Ιστορία
70 χρόνια από την δολοφονία του Ανδρέα Νιν: Mαχητής της Eπανάστασης

Bαρκελώνη 1936

Γράφει o Αντι Nτέργκαν από την Bαρκελώνη 

Ο Αντρέας Νιν, ένας νεαρός δάσκαλος, μπήκε στην CNT τον Δεκέμβρη του 1919 όταν έκανε το συνέδριό της. Ο Νιν προηγουμένως ήταν μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, από το 1913, και είχε γίνει ένας από τους πιο αποτελεσματικούς προπαγανδιστές του στην πατρίδα του την Καταλονία. Στη διάρκεια αυτού του συνεδρίου της συνομοσπονδίας, ο Νιν ήταν ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές της ένταξής της στη νέα Κομμουνιστική Διεθνή. 

Η απογοήτευση με τη δειλία των ηγεσιών του εργατικού κινήματος που επανειλημμένα επαναλαμβάνουν ότι το κοινοβούλιο είναι το καθοριστικό επίπεδο όπου επιτυγχάνεται η αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι κάτι το καινούργιο. Στην περίοδο πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στα σοσιαλιστικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής κυριαρχούσε η πολιτική της απόσπασης βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων μέσα από το κοινοβούλιο. 

Όμως, μια ολόκληρη γενιά των καλύτερων μαχητών της εργατικής τάξης αντιδρούσε σε αυτή τη στρατηγική. Αντιπαρέθεταν σ’ αυτήν την επιθετική οργάνωση της ταξικής πάλης, με κέντρο τη συλλογική οργάνωση στους χώρους δουλειάς και τα συνδικάτα. Το ρεύμα αυτών των ακτιβιστών πήρε το όνομα «συνδικαλισμός». Πολλοί από αυτούς κερδίθηκαν στις επαναστατικές σοσιαλιστικές ιδέες μετά την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. 

Ένα από τα «κάστρα» του συνδικαλίστικου ρεύματος ήταν η Βαρκελώνη, η πρωτεύουσα της Καταλωνίας. Η CNT, μια επαναστατική συνδικαλιστική συνομοσπονδία που στην ηγεσία της είχε αναρχοσυνδικαλιστές απέχτησε βαθιές ρίζεςσε μια πόλη που εκβιομηχανιζόταν ταχύτατα. 

 Στη Βαρκελώνη οι απεργίες έπαιρναν τη μορφή χιονοστιβάδας και οι εργοδότες μίσθωναν μπράβους για να δολοφονούν αγωνιστές του συνδικάτου. Ο Νιν έγινε γενικός γραμματέας της CNT το 1921 όταν οι παλιότεροι ηγέτες της είχαν είτε φυλακιστεί είτε δολοφονηθεί. 

Εκείνη τη χρονιά ο Νιν πήγε στη Μόσχα για να αντιπροσωπεύσει τη Συνομοσπονδία της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων (RILU). Ο Νιν παρέμεινε στη Μόσχα, γιατί δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ισπανία όπου καταζητούνταν με βάση τη ψευδή κατηγορία ότι οργάνωσε τη δολοφονία του Εντουάρντο Ντάτο. Εγινε ένας από τους οργανωτές της RILU η οποία συσπείρωνε εκατομμύρια συνδικαλισμένους εργάτες σε όλο το κόσμο. 

Τα χρόνια της παραμονής στη Ρωσία ήταν καθοριστικά για την πολιτική διαμόρφωση του Νιν. Συνεργάστηκε στενά με πολλές από τις ηγετικές φυσιογνωμίες των μπολσεβίκων, έγινε μέλος του Ρώσικου Κομμουνιστικού Κόμματος και εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στο σοβιέτ της Μόσχας. 

