Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΣΤΟ ΜΑΡΞΙΣΜΟ 2011: Μπάτσοι παντού, δικαιοσύνη πουθενά

Αυτό το «Μπάτσοι παντού, δικαιοσύνη πουθενά» το βλέπουμε κάθε μέρα. Το βλέπουν ακόμα και οι δικαστικοί υπάλληλοι, όσοι δουλεύουν σε αυτό που οι ρεφορμιστές ή όσοι έχουν αυταπάτες ονομάζουν δικαιοσύνη.

Είναι μια πραγματικότητα που όσο περισσότερο φουντώνει το κίνημα, τόσο περισσότερους μπάτσους θα βλέπουμε στους δρόμους να το καταστέλλουν και τόσο περισσότερο θα βλέπουμε τα δικαιώματα να είναι υπό διωγμό.

Να ξεκαθαρίσουμε ότι θα έπρεπε να ξεκινάμε από το ότι δεν υπάρχει καμία δικαιοσύνη ως αφηρημένη, ηθική, ιδεαλιστική έννοια στα μυαλά των ανθρώπων που σκέφτονται μαρξιστικά. Αυτό το οποίο αποτυπώνεται με τη λέξη δικαιοσύνη είναι οι κανόνες δικαίου, όπως τους ονομάζουν οι θεωρητικοί νομικοί της άρχουσας τάξης, κανόνες με τους οποίους ασκείται η εξουσία, οι νόμοι και βεβαίως οι θεσμοί και τα όργανα με τα οποία ασκούν την εξουσία και εκτελούν τις επιθυμίες της.

Ένας από αυτούς είναι και αυτό που ονομάζεται δικαιοσύνη, δηλαδή η ποινική δικαστική εξουσία, κυβερνητική και δικαστική. Αυτά που λένε περί «εκτελεστικής» και «νομοθετικής» είναι μπαρούφες, ιδεολογημάτα από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η δε δικαστική εξουσία είναι από τη φύση της λιγότερο δημοκρατική από την κυβερνητική για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν την εκλέγει, κανείς δεν μπορεί να την ανακαλέσει, σε κανένα δεν λογοδοτεί, από κανένα δεν ελέγχεται.

Ως εκ τούτου είναι, επικίνδυνο να τη θεωρούμε ως κάτι ταξικά ουδέτερο. Πολύ περισσότερο να είμαστε ευάλωτοι σε απόψεις του στιλ «αφήστε τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της», πράγμα που συνηθίζουν να το λένε τα ρεφορμιστικά κόμματα της αριστεράς λες και η δικαιοσύνη είναι ένα αντικείμενο ακίνητο που όποιος το σπρώξει πάει κατά εκεί. Παραβλέπουν και τον ταξικό της ρόλο και το γεγονός ότι σαν εξουσία δεν μπορεί παρά να είναι υποκείμενη στις πιέσεις των άλλων εξουσιών, αλλά βέβαια και στις αντίθετες πιέσεις του κινήματος.

Αυτός που θεωρεί ότι η δικαιοσύνη είναι ένας ανεξάρτητος μηχανισμός που πρέπει να αφεθεί να κάνει τη δουλειά του έχει τόσο δίκιο όσο και κάποιος που θα έλεγε «αφήστε την κυβέρνηση να κάνει τη δουλειά της», ενώ ξέρουμε πολύ καλά ποια είναι η δουλειά της.

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια προϊούσα φάση πολύ μεγάλης νομοθετικής, δικαστικής και κατασταλτικής επέλασης ενάντια στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες.

Έτσι κι αλλιώς οι νόμοι πάντοτε αποτυπώνουν σε κάθε συγκεκριμένη χρονική συγκυρία το αποτέλεσμα του συσχετισμού των δυνάμεων και της έκβασης της ταξικής πάλης στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και είτε αποτελούν κατακτήσεις του κινήματος οι οποίες διευρύνουν και καθιερώνουν ελευθερίες και δικαιώματα ή αποτελούν προϊόντα επέλασης, επίθεσης της εξουσίας και περιορίζουν ή συρρικνώνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες.

