Οικονομία και Πολιτική
Η «δεξιά πολυκατοικία» θέλει γκρέμισμα

Όταν το 2015 ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλεγόταν πρόεδρος στις εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας, αυτό μεταφραζόταν από τους πολιτικούς αναλυτές σαν μια νίκη του νεοφιλελεύθερου τμήματος της δεξιάς απέναντι στην ακροδεξιά που εξέφραζε ο Αδωνης και ο Τζιτζικώστας και την «κεντροδεξιά» των καραμανλικών που στήριξαν τον Μεϊμαράκη. 

Τρία χρόνια αργότερα, ο Μητσοτάκης έχει ξεπεράσει από τα δεξιά ακόμα και την ίδια την κυβέρνηση Σαμαρά, και όχι μόνο στο επίπεδο των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων που άλλωστε ήταν αναμενόμενες από τον υπουργό απολύσεων εκείνης της κυβέρνησης. Φαινομενικά μοιάζει παράδοξο. Ο Μητσοτάκης κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για «εθνική μειοδοσία» στο μακεδονικό (καλύπτοντας τα εθνικιστικά συλλαλητήρια και δίνοντας χώρο στα φασιστικά τάγματα εφόδου να κάνουν επιθέσεις στους δρόμους της Θεσσαλονίκης) γιατί υλοποιεί την «εθνική γραμμή» που χάραξε η ίδια η ΝΔ πάνω στο ζήτημα - ερχόμενος σε αντίθεση με το ευρύτερο συμφέρον του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και την πολιτική του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που παραδοσιακά το κόμμα του και η οικογένειά του υπηρετούν.

Ένα πρώτο σχόλιο είναι ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ούτε μια στο εκατομμύριο, αν η ΝΔ έρθει στην κυβέρνηση να αμφισβητήσει τα όποια κεκτημένα για τον ελληνικό καπιταλισμό (σε μνημόνια και τα λεγόμενα «εθνικά θέματα») θα έχει “πετύχει” η τωρινή κυβέρνηση. Όπως ακριβώς ο ολίγον «αντιμνημονιακός» Σαμαράς ευθυγραμμίστηκε το 2011 με τα συμφέροντα των «εταίρων» και της ελληνικής άρχουσας τάξης, έτσι ακριβώς θα πράξει, όταν έλθει η ώρα, και ο Μητσοτάκης. 

Το πρόβλημα του Μητσοτάκη είναι το πώς θα έλθει εκείνη η ώρα. Τα «συλλαλητήρια» που προσπάθησε πέρσι να οργανώσει η ΝΔ στο Σύνταγμα για να «φύγει» η κυβέρνηση πήγαν άπατα. Πού να βρει «λαϊκό έρεισμα» όταν όλοι γνωρίζουν ότι η ΝΔ ασκεί κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν προχωράει τις επιθέσεις όσο βαθιά και όσο γρήγορα θέλουν οι εταίροι, οι αγορές και ο ΣΕΒ; 

Χαρτί εθνικισμού

Έτσι ο Μητσοτάκης και μαζί του όλη η ΝΔ παίζει τώρα το χαρτί του εθνικισμού αγκαλιάζοντας την ακροδεξιά μέσα κι έξω από το κόμμα του, σε μια νέα απόπειρα να αλλάξει το κλίμα. Προτεραιότητά του, έχοντας και την υποστήριξη μέρους της άρχουσας τάξης, είναι με το όχημα του εθνικισμού και του ρατσισμού να τσακίσει την ριζοσπαστικοποίηση και την αριστερή στροφή που αναδείχτηκε μέσα στους σκληρούς ταξικούς αγώνες τα χρόνια των μνημονίων ώστε αν καταφέρει να κερδίσει τις εκλογές να μπορέσει να έχει μια όσο γίνεται σταθερή κυβέρνηση. 

Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο στην ιστορία της Νέας Δημοκρατίας. Το 1992, η ΝΔ υπό την ηγεσία του πατέρα Μητσοτάκη είχε παίξει ξανά το χαρτί του εθνικισμού με το μακεδονικό βάζοντας όλη την κρατική μηχανή να οργανώνει συλλαλητήρια μαζί με τους Άνθιμους, πιστεύοντας ότι έτσι θα γυρίσει το κλίμα που είχαν δημιουργήσει οι καταλήψεις, η δολοφονία Τεμπονέρα και οι μεγάλοι εργατικοί αγώνες εκείνης της περιόδου. Ήταν σε αυτά τα συλλαλητήρια που η Χρυσή Αυγή κατέβασε πρώτη φορά τα τάγματα εφόδου στους δρόμους ενώ, όπως έγραφε στο βιβλίο του, ο υπαρχηγός τότε του Μιχαλολιάκου, Κουσουμβρής, τα ψηφοδέλτιά της τυπωνόνταν σε γραφείο «μεγάλου κόμματος». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατέρρευσε το 1993, αλλά πέτυχε να βγάλει από τους υπονόμους τους φασίστες και να διασπαστεί προς τα δεξιά με τη δημιουργία της Πολιτικής Άνοιξης του Σαμαρά που αποχώρησε.