Ο Νιν κατάλαβε ότι παρόλο που η δουλειά στα συνδικάτα είναι ζωτικής σημασίας, χρειάζεται και η ξεχωριστή πολιτική οργάνωση που θα επιχειρηματολογεί υπέρ του επαναστατικού δρόμου για την αλλαγή της κοινωνίας. Οι επαναστάτες χρειάζεται να συσπειρώνουν τη μειοψηφία των εργατών που υιοθετούν αυτή την ιδέα έτσι ώστε να κερδίσουν την πλειοψηφία της τάξης τους σε αυτή την προοπτική στην περίοδο που οι αγώνες θα κορυφώνονται. 

Ο Νιν, όπως και πολλοί άλλοι σύντροφοί του, ανησυχούσε για τη γραφειοκρατικοποίηση του σοβιετικού καθεστώτος που προκλήθηκε από την αποτυχία της εξάπλωσης της επανάστασης σε άλλες χώρες όπως έλπιζαν ο Λένιν και ο Τρότσκι. Η απομόνωση της Ρωσίας ήταν ο παράγοντας που έφερε τον Στάλιν στην εξουσία. Από κει και πέρα, τα ρώσικα κρατικά συμφέροντα έπαιρναν όλο και μεγαλύτερη προτεραιότητα απέναντι στην παγκόσμια επανάσταση. 

Το 1926 ο Νιν μπήκε στην Αριστερή Αντιπολίτευση του Τρότσκι. Το αποτέλεσμα ήταν να ξηλωθεί από την ηγεσία της RILU, να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό και τελικά να απελαθεί από τη Ρωσία το 1930.

Στην Ισπανία ο Νιν ρίχτηκε στο χτίσιμο μιας τροτσκιστικής οργάνωσης, της Κομμουνιστικής Αριστεράς. Εγραψε για το εθνικό ζήτημα. Το ισπανικό κράτος συμπεριλάμβανε διάφορα έθνη όπως οι Καταλανοί και οι Βάσκοι που ήθελαν να απαλλαγούν από τον συγκεντρωτικό έλεγχο της Μαδρίτης. Ο Νιν αντιμετώπιζε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ως εν δυνάμει συμμάχους της εργατικής τάξης. Αυτό τον έφερνε σε αντίθεση με τον συντηρητισμό ενός μεγάλου τμήματος του εργατικού κινήματος της Ισπανίας που ταυτίζονταν με τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του ισπανικού κράτους. 

Σοσιαλισμός

Το 1931 ένα μαζικό κίνημα σάρωσε τη δικτατορία και τη μοναρχία. Ο Νιν ανέλυσε το χαρακτήρα αυτής της επανάστασης υποστηρίζοντας ότι η Δημοκρατία που αντικατέστησε την μοναρχία ήταν ανίκανη να ικανοποιήσει τα αιτήματα των εργατών για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Υποστήριξε ότι μόνο η εργατική τάξη μπορεί να ολοκληρώσει τη δημοκρατική επανάσταση περνώντας κατευθείαν στο σοσιαλισμό. 

Ομως, από ένα σημείο και μετά εμφανίστηκαν όλο και μεγαλύτερες διαφωνίες ανάμεσα στον Νιν και τον Τρότσκι. Ο Νιν προτιμούσε τον προσανατολισμό σε μια άλλη κομμουνιστική οργάνωση στην Καταλονία, το Μπλοκ Εργατών και Αγροτών (BOC). Ο Τρότσκι συμβούλευε την Κομμουνιστική Αριστερά να μπει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και να δουλέψει μαζί με τη ριζοσπαστική αριστερή πτέρυγά του που είχε εμφανιστεί. 

Η Κομμουνιστική Αριστερά και το BOC ενώθηκαν σε ένα νέο κόμμα το POUM (Εργατικό Κόμμα της Μαρξιστικής Ενοποίησης), για να προσφέρουν μια εναλλακτική λύση απέναντι τόσο στην αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος όσο και στην CNT. Στην πραγματικότητα το νέο κόμμα μοιράζονταν πολλά κοινά με τους τροτσκιστές. Υπεράσπιζε την παγκόσμια επανάσταση και την εργατική δημοκρατία. Ηταν ξεκάθαρα αντισταλινικό. 

