ιράν έχει συναινέσει στην παραμονή του ισραηλινού στρατού στο νότιο τμήμα της χώρας.
Στον Λίβανο με πρωτοβουλία των ΗΠΑ τρέχει ήδη ένα παράλληλο σχέδιο που προβλέπει παραμονή του ισραηλινού στρατού στη χώρα, με προϋπόθεση τον αφοπλισμό και τη διάλυση της Χεζμπολάχ από τον λιβανέζικο στρατό, που στην ουσία σπρώχνει τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο. Πριν από δεκαπέντε μέρες, ο τέταρτος γύρος συνομιλιών του Ισραήλ και της «πρόθυμης» λιβανέζικης κυβέρνησης Αούν κατέληξε σε ανανέωση της «εκεχειρίας» μέσω της δημιουργίας «ζωνών ασφαλείας» εντός του Λιβάνου, της οποίας η εφαρμογή από το Ισραήλ θα εξαρτάται από την πλήρη παύση πυρών και αποχώρηση της Χεζμπολάχ από την περιοχή νότια του ποταμού Λιτάνι. Στην κοινή τους δήλωση αναφέρεται ότι «η ασφάλεια και ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας του Ισραήλ μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ και της διάλυσης των υποδομών της σε ολόκληρο τον Λίβανο».
Ήδη ο υπ. Άμυνας του Ισραήλ Κατζ δήλωσε μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν ότι «ο Νετανιάχου και εγώ ακολουθούμε μια σαφή πολιτική, βάσει της οποίας ο ισραηλινός στρατός θα παραμείνει στις ζώνες ασφαλείας στον Λίβανο, τη Συρία και τη Γάζα επ’ αόριστον για να προστατεύσει τα σύνορα και τις ισραηλινές κοινότητες από τζιχαντιστικά στοιχεία» και ότι «το Ισραήλ θα ανταποδώσει με πλήρη ισχύ, εάν η Ισλαμική Δημοκρατία του επιτεθεί σε απάντηση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του στον Λίβανο».
Από την διπλή ανακοίνωση της συμφωνίας και μετά, η Χεζμπολάχ σταμάτησε τις επιθέσεις εναντίον του Ισράηλ, πιθανά αναμένοντας τους όρους του μνημονίου χωρίς να έχει βγάλει επίσημη ανακοίνωση. Αλλά πάγια θέση της οργάνωσης, όπως εκφράστηκε πριν από δέκα μέρες και από τον ηγέτη της Ναΐμ Κασέμ είναι ότι «όσο το Ισραήλ παραμένει στο έδαφος του Λιβάνου, η αντίσταση θα συνεχιστεί».
Το ίδιο ακριβώς είναι το μήνυμα που εκπέμπουν και οι οργανώσεις της Παλαιστινιακής Αντίστασης από την Γάζα απέναντι στις απειλές του Ισραήλ να καταλάβει το 70% της Γάζας. Δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι δεν είναι διατεθειμένες να προχωρήσουν στη δεύτερη φάση της μόνο κατ’ όνομα «εκεχειρίας» Τραμπ, την πρώτη φάση της οποίας παραβιάζει ασταμάτητα το Ισραήλ δολοφονώντας καθημερινά και εμποδίζοντας τη λιγοστή βοήθεια να φτάσει στη Λωρίδα.
Αργά ή γρήγορα ο Τραμπ θα ξαναβρεθεί μπροστά σε νέα διλήμματα και δεν θα αφορούν μόνο την πρόοδο των διαπραγματεύσεων με το Ιράν πάνω στα πυρηνικά, τις αποζημιώσεις και την άρση των κυρώσεων αλλά τον Λίβανο και την Παλαιστίνη.

