Οικονομία και πολιτική
Τα ψέματα του Σταϊκούρα δεν κρύβουν το τρελοκομείο του καπιταλισμού

Η κυβέρνηση δανείζεται για να επιδοτεί τους καπιταλιστές σαν κίνητρο για να κάνουν επενδύσεις. Αλλά οι επενδύσεις μειώνονται ενώ οι καταθέσεις των καπιταλιστών στις εταιρίες οφσόρ ανεβαίνουν.
Καιρός να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο.

Τα χειρότερα δεν είναι πίσω μας, όπως έσπευσε να κομπάσει, μιλώντας στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας. Βρίσκονται μπροστά μας. Ακόμα και με τα ίδια τα (μάλλον υπεραισιόδοξα) σενάρια της κυβέρνησης αυτό που έρχεται δεν είναι η “ανάταξη της οικονομίας” αλλά ένα τσουνάμι περικοπών, απολύσεων, κλεισιμάτων και χρεοκοπιών. 

Ένα από τα βασικά στοιχεία που επικαλείται η κυβέρνηση είναι η αποτίμηση της πορείας της ελληνικής οικονομίας από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) στο πρώτο τρίμηνο της φετινής χρονιάς. Το ΑΕΠ έπεσε “μόνο” 0,9 ποσοστιαίες μονάδες κάτω (σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019). Με τα λόγια του κυβερνητικού εκπροσώπου Στέλιου Πέτσα, “το νούμερο αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα είχε σημαντικά μικρότερη ύφεση από ό,τι αναμενόταν, γεγονός από το οποίο εξάγουμε δύο βασικά συμπεράσματα. Πρώτον, ότι η ελληνική οικονομία μπήκε με δυναμισμό στο πρώτο δίμηνο του έτους, λόγω της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης που κερδίσαμε μετά την πολιτική αλλαγή του Ιουλίου. Και επίσης, ότι ο Μάρτιος, μήνας στον οποίο έγινε έκρηξη της πανδημίας, δεν ήταν τόσο κακός για την οικονομία όσο προβλεπόταν”. 

Και τα δυο συμπεράσματα είναι όχι μόνο αυθαίρετα αλλά και ψεύτικα. 

Η ελληνική οικονομία δεν μπήκε με δυναμισμό αλλά με έντονα σημάδια κάμψης στη φετινή χρονιά. Τον Μάρτη, λίγες μέρες πριν από το lock down, η Καθημερινή (που μόνο για αντικυβερνητισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί) περιέγραφε με αυτά τα λόγια την πορεία της οικονομίας:

“Ο ρυθμός ανάπτυξης χαμήλωσε ταχύτητα το τελευταίο τρίμηνο του 2019. Συγκεκριμένα, αυξήθηκε μόνο κατά 1% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ μειώθηκε κατά 0,7% σε σύγκριση με το 3ο τρίμηνο”. 

Οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι και οι κάθε λογής επενδυτές είχαν υποδεχτεί πράγματι με μεγάλη ικανοποίηση την “πολιτική αλλαγή του Ιουλίου”, την επιστροφή του δικού τους κόμματος στην εξουσία δηλαδή. Αλλά αυτή η ικανοποίηση δεν μεταφράστηκε ποτέ σε επενδύσεις: το 2019, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων έκλεισε με ένα μίζερο 0,7%, ακόμα χαμηλότερα δηλαδή και από το 0,8% του 2018.

Aπό τις διάφορες προβλέψεις της κυβέρνησης ούτε μια σχεδόν δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεση του περασμένου Οκτώβρη εκτιμούσε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα έκλεινε τελικά στο 2% το 2019 για να αγγίξει το 2,2% στο 2020. Παρόμοιες ήταν και οι εκτιμήσεις της Κομισιόν. Η κυβέρνηση κατηγορούσε τότε τους διεθνείς οργανισμούς για απαισιοδοξία. Στον προϋπολογισμό ο Σταϊκούρας προέβλεπε ανάπτυξη 2,0% για το 2019 που θα εκτινασσόταν (χάρη στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προφανώς) στο 2,8% στη φετινή χρονιά. 