Επίθεση

Είναι προφανές ότι τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε στη δεύτερη κατηγορία από την άποψη ότι υπάρχει μια συνολική επίθεση όλα τα χρόνια της παγκοσμιοποίησης ενάντια στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που εκφράζεται με πολλούς τρόπους και στη βάση και το εποικοδόμημα. Η περσινή πρώτη συζήτηση εδώ στο Μαρξισμό είχε πάλι σχέση με τα δημοκρατικά δικαιώματα και τότε ήταν επίκαιρα τα πρώτα νομοθετήματα της κυβέρνησης του Μνημονίου. Αυτά με τα οποία στην ουσία καταργούνταν η ελευθερία των συλλογικών συμβάσεων και καταργούσαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, έναν αιώνα μετά που καθιερώθηκε, την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο, θέτοντας τα εργασιακά δικαιώματα υπό διωγμό.

Ας ξεκινήσω από αυτά γιατί τα του εποικοδομήματος τα ξέρουν οι περισσότεροι αφού τα συζητάμε πιο συχνά. Τα εργασιακά έχουνε ήδη, από πέρυσι μέχρι φέτος, τέσσερα διαφορετικά νομοθετήματα εφαρμογής του Μνημονίου στα οποία διαρκώς συρρικνώνονται μισθοί, συντάξεις, επιδόματα, δυνατότητα συλλογικών ή ατομικών διαπραγματεύσεων, διευκολύνονται οι απολύσεις, περιορίζονται οι αποζημιώσεις σε περίπτωση απόλυσης, διευκολύνεται η εργασιακή ευελιξία με τη διεύρυνση του δικαιώματος της εκ περιτροπής εργασίας ή της θέσης του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα αντί για την απόλυση.

Είναι ένα ρεύμα σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι ωθούνται και πιέζονται να συνάπτουν ατομικές θέσεις εργασίας με τις οποίες συνομολογούν μικρότερους μισθούς, λιγότερα δικαιώματα, λιγότερα επιδόματα, λιγότερα γενικά από όσα προβλέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που μέχρι τώρα ισχύουν στους χώρους αυτούς.

Η κυβέρνηση δεν παίρνει το πολιτικό κόστος να πει ότι «ψηφίζω ένα νόμο αναγκαστικού δικαίου» και περιορίζω τους μισθούς κατά 30 ή 50%. Θέλει αυτό το πράγμα να το παρουσιάσει ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των εργαζομένων, οι οποίοι συνάπτουν προσωπικές ατομικές συμβάσεις εργασίας με το μαχαίρι στο λαιμό βέβαια και με την απειλή της απόλυσης ή της διαθεσιμότητας ή της εκ περιτροπής εργασίας ή της μείωσης των αποδοχών ή της μείωσης του ωραρίου.

Κινηματική πίεση

Ήδη λοιπόν βρισκόμαστε σε μια περίοδο στην οποία και τα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα διώκονται και οι όποιες αυταπάτες σχετικά με το ρόλο της δικαιοσύνης δεν φαίνονται να διασκεδάζονται ιδιαίτερα με την τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία υποτίθεται δικαίωσε τους συμβασιούχους. Αλλά ποιους; Αυτούς που ήταν πριν από το 2001 στο Δημόσιο με συμβάσεις, αφήνοντας ουσιαστικά στο δρόμο όλους τους υπολοίπους. Είναι φανερό ότι μόνο αν υπάρχει μια κινηματική πίεση ισχυρή, όπως με την κατάληψη στο Δήμο της Αθήνας πρόσφατα, μπορεί να υπάρχει αποτέλεσμα.

