Σήμερα, επτάμισι χρόνια μετά το "Καστελόριζο" και την επιβολή του πρώτου "Μνημονίου" είναι πλέον σχεδόν ομόφωνα αποδεκτό ότι το "ελληνικό πρόγραμμα" είχε σαν πρωταρχικό στόχο την διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (που είχαν μεγάλη έκθεση στο ελληνικό χρέος) και όχι της ελληνικής οικονομίας. Από τα δισεκατομμύρια που έχει πάρει μέχρι τώρα η Ελλάδα στα πλαίσια των "προγραμμάτων διάσωσης" μόνο ένα ελάχιστο κομμάτι έχει χρησιμοποιηθεί για να καλυφθούν τα ελλείμματα των προϋπολογισμών. Ο κύριος όγκος επέστρεφε κάθε φορά κατευθείαν πίσω στις πρωτεύουσες της Ευρώπης για να σιφωνιστεί από εκεί στα ταμεία των τραπεζών.
Έξοδος με τα μάτια στραμμένα στις τράπεζες
Τώρα κυβέρνηση και δανειστές προετοιμάζονται για την "τελική έξοδο". Το Αύγουστο του 2018 το τρίτο "ελληνικό πρόγραμμα" (αυτό που υπέγραψε η κυβέρνηση του Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015) λήγει. Η Ελλάδα θέλει-δε-θέλει θα είναι αναγκασμένη να στηριχτεί πλέον αποκλειστικά στις αγορές αφού πολιτικά είναι πλέον σχεδόν αδύνατο (ακόμα και αν ήθελαν οι κυβερνήσεις) να εγκριθεί κάποιο νέο πρόγραμμα από τα κοινοβούλια της Ευρώπης. "Οι αντοχές, τόσο της ίδιας της Ελλάδας όσο και των δανειστών, έχουν, μετά από επτά χρόνια απανωτών διαπραγματεύσεων, εξαντληθεί" γράφει το πρακτορείο Bloomberg. "Δεν υπάρχει πολιτική βούληση για άλλο πρόγραμμα ούτε στην Αθήνα ούτε μεταξύ των πιστωτών...". Αλλά και τώρα το κύριο μέλημα των "εταίρων" μας στα σχέδιά τους για την "τελική έξοδο" είναι ένα: να μην αποσταθεροποιήσουν το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Το ελληνικό χρέος ήταν ένα από τα προβλήματα που απειλούσαν τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες το 2010 -και με κανένα τρόπο το μεγαλύτερο. Αλλά η Ελλάδα ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Το ίδιο ισχύει και σήμερα: ένα "υγιές" ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα θα μπορούσε ίσως να αντιμετωπίσει με σχετική ευκολία τους κλυδωνισμούς από κάποιο ελληνικό "ατύχημα". Αλλά το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα μόνο υγιές δεν είναι. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει: δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού. Και αυτό είναι κάτι που ακόμα και τα ίδια τους τα επιτελεία αναγκάζονται ξανά και ξανά να παραδεχτούν.
Στα τέλη του Σεπτέμβρη έδωσε στην δημοσιότητα μια μελέτη της για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας η Deutsche Bank, η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας και της Ευρωζώνης σήμερα. Η μελέτη κατονόμαζε 11 παράγοντες που απειλούν να οδηγήσουν στην επόμενη "οικονομική κρίση". Στην πρώτη σειρά του καταλόγου βρίσκεται η Ιταλία. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του πρακτορείου Reuters:
"Η ιταλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να ξοδέψει πάνω από 20 δισεκατομμύρια Ευρώ τη φετινή χρονιά για να στηρίξει τον τραπεζικό τομέα. Διέσωσε με 5,4 δις την τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας, την Monte dei Paschi di Siena και έδωσε δισεκατομμύρια ευρώ για εγγυήσεις καθώς εκκαθάριζε δυο μεγάλες τράπεζες στην περιοχή του Βενέτο".