Παρά τις αλλεπάλληλες αυτές διαψεύσεις ο Σταϊκούρας συνεχίζει ακόμα και σήμερα να βλέπει ροζ συννεφάκια στον ορίζοντα και να αγνοεί τις “απαισιόδοξες” προβλέψεις των διεθνών οργανισμών και των μεγάλων οικονομικών επιτελείων. Στη συνέντευξη που έδωσε στη Εφημερίδα των Συντακτών εξέφρασε για μια ακόμα φορά την πεποίθηση ότι, χάρη στα μέτρα στήριξης της οικονομίας που πήρε η κυβέρνηση, η ύφεση θα είναι στην Ελλάδα φέτος πολύ μικρότερη από αυτήν που προβλέπουν η Κομισιόν και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Μαύρη τρύπα

Στην ίδια συνέντευξη ο υπουργός Οικονομικών διαβεβαιώνει ότι το ελληνικό δημόσιο δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει ταμειακά προβλήματα:

“Η κυβέρνηση και το υπουργείο Οικονομικών κάνουν συνετή και υπεύθυνη χρήση του «ταμείου» της χώρας. Γίνεται κατάλληλη χρήση των πόρων από τα ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και παράλληλα αντλούνται, με επιτυχία, παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, σημαντικά κεφάλαια από τις αγορές... Με τα σημερινά δεδομένα, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να προσφύγει στις νέες, ειδικές πιστοληπτικές γραμμές του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας...”

Λίγες ημέρες μόνο αργότερα το υπουργείο Οικονομικών “βγήκε στις αγορές” με στόχο να αντλήσει με ένα νέο δεκαετές ομόλογο 2,5 δισεκατομμύρια. Το τελευταίο δεκαετές ομόλογο που είχε εκδώσει το ελληνικό δημόσιο ήταν τον περασμένο Οκτώβρη, με το οποίο είχε συγκεντρώσει τότε 1,5 δισεκατομμύριο με επιτόκιο 1,5%. Τώρα ο Σταϊκούρας ελπίζει ότι το επιτόκιο θα είναι ελαφρώς χαμηλότερο. Ακόμα και αν τα καταφέρει, όμως, η επιτυχία δεν θα οφείλεται στο “στιβαρό χέρι του Κυριάκου Μητσοτάκη” αλλά στο πρόγραμμα στήριξης της Ευρωπαϊκής οικονομίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στον κορονοϊό -που “έπεισε” την Κριστίν Λαγκάρντ να συμπεριλάβει και τα ελληνικά ομόλογα, παρόλο που θεωρούνται “σκουπίδια” από τους οίκους αξιολόγησης, στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της τράπεζας. Όπως γράφει η εφημερίδα Τα Νέα (9.6.2020):

“Η ΕΚΤ είχε αγοράσει έως το τέλος του Μαΐου, στο πλαίσιο του προγράμματος PEPP (Pandemic Emergency Purchase Programme), ελληνικά ομόλογα αξίας 4,69 δισ. ευρώ. Παράλληλα, στην τελευταία συνεδρίασή της αποφάσισε την αύξηση των κονδυλίων για τις έκτακτες αγορές ενεργητικού λόγω πανδημίας κατά 600 δισ. ευρώ, στο 1,35 δισ. ευρώ συνολικά. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αγοράσει περισσότερα ελληνικά ομόλογα, στηρίζοντας έτσι το κόστος δανεισμού της χώρας”. 

Λίγες μόνο ημέρες πριν τη νέα έξοδο στις αγορές, η κυβέρνηση είχε παραδεχτεί δημόσια τις “πιέσεις στον προϋπολογισμό”. Τα φορολογικά έσοδα έχουν κάνει βουτιά και από τα “πρωτογενή πλεονάσματα” έχουμε περάσει πλέον σε “πρωτογενή ελλείμματα” - που έφτασαν στο 1,4 δις το πρώτο τετράμηνο του έτους (το πρώτο τετράμηνο του 2019 είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5 δις).

