Ιστορία
Ολυμπιάδα 1968: Μια συνέντευξη του Τζον Κάρλος

Ο Τζον Κάρλος επισκέφτηκε τη Βρετανία το 2012 και συμμετείχε σε εκδήλωση με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου. Τίτλος της εκδήλωσης ήταν “Αντίσταση – Το καλύτερο Ολυμπιακό Πνεύμα”. Στο πλαίσιο της επίσκεψής του είχε μιλήσει στην αδερφή εφημερίδα της Εργατικής Αλληλεγγύης στη Μ.Βρετανία, Socialist Worker. Με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων από την ιστορική κίνηση με τις μαύρες υψωμένες γροθιές πάνω στο βάθρο, μεταφράσαμε κι αναδημοσιεύουμε εκείνη τη συνέντευξη:

Η εικόνα του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος είναι διάσημη σε όλο τον κόσμο. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968 οι δύο μαύροι αθλητές κέρδισαν το χρυσό και το χάλκινο μετάλλιο στα 200 μέτρα. Την ώρα που παιζόταν ο εθνικός ύμνος των ΗΠΑ, κατέβασαν το κεφάλι και ύψωσαν τις γροθιές τους φορώντας δυο μαύρα γάντια. Ο Τζον είπε ότι ποτέ στη ζωή του δεν τον ενδιέφερε να κερδίσει μετάλλια και θεωρεί τον εαυτό του “μαχητή της ελευθερίας”. Ο Τζον ήταν ακτιβιστής. “Για δυόμιση χρόνια παλεύαμε για μποϋκοτάζ στους Ολυμπιακούς Αγώνες”, είπε στην εφημερίδα Socialist Worker. 

“Πολλοί όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα 15 λεπτά της δόξας. Έγινε ψηφοφορία στο Ολυμπιακό Πρότζεκτ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΟPHR) και το αποτέλεσμα έλεγε να πάμε στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν μου άρεσε το αποτέλεσμα και αρχικά έλεγα να κάτσω στο σπίτι. Μετά σκέφτηκα, αν κάτσω σπίτι κάποιος άλλος θα πάει και θα κερδίσει το μετάλλιο και δεν θα εκπροσωπηθούν οι απόψεις που πίστευα ότι έπρεπε να εκπροσωπηθούν. Παρά το θυμό, είχα ακόμα στο νου μου ότι έπρεπε να γίνει κάτι που θα αναδείκνυε το κοινωνικό κι ανθρωπιστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε. Έπρεπε να σηκώσουμε το κεφάλι και να αναμετρηθούμε με το ζήτημα. Πήγα λοιπόν στον Τόμι και του είπα, ‘είμαι απογοητευμένος που δεν θα γίνει το μποϋκοτάζ και θέλω να δηλώσω αυτά που πιστεύω. Τι λες εσύ;' Και μου είπε: ‘Μαν, κι εγώ το ίδιο θέλω'.

“Είχαμε να κάνουμε ένα βήμα ακόμα” θυμάται ο Τζον. “Έπρεπε να κερδίσουμε για να μπορέσουμε να ανέβουμε στο βάθρο. Περάσαμε δια πυρός και σιδήρου για να προκριθούμε στον τελικό και μετά έπρεπε να είμαστε στους τρεις πρώτους. Μετά τον αγώνα είχαμε περίπου 25 λεπτά για να αξιολογήσουμε τί θα κάνουμε. Πώς θα χρησιμοποιούσαμε τα γάντια, τι θα συμβόλιζε το μαντήλι στο λαιμό του Σμιθ και γιατί θα φόραγα τη μαύρη μπλούζα πάνω από την επίσημη εμφάνιση των ΗΠΑ”. 

Κι εξηγεί: “Το μαντήλι ήταν για αυτούς που λιντσαρίστηκαν και δολοφονήθηκαν χωρίς κανείς να πει μια προσευχή για πάρτη τους. Για τους κρεμασμένους. Ήταν για αυτούς που πετάχτηκαν από τα καράβια στη μέση της διαδρομής. Όλα αυτά ήταν στο μυαλό μου”. 

Σήμερα η εικόνα του Τζον και του Τόμι να διαμαρτύρονται πάνω στο βάθρο είναι κοινά αποδεκτή. Αλλά τότε οι αξιωματούχοι των Ολυμπιακών Αγώνων τους έστειλαν σπίτι τους και οι αθλητές δέχτηκαν επιθέσεις από τα ΜΜΕ. Δέχτηκαν ακόμα κι απειλές για τη ζωή τους. Ο πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής Άβερι Μπρίντατζ τους κατηγόρησε ότι έφεραν την πολιτική στον αθλητισμό. Αυτό ακόμα εξοργίζει τον Τζον. “Ο αθλητισμός και η πολιτική είναι αλληλένδετα” λέει. “Ήταν πολιτική πράξη όταν πήγαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Βερολίνο το 1936. Ήταν πολιτική πράξη όταν αποφάσισαν να αφήσουν εκτός ομάδας τους Εβραίους αθλητές για να μην προσβάλουν τον Χίτλερ. Όλος ο κόσμος με είχε δει να τρέχω έχοντας γραμμένο στο στήθος το USA. Θεωρούσαν ότι αυτό σήμαινε πως όλα είναι ΟΚ για τους έγχρωμους στις ΗΠΑ. Κι όταν αποφάσισα να μιλήσω για τα κοινωνικά προβλήματα που είχαμε να αντιμετωπίσουμε έγινα ξαφνικά ‘το κακό παιδί'.

Οι Ολυμπιακοί του 1968 έλαβαν χώρα εν μέσω διαδηλώσεων, δολοφονιών και απίστευτης κρατικής καταστολής. Ο Τζον δεν γνώριζε για τις σφαγές όταν ανέβηκε στο βάθρο. Όπως λέει “ξέραμε ότι υπήρχε φοιτητικό κίνημα και είχαμε έρθει σε επαφή με τους ηγέτες του, αλλά δεν γνωρίζαμε για όλους αυτούς τους νέους φοιτητές που έχασαν τη ζωή τους. Αν οι άνθρωποι σήμερα έχουν πάθος για το λαό τους όπως εγώ, θα πρέπει να ξεσηκωθούν και να πουν την αλήθεια. Χρειάζεται κότσια για να το κάνεις”.

Ο Τζον αποθεώθηκε στην εκδήλωση όταν είπε στο κοινό ότι ένα πράγμα μπορούν να μάθουν από αυτόν: “Ότι δεν φοβάμαι να αντισταθώ στον καταπιεστή μου”.