Το 1996 η προσπάθεια του επόμενου προέδρου της, του Έβερτ, να κατηγορήσει για μειοδοσία τον Σημίτη επειδή δεν έφτασε στον πόλεμο με την Τουρκία μετά τα Ίμια, όχι μόνο δεν γύρισε το κλίμα για τη ΝΔ που θα περίμενε οκτώ χρόνια ακόμη για να δει κυβέρνηση, αλλά αποθράσυνε τους φασίστες που βρήκαν την ευκαιρία να βγουν ξανά στους δρόμους (δολοφονική επίθεση στον Δ. Κουσουρή το 1998). Ήταν εκείνη η περίοδος που ο Καρατζαφέρης, σαν βουλευτής ακόμη της ΝΔ, καλούσε τα «παιδιά της Χ.Α να πάρουν ένα υπουργείο σε μια κυβέρνηση της δεξιάς».

Το 2004 η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές με τον Κώστα Καραμανλή να υιοθετεί το προφίλ του «κεντρώου» και συναινετικού. Όταν όμως, οι «μεταρρυθμίσεις» του βρέθηκαν αντιμέτωπες με καταλήψεις και απεργίες διαρκείας, άρχισε να παίζει τα χαρτιά του «νόμου και της τάξης», του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας. Σε αυτό το κλίμα, στις εκλογές του 2007 το «ορθόδοξο» ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, που από το 2000 είχε αποχωρήσει από τη ΝΔ, πέτυχε να συσπειρώσει ανοιχτούς φασίστες, ακροδεξιούς και ό, τι πιο αντιδραστικό, και να μπει στη Βουλή - ανάμεσά τους τον «φασίστα με το τσεκούρι» και ιδρυτή του Ελληνικού Μετώπου Βορίδη, τον Άδωνη Γεωργιάδη και τον Θ. Πλεύρη, γιό του αμετανόητου ναζί και ιδρυτή της φασιστικής οργάνωσης «4η Αυγούστου», Κ. Πλεύρη.

Μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου και τον ξεσηκωμό του Δεκέμβρη του 2008, η ΝΔ έχασε με συντριπτικά ποσοστά τις εκλογές του 2009. Αυτό που απέμεινε από την εκστρατεία της ήταν ότι δίπλα στο ΛΑΟΣ άνοιξε το δρόμο το 2010 και στο Μιχαλολιάκο της Χ.Α να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος Αθήνας. 

Κωλοτούμπες

Λίγο μετά την εξαγγελία του πρώτου μνημονίου από τον ΓΑΠ την ίδια χρονιά, όλη η «δεξιά πολυκατοικία» στην αντιπολίτευση δήλωνε «αντιμνημονιακή». Το 2011 Σαμαράς έκανε την κωλοτούμπα στηρίζοντας τις μνημονιακές επιθέσεις στη Βουλή για να ακολουθήσει η συνεργασία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Στις εκλογές του 2012 μετά την κωλοτούμπα και του Καρατζαφέρη, το ΛΑΟΣ καταβαραθρώθηκε και αυτό που προέκυψε ήταν η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Ο Βορίδης και ο Γεωργιάδης πέρασαν στη ΝΔ, όμως ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ και της ΝΔ, στράφηκαν στην Χρυσή Αυγή με αποτέλεσμα την είσοδο για πρώτη φορά του ναζιστικού εκτρώματος στη Βουλή.

Με τον Σαμαρά πρωθυπουργό της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, τα ανοίγματα της ΝΔ στην κοινοβουλευτική πλέον Χρυσή Αυγή κλιμακώθηκαν με τον ίδιο ρυθμό που κλιμακώνονταν οι δολοφονικές της επιθέσεις. Ο Σαμαράς νομιμοποιούσε την Χ.Α επιτιθέμενος στην Αριστερά με την θεωρία των «δύο άκρων», όπου το ένα «άκρο» είναι οι νεοναζί και το άλλο «άκρο» ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα αστυνομικά τμήματα της Νίκαιας και του Αγίου Παντελεήμονα είχαν γίνει άτυπα γραφεία της Χ.Α. Αλλά ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Δένδιας εξαπέλυε τον «Ξένιο Δία» ενάντια σε πρόσφυγες και μετανάστες και κράταγε κρυμμένες στα συρτάρια του τις «32 υποθέσεις» της Χ.Α - μέχρι η οργισμένη έκρηξη του αντιφασιστικού κινήματος μετά τη δολοφονία Φύσσα να τον αναγκάσει επιτέλους να τους πάει στα δικαστήρια. 