Επίσης το POUM ήταν αντίθετο στη στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου του ισπανικού ΚΚ, μια στρατηγική συμμαχιών με καπιταλιστικά κόμματα και στην προσπάθεια να περιοριστεί η επανάσταση στα όρια της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Το POUM υπεράσπιζε την ανάγκη το εργατικό κίνημα να διατηρήσει την οργανωτική και ιδεολογική του ανεξαρτησία. 

Παρόλα αυτά, στις εκλογές του 1936 το POUM υποστήριξε το συνασπισμό του Λαϊκού Μετώπου που αποτελούνταν από τους Σοσιαλιστές, τους Κομμουνιστές και μικρά αστικά δημοκρατικά κόμματα. Η υποστήριξη δόθηκε για να απελευθερωθούν οι πολιτικοί κρατούμενοι και για να «ηττηθεί η δεξιά στις κάλπες». Παρά τις συνεχείς κριτικές του POUM στο Λαϊκό Μέτωπο, ο Τρότσκι καταδίκασε αυτή την απόφαση του POUM επισημαίνοντας ότι θα το οδηγήσει σε πολιτικό κομφούζιο.  

Ο Νιν έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του Ιούλη του 1936 ενάντια στο φασιστικό πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο. Οι εργάτες και οι αγρότες ξεσηκώθηκαν. Η επανάσταση απλώνονταν με τη γη και τα εργοστάσια να περνάνε στα χέρια των εργατών και των αγροτών. Ο Φράνκο ξεκίνησε τον εμφύλιο πόλεμο. 

Παρόλο που το POUM βρέθηκε στο κέντρο των εξελίξεων παρέμεινε μια μειοψηφική δύναμη στο κέντρο της επανάστασης, την Καταλονία, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας ήταν ακόμα πιο αδύνατο. Το δίλημμα του POUM, το οποίο δεν κατάφερε ποτέ να απαντήσει, ήταν το πώς θα μπορούσε να κερδίσει την CNT ή έστω ένα τμήμα της στον σκοπό της «ολοκλήρωσης της επανάστασης». 

Αυτός ο σκοπός σήμαινε την εδραίωση της εξουσίας των κολλεκτίβων στα εργοστάσια και την ύπαιθρο και των πολιτοφυλακών που τις υπεράσπιζαν. Σήμαινε τη δημιουργία ενός επαναστατικού και δημοκρατικού κράτους. Ομως, οι αναρχικοί καταδίκαζαν κάθε κράτος και αρνούνταν την ιδέα της κατάληψης της εξουσίας. Οταν βρέθηκε μπροστά στα πρακτικά καθήκοντα της οργάνωσης του πολέμου η CNT ουσιαστικά κατέληξε να συνεργάζεται στην ανοικοδόμηση της διαλυμένης κρατικής μηχανής. 

Το POUM δεν ήταν έτοιμο να τα σπάσει με την ηγεσία της CNT και την ακολούθησε στην κυβέρνηση της Καταλονίας τον Οκτώβρη του 1936. Ο Νιν έγινε υπουργός Δικαιοσύνης. Το POUM δικαιολόγησε αυτή την κίνηση υποστηρίζοντας ότι η νέα κυβέρνηση είχε μια εργατική πλειοψηφία και ένα επαναστατικό οικονομικό πρόγραμμα που το είχε γράψει ο Νιν. Ομως, σε αυτή την πλειοψηφία ήταν και το Κομμουνιστικό Κόμμα που, όπως ο Στάλιν, ήταν αντίθετο στην επανάσταση. 