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική από τον ωραία εικόνα που ζωγραφίζει ο Σταϊκούρας: τα δημόσια ταμεία είναι ήδη άδεια και αργά ή γρήγορα η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να προσφύγει και πάλι στους “δανειστές” για βοήθεια -με τους συνήθεις όρους. Με άλλα λόγια αυτό που βρίσκεται μπροστά μας δεν είναι η “ανάταξη της οικονομίας” αλλά νέα μνημόνια.

Λιτότητα για τους εργάτες, δώρα στους καπιταλιστές

Η κυβέρνηση έχει εναποθέσει όλες της τις ελπίδες στο πρόγραμμα των 750 δις στήριξης της Ευρωπαϊκής Οικονομίας που πρότεινε πριν από λίγες μέρες η Κομισιόν. Με βάση αυτό το πρόγραμμα η κυβέρνηση αναμένει να εισπράξει μέσα στα επόμενα τρία χρόνια πάνω από 30 δισεκατομμύρια – 22,5 δις σε επιδοτήσεις και 9,4 δις σε δάνεια- από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά το πρόγραμμα αυτό είναι ακόμα στον αέρα: η Κομισιόν προτείνει να χρηματοδοτηθεί με την έκδοση χρέους από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση (ένα είδος Ευρωομολόγου), κάτι που είναι ταμπού για κάποιες χώρες (Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, Δανία) οι οποίες έχουν ήδη εκφράσει τις αντιρρήσεις τους και για τις “επιδοτήσεις” (θα πρέπει κατά τη γνώμη τους η βοήθεια να περιοριστεί μόνο σε δάνεια). Αλλά ακόμα και αν τελικά καμφθούν οι αντιρρήσεις τους (με κάποια ανταλλάγματα προφανώς) η βοήθεια θα αργήσει πολύ να φτάσει -το πρόγραμμα πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωκοινοβούλιο και όλα τα κράτη-μέλη για να τεθεί σε εφαρμογή. Και με τα ταμεία άδεια το ελληνικό δημόσιο δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής

Οι εργάτες και οι φτωχοί, όμως, δεν έχουν να περιμένουν έτσι και αλλιώς τίποτα από τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σύνολο, σχεδόν, των χρημάτων που ευελπιστεί να εισπράξει η κυβέρνηση θα διοχετευθεί σύμφωνα με τα σχέδιά της αποκλειστικά για την στήριξη των επιχειρήσεων. Ο στόχος υποτίθεται ότι θα είναι η διατήρηση και της οικονομικής δομής της χώρας αλλά και των θέσεων εργασίας. 

Πρόκειται για ένα ακόμα χοντροκομμένο ψέμα. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα ακόμα σχέδιο για τη στήριξη των καπιταλιστών που αντί να κάνουν επενδύσεις φυγαδεύουν τα κεφάλαιά τους στους “φορολογικούς παράδεισους”.

Την περασμένη εβδομάδα Το Βήμα της Κυριακής δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Δασμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την φοροδιαφυγή στις χώρες της Ευρώπης. Σύμφωνα με την έρευνα, “ο πλούτος των ευρωπαίων πολιτών που «κρύβουν», σε υπεράκτιες εταιρείες (offshore) και φορολογικούς παραδείσους, καταθέσεις, μετρητά και άλλα περιουσιακά στοιχεία ... ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό του 1,5 τρισεκατομμυρίου ευρώ”. 

Οι Έλληνες καπιταλιστές βρίσκονται, με 63 δις ευρώ, στην πέμπτη θέση αυτής της κακόφημης λίστας. Με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Μητσοτάκη (το όνομα της Μαρέβα Μητσοτάκη βρέθηκε πριν λίγα χρόνια στις διαβόητες λίστες των Paradise Papers) το ποσό αυτό μπορεί να ξεπεράσει στο τέλος της τριετίας και τα 80 δισεκατομμύρια. Άλλη μια τεράστια “εθνική επιτυχία”.