Αλλά ακόμη και έτσι, στα υπόγεια της Βουλής, ο κολλητός του Σαμαρά, Μπαλτάκος συνομιλούσε με τον Κασιδιάρη για τις δυνατότητες συνεργασίας της ΝΔ με μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή.  Βουλευτές της ΝΔ καταψήφιζαν, ψήφιζαν παρών (μαζί με τους βουλευτές των ΑΝΕΛ) ή απείχαν στις ψηφοφορίες για την άρση ασυλίας της Χ.Α. Ο Ψωμιάδης δήλωνε ότι η Χρυσή Αυγή είναι "αδελφό κόμμα" και ο αντικαταστάτης του στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης Τζιτζικώστας τους προσκαλούσε στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου ένα μόλις μήνα μετά τη δολοφονία  Φύσσα.

Παίζοντας σήμερα με το χαρτί του εθνικισμού, η ηγεσία της ΝΔ δίνει για ακόμη μια φορά αέρα όχι μόνο στα τάγματα εφόδου της (απονομιμοποιημένης από το αντιφασιστικό κίνημα σε δρόμους και δικαστήρια) Χ.Α να ξαναβγαίνουν στο δρόμο, αλλά και σε κάθε άλλο επίδοξο αντικαταστάτη της στην κατεύθυνση μιας «σοβαρής Χ.Α» -όπως τα ακδροδεξιά κομματίδια Μπαλτάκου-Καμμένου και Βελόπουλου που ξεπετάγονται δίπλα στο ΛΑΟΣ.  Δίνουν και παίρνουν στις παρυφές της ΝΔ τα σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών με αυτά τα «σχήματα» εφόσον καταφέρουν με κάποιον τρόπο να μπουν στη Βουλή –στα πρότυπα της Αυστρίας ή της Ιταλίας. 

Μόνο που αυτό το σενάριο το έχουμε δει ήδη στην Ελλάδα – τι ήταν άραγε το ΛΑΟΣ της συγκυβέρνησης Παπαδήμου αν όχι μια «σοβαρή Χ.Α»; Όπως και πριν από πέντε χρόνια, έτσι και σήμερα το κίνημα έχει τη δύναμη από τα κάτω να ακυρώσει εν τη γενέσει τους αυτά τα σχέδια που καταστρώνονται σε ρετιρέ και υπόγεια της δεξιάς πολυκατοικίας. 

Δίνοντας τη μάχη ενάντια στον εθνικισμό, τον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία που καλλιεργεί η «φιλελεύθερη» και η «λαϊκή δεξιά» ανοίγοντας το δρόμο στην ακροδεξιά και τους φασίστες. Φράζοντας το δρόμο στους φασίστες από τα δικαστήρια μέχρι τους δρόμους. Δίνοντας την μάχη ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που υλοποιούν την άθλια ατζέντα λιτότητας και ρατσισμού της ΕΕ και τις διεκδικήσεις του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια. Και διαμορφώνοντας με ενιαιομετωπική τακτική μέσα σε αυτούς τους αγώνες την εργατική, αριστερή εναλλακτική στην κατρακύλα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ.


Τα πήγαινε-έλα στα πατώματα της «δεξιάς πολυκατοικίας» είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία της. Ο ιδρυτής της ΝΔ, Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο το 1969 εν μέσω χούντας δεν δίσταζε να γράφει ότι «η επανάστασις, άπαξ και εγένετο, προσφέρει μίαν ευκαιρίαν ανασυντάξεως της ζωής του έθνους». Καθόλου τυχαία στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης το 1974, οι χουντικοί έτρεξαν να προστατευτούν κάτω από την φτερούγα της Νέας Δημοκρατίας. Η δίκη των χουντικών έγινε τον επόμενο χρόνο και ο κύκλος των κατηγορούμενων περιορίστηκε μόνο σε ένα μικρό αριθμό που κρίθηκαν ένοχοι. Με απόφαση του Άρειου Πάγου, το πραξικόπημα χαρακτηρίστηκε «στιγμιαίο αδίκημα» και έτσι γλύτωσαν όλοι οι υπουργοί, συνεργάτες κλπ του δικτατορικού καθεστώτος. 

Στις εκλογές του 1977 η ακροδεξιά «Εθνική Παράταξις» πήρε περίπου 7% το οποίο επανήλθε στις εκλογές του 1981 ενόψει του «σοσιαλιστικού κινδύνου» του ΠΑΣΟΚ, και στο μεγαλύτερο ποσοστό του παρέμεινε στη ΝΔ. Η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα δέκα χρόνια αργότερα στην Πάτρα από τάγμα εφόδου της ΟΝΝΕΔ ήταν η απτή απόδειξη. Δικηγόρος του δολοφόνου Καλαμπόκα ήταν ο Μ. Αρβανίτης, μετέπειτα βουλευτής της Χ.Α.