Ο Νιν μπόρεσε να εισάγει κάποιες μεταρρυθμίσεις, όπως ένα νέο σύστημα επαναστατικής δικαιοσύνης και νέα δικαιώματα για τους νέους και τις γυναίκες. Ομως τέτοιες μεταρρυθμίσεις είχαν μικρό αντίκρυσμα, αφού η κυβέρνηση υπονόμευε την δύναμη της επανάστασης στους δρόμους στα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Οι τοπικές επαναστατικές επιτροπές αντικαταστάθηκαν από δημοτικά συμβούλια και η διαδικασία της κολεκτιβοποίησης μπήκε κάτω από το σκληρό χαλινάρι του «θεσμικού ελέγχου» της κυβέρνησης. 

Συμμαχίες

Το Κομμουνιστικό Κόμμα μεγάλωνε με ραγδαίους ρυθμούς. Είχε τη στήριξη της Ρωσίας, της μόνης μεγάλης δύναμης που ήταν έτοιμη να στείλει όπλα στη Δημοκρατία. Ομως, η Ρωσία ήταν αντίθετη σε μια επανάσταση που δεν έλεγχε και που μπορούσε να διαταράξει τις ευκαιρίες για συμμαχία με την Γαλλία και τη Βρετανία ενάντια στη ναζιστική Γερμανία. 

Οι επιθέσεις του POUM στα πογκρόμ των παλιών μπολσεβίκων στη Ρωσία προκάλεσαν την οργή του Στάλιν. Το POUM αποκηρυσσόταν ως «τροτσκιστοφασίστες». Οι σταλινικοί έλεγαν ότι ο Νιν «δεν είχε δουλέψει ποτέ» και ότι «ήταν πάντοτε πληρωμένος πράκτορας του Χίτλερ». Αυτές οι συκοφαντίες προετοίμαζαν το έδαφος για την αντεπανάσταση. 

Το Δεκέμβρη του 1936 ο Νιν διώχτηκε από την καταλάνικη κυβέρνηση ύστερα από πιέσεις του Ρώσου πρόξενου. Οι πολιτοφυλακές του POUM δεν ανεφοδιάζονταν. Η οργάνωσή του στη Μαδρίτη κηρύχτηκε εκτός νόμου και τα μέλη του δέχονταν συνεχείς επιθέσεις. 

Αυτή η κατάσταση κορυφώθηκε το Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη, όταν ξέσπασαν οδομαχίες ανάμεσα στις δυνάμεις που έλεγχαν οι σταλινικοί και στις πολιτοφυλακές της CNT και του POUM. Η CNT έκανε πίσω, ανοίγοντας το δρόμο για την ανατροπή και των τελευταίων κατακτήσεων της επανάστασης που είχαν απομείνει. 

Το POUM κατηγορήθηκε ότι οργάνωσε ένα «φασιστικό πραξικόπημα» και κηρύχτηκε εκτός νόμου. Ο Νιν απήχθη από την αστυνομία και πράκτορες των ρώσικων μυστικών υπηρεσιών. Οδηγήθηκε σε μια μυστική φυλακή στη Μαδρίτη και βασανίστηκε για να «ομολογήσει» ότι ήταν «πράκτορας των φασιστών». Αφού δεν μπόρεσαν να του αποσπάσουν αυτή την ομολογία οι απαγωγείς του τον δολοφόνησαν. 

Δεκάδες μέλη του POUM και άλλοι επαναστάτες είχαν την ίδια τύχη και εκατοντάδες ακόμα φυλακίστηκαν. Με την επανάσταση τσακισμένη, η Δημοκρατία προσπάθησε να συνεχίσει τον πόλεμο χρησιμοποιώντας «ορθόδοξες» πολεμικές τακτικές και διακηρύσσοντας ότι υπερασπίζει την αστική νομιμότητα. 

Ομως, χωρίς τον επαναστατικό ενθουσιασμό των πρώτων μηνών, η πολεμική προσπάθεια ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Η μοίρα του Αντρέα Νιν έγινε το σύμβολο της τρομερής μοίρας των εργατών και των αγροτών της Ισπανίας μετά τη νίκη του Φράνκο.