Η Αριστερά
Ιδρυτική Συνδιάσκεψη ΛΑΕ: Αναζητώντας νέο πρόγραμμα
Στις 24-26 Ιούνη στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας θα πραγματοποιηθεί η Ιδρυτική Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Λαϊκής Ενότητας. Ήδη στο σάιτ της Λαϊκής Ενότητας μπορεί να βρει κανείς το Κείμενο Θέσεων και Προγραμματικών Κατευθύνσεων ενώ έχουν αρχίσει να δημοσιοποιούνται όλο και περισσότερες παρεμβάσεις μελών και ομαδοποιήσεων.
Σε κοινή τους παρέμβαση με τίτλο «Η ανάγκη μας βαθιάς τομής ιστορικά και πολιτικά», 52 μέλη της ΛΑΕ υποστηρίζουν ότι «ο προηγούμενος επαμφοτερισμός των ιδρυτών της, η έλλειψη γενναίας αυτοκριτικής για το παρελθόν, η ατολμία ξεκάθαρης προβολής ακόμη και των προγραμματικών της θέσεων και η ασάφεια κρίσιμων σημείων με υπεκφυγές, δεν την έβγαλε από την εικόνα της διαψευσμένης αφήγησης του ΣΥΡΙΖΑ» για να καταλήξουν στο συμπέρασμα: «Χωρίς νέο πρόγραμμα (όχι με τις εκδοχές ενός ξαναζεσταμένου προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ) … το μέλλον μας έχει τελειώσει».
Πρόκειται για ένα σωστό συμπέρασμα. Η Συνδιάσκεψη της ΛΑΕ για να λειτουργήσει προωθητικά μέσα στο εργατικό κίνημα και την Αριστερά είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσει πάνω σε άμεσα βασικά ζητήματα για μια εναλλακτική απέναντι στον «ρεαλισμό» της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ.
«Δεν θα πείσουμε εκτοξεύοντας εναντίον της ηγεσίας του όλα τα συνώνυμα της προδοσίας και του ξεπουλήματος», χρειάζεται «πεποίθηση, χτισμένη πάνω σε μια πειστική, εναλλακτική λύση απέναντι στη μνημονιακή τραγωδία- και έμπνευση που θα τροφοδοτείται από μια πρωτοποριακή αίσθηση του ιστορικού χρόνου» υποστηρίζει, σωστά, σε άρθρο του ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Όμως, διατυπώνοντας στη συνέχεια, τις δικές του προτάσεις, στην ουσία, αναπαράγει τις αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ:
Η ανάδειξη της «δικτατορίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, διεθνούς και ελληνικού» ως «πρωταρχικού εχθρού» δεν είναι μια καινούργια ιδέα. Είναι μια παραλλαγή της ιδέας που είδαμε να γίνεται κυρίαρχη μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη περίοδο: ότι δεν είναι «πρωταρχικό» να συγκρουστείς με τον καπιταλισμό, αλλά μόνο με ένα μέρος του, με την πλευρά του «πραγματικού σκανδάλου των συγχρόνων κοινωνιών», όπως το χαρακτηρίζει ο Π. Παπακωσταντίνου. Στην πράξη γνωρίζουμε σε τι κατέληξε αυτή η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν μόνο άραγε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο ή σύσσωμος ο σύγχρονος καπιταλισμός ντόπιος και διεθνής που έδωσε τα ρέστα του στο Δημοψήφισμα του περασμένου Ιουλίου υπέρ του «Ναι»;
Λάθος αίτημα
Στη συνέχεια ο αρθογράφος επιμένει στην παλαιότερη τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ για «διαγραφή μεγαλύτερου μέρους του χρέους» -και όχι ολόκληρου. Είναι ένα λάθος αίτημα γιατί ανοίγει αυτόματα την πόρτα στην «διαπραγμάτευση» προκειμένου να εντοπισθεί το «μεγαλύτερο μέρος». Και ξέρουμε που κατέληξε μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, στην αρχή στο 5% του Σταθάκη, και τώρα στο απόλυτο μηδέν.
Μια επόμενη ιδέα που προβάλει είναι η «ανάκτηση της εθνικής- λαϊκής κυριαρχίας», θεωρώντας όχι «γόνιμη τη διαμάχη αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στον διεθνισμό και τον πατριωτισμό». Είναι μια λάθος τοποθέτηση, γιατί ιδιαίτερα σε περιόδους σαν τη σημερινή αυτά τα ζητήματα δεν τίθενται αφηρημένα, αλλά πολύ συγκεκριμένα σε ένα κλίμα γενικευμένης κρίσης και πολεμικών ανταγωνισμών μέσα στη γειτονιά μας, στην οποία η ελληνική άρχουσα τάξη παίζει τα πιο βρώμικα παιχνίδια στο όνομα ακριβώς της ίδιας «εθνικής κυριαρχίας».
Εξίσου λάθος είναι η τοποθέτηση του Π. Παπακωνσταντίνου, για «ρήξη με το ευρώ και ανυπακοή στην ΕΕ» επιχειρηματολογώντας ότι «αν είναι να φύγουμε αμέσως από την Ε.Ε., δεν έχει καν νόημα να μιλάμε για το νόμισμα» και ότι «μια μαξιμαλιστική λογική δεν κατανοεί τη σημασία να κερδίσουμε ζωτικής σημασίας χρόνο».
Πόσο απέχει άραγε αυτή η ιδέα –και που κατέληξαν- ανάλογες «μινιμαλιστικές» τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όπως το «καμιά θυσία για το ευρώ»; Πόσο προωθητικό είναι να συνοδεύεται από προτάσεις για ένα νέο «δημοψήφισμα για την έξοδο από την Ε.Ε», όταν μάλιστα δεν επιχειρηματολογείται ευθαρσώς και από την αρχή η ανάγκη αυτής της εξόδου; Πόσο λάθος είναι να κληθεί Αύριο η εργατική τάξη και ο λαός να απαντήσει δεύτερη φορά σε ένα ερώτημα που ακόμη δεν τολμάει να απαντήσει Σήμερα η ίδια η ΛΑΕ;
«Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένας μακροσκελής κατάλογος μαξιμαλιστικών, συνδικαλιστικού τύπου εξαγγελιών (για αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, φιλολαϊκή φορολογία κλπ) αλλά τις αδρές γραμμές ενός μεγάλου σχεδίου παραγωγικού μετασχηματισμού» αναφέρει πιο κάτω ο Π. Παπακωνσταντίνου. Η αποκήρυξη του “μαξιμαλισμού” για χάρη των “αδρών γραμμών ενός σχεδίου” ποτέ δεν βοήθησε την Αριστερά να συνδεθεί με τους αγώνες και να εμπνεύσει την εργατική τάξη.