Κόκκινα δάνεια
Το νούμερο ένα πρόβλημα των ιταλικών τραπεζών είναι τα κόκκινα δάνεια που ξεπερνούσαν τον Ιούνη τα 350 δισεκατομμύρια Ευρώ -ένα νούμερο που αντιστοιχεί περίπου στο 20% του ΑΕΠ. Μέσα στους μήνες που έχουν μεσολαβήσει από τότε, οι τράπεζες έχουν καταφέρει να "ξεφορτωθούν" μη εξυπηρετούμενα δάνεια αξίας περίπου 50 δις -εισπράττοντας τα συγχαρητήρια της Κομισιόν. Αλλά το πρόβλημα κάθε άλλο παρά έχει λυθεί:
"Η Ιταλία είναι η δεύτερη πιο υπερχρεωμένη χώρα της Ευρωζώνης", γράφει η βρετανική οικονομική εφημερίδα Business Insider. "Και κατά πάσα πιθανότητα η μεγαλύτερη απειλή για το μπλοκ του κοινού νομίσματος". Το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ (μόνο η Ελλάδα την ξεπερνάει) ενώ τα ελλείμματα εξακολουθούν να ρουφάνε το 2,5% του ΑΕΠ. Η Ιταλία ξοδεύει για την εξυπηρέτηση του χρέους της περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας). Η Ιταλία είναι η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. "Αν εκραγεί", συνεχίζει το Business Insider, "τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα από αυτά που είδαμε στην περίπτωση της Ελλάδας". Ακόμα χειρότερα, τα κόκκινα δάνεια δεν είναι με κανένα τρόπο ιταλική ιδιαιτερότητα. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης είναι σήμερα (με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς) φορτωμένη με μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψος τουλάχιστον 850 δις Ευρώ.
Επιτόκια, ποσοτική χαλάρωση
Ένας δεύτερος μεγάλος κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία προέρχεται, σύμφωνα με τη μελέτη της Deutsche Bank, από αυτό που η ίδια ονομάζει "η Μεγάλη Αποκλιμάκωση" - το τέλος της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης και των μηδενικών (ή και αρνητικών σε κάποιες περιπτώσεις) επιτοκίων που ακολουθούν οι κεντρικές τράπεζες εδώ και μια δεκαετία.
Η Fed (η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) έχει αρχίσει από το τέλος της περασμένης χρονιάς να ανεβάζει τα επιτόκια, η ΕΚΤ μειώνει σταδιακά το μηνιαίο ύψος της ποσοτικής χαλάρωσης (από τα 80 δις στην αρχή του προγράμματος έχει περιοριστεί στα 30 σήμερα) και η Τράπεζα της Αγγλίας αναμένεται να προχωρήσει στις 2 Νοεμβρίου στην πρώτη της αύξηση επιτοκίων μετά από μια δεκαετία.
"Η Μεγάλη Αποκλιμάκωση είναι ένα ταξίδι στο άγνωστο", γράφει ο Jim Raid, ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας της Deutsche Bank. "Η ιστορία διδάσκει ότι η κίνηση θα έχει σημαντικές συνέπειες ιδιαίτερα λόγω των αυξημένων διεθνώς τιμών πολλών κεφαλαιουχικών στοιχείων... Ακόμα και αν φρενάρει, είτε γιατί οι τραπεζίτες φοβηθούν είτε γιατί η οικονομία αδυνατίσει αιφνιδιαστικά, θα εξακολουθήσουμε να βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή διεθνή κατάσταση η οποία θα κάνει το πιστωτικό σύστημα εγγενώς ασταθές...".
Οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν επίγνωση των κινδύνων. Αλλά δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Η συνέχιση της πολιτικής του εύκολου και φτηνού χρήματος (για τους πλούσιους φυσικά γιατί για τους φτωχούς ούτε εύκολο ούτε φτηνό ήταν ποτέ) έχει φτάσει στα όριά της. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει το οπλοστάσιό τους. Τα χαμηλά επιτόκια δεν αφήνουν περιθώρια για κάποια νέα επιθετική μείωση. Η ποσοτική χαλάρωση έχει δημιουργήσει νέες φούσκες ενώ η επίδρασή της πάνω στην πραγματική οικονομία είναι ολοένα και πιο μικρή. Τα δημόσια ελλείμματα ανεβαίνουν. Αν τα πράγματα πάνε στραβά θα είναι κατά πάσα πιθανότητα τελείως ανήμπορες να απαντήσουν.
Αποσταθεροποίηση
Η Ελλάδα αντιπροσωπεύει, σε επίπεδο ΑΕΠ, μόλις το 2% της Ευρωζώνης. Αλλά μέσα σε αυτές τις συνθήκες της αστάθειας, το τελευταίο που θα ήθελαν οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης (και όχι μόνο της Ευρώπης) είναι ένα νέο "ελληνικό δράμα". Για αυτό βιάζονται να κλείσουν την Τρίτη Αξιολόγηση. Αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολα.
Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι το τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας είναι "θωρακισμένο". Πρόκειται για παραμύθι. Αν τα "κόκκινα δάνεια" της Ιταλίας είναι ωρολογιακή βόμβα, τα "κόκκινα δάνεια" που κουβαλάνε οι τέσσερις εληνικές συστημικές τράπεζες είναι, τηρουμένων των αναλογιών, βόμβα υδρογόνου: στην Ιταλία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αντιπροσωπεύουν το 20% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα πάνω από το 50% του ΑΕΠ. Η αξία των "κόκκινων δανείων" είναι περίπου ίση με την αξία των καταθέσεων -πράγμα που σημαίνει ότι όλα σχεδόν τα χρήματα των καταθετών έχουν επενδυθεί σε πιστώσεις που δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθούν.
Ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα για το κλείσιμο της αξιολόγησης είναι η μείωση των ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μέσα από την επιτάχυνση των πλειστηριασμών από τη μια και την πώληση των δανείων σε κακόφημα "ταμεία γύπες" (η Eurobank πούλησε ένα πρώτο πακέτο χρεών από πιστωτικές κάρτες και προσωπικά δάνεια στο 3% της ονομαστικής τους αξίας...). Αλλά ακόμα και η πιο επιθετική πολιτική "ξεφορτώματος" των κόκκινων δανείων δεν πρόκειται να σώσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα -σύμφωνα με το ΔΝΤ τουλάχιστον. Οι ελληνικές τράπεζες χρειάζονται μια ακόμα ανακεφαλαιοποίηση -αξίας τουλάχιστον 10 δις- για να εξυγιανθούν, λέει το Ταμείο.
Αλλά η ανακεφαλαιοποίηση έχει τεράστιες δυσκολίες. Πρώτον, οι νέοι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπουν την ανακεφαλαιοποίηση με δημόσιο χρήμα μόνο εφόσον έχει προηγηθεί "κούρεμα" των καταθέσεων -κάτι που θα έχει τρομαχτικές συνέπειες για όλη την οικονομία. Δεύτερον, η κυβέρνηση χρειάζεται αυτά τα 10 δις σαν "μαξιλάρι" ασφαλείας στην (αναγκαστική πλέον) έξοδο προς τις αγορές. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, με άλλα λόγια.
Η κρίση δεν είναι πίσω μας. Είναι μπροστά μας. Οι άρχουσες τάξεις δεν έχουν διέξοδο. Οι "λύσεις" τους δεν είναι τίποτα άλλο από τυφλές επιθέσεις ενάντια στους εργάτες και τους φτωχούς. Το μόνο που καταφέρνουν, όμως, είναι να γίνονται ολοένα και πιο απεχθείς και μισητοί στα μάτια των απλών ανθρώπων -στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας δηλαδή.