Φυσικό είναι όταν υπάρχει μια τέτοια επέλαση ενάντια στους εργαζόμενους να υπάρχει και καταστολή στις πορείες, καταστολή στις πανεργατικές διαδηλώσεις. Εκεί κυριολεκτικά βλέπουμε το «δικαιοσύνη πουθενά» όταν τις επόμενες μέρες έχουμε μόνιμα προφυλακισμένους διαδηλωτές ή διαδηλωτές που αφήνονται ελεύθεροι και εξαναγκάζονται να δίνουν το παρών στην Αστυνομία. Αυτός είναι ένας περιοριστικός όρος που είναι ευτελιστικός πολύ περισσότερο όταν εξαναγκάζεις αυτούς που υφίστανται από την Αστυνομία κακοποίηση, ξυλοδαρμούς και στην καλύτερη περίπτωση αυθαίρετες συλλήψεις και στημένες παραπομπές, να πηγαίνουν επί ένα ή ενάμισι χρόνο προτού να δικαστούν να δίνουν το παρών στην Αστυνομία. Είναι προληπτική δικαίωση της Αστυνομίας και προκαταβολική παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας στον διαδηλωτή στον οποίο επιβάλλεται περιοριστικός όρος.

Αντιθέτως, στις περιπτώσεις που μηνύονται αστυνομικοί από διαδηλωτές, οι οποίοι υφίστανται ξυλοδαρμούς- μία τέτοια περίπτωση είναι και η συντρόφισσα μας η Ελένη Μπούμπουρα, η οποία στην Πανεργατική Απεργία στις 15 Δεκεμβρίου υπέστη άγριες κακοποιήσεις όπως φαίνεται και σε φωτογραφίες στην Εργατική Αλληλεγγύη, αλλά και σε καθημερινές εφημερίδες- εκεί η λεγόμενη δικαιοσύνη κινείται με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς.

Ευτυχώς στη συγκεκριμένη υπόθεση κατ’ εξαίρεση δεν έχει ανατεθεί πάλι στην Αστυνομία. Γιατί είναι και αυτό. Δηλαδή μηνύονται αστυνομικοί για κακοποίηση διαδηλωτή και ανατίθεται στην ίδια την Αστυνομία να κάνει ανάκριση. Αντιλαμβάνεστε τι αμεροληψία περιέχει. Εκεί λοιπόν όποιος έχει το σθένος, θα αντισταθεί σε δεκάδες μηχανισμούς συγκάλυψης, οι οποίοι σε πάρα πολλές περιπτώσεις έχουνε δράσει με αρκετούς τρόπους ώστε να μην μπορέσει να εξατομικευτεί το πρόσωπο του υπαίτιου αστυνομικού με αποτέλεσμα όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης να μην έχουμε περισσότερες από 2-3 περιπτώσεις να έχουν καταδικαστεί. Το δυσκολότερο είναι να εντοπιστούν αστυνομικοί για κακοποίηση διαδηλωτών.

Έχουμε τρομονόμους, οι οποίοι επιτρέπουν να ασκείται ποινική δίωξη σε κακουργηματικό βαθμό για μια σειρά από πράξεις που θα μπορούσαν να είναι πράξεις κοινωνικής αντίστασης, οι οποίες χαρακτηρίζονται κακουργηματικές όταν ο δράστης επιδιώκει με τις πράξεις αυτές την αποσταθεροποίηση των οικονομικών, κοινωνικών και συνταγματικών δομών του ισχύοντος συστήματος, του κράτους ή οποιουδήποτε διεθνούς οργανισμού. Με άλλα λόγια, η ίδια η αντικαπιταλιστική πάλη αποτελεί προϋπόθεση για αναβάθμιση σε κακούργημα με τον τρομονόμο της Νέας Δημοκρατίας για κάποιον ο οποίος μπορεί να συλληφθεί για φθορές σε μία διαδήλωση ή μια κατάληψη σε κάποιο ακίνητο στα πλαίσια μιας κινητοποίησης ή για σύγκρουση με τα ΜΑΤ.

Πρακτικές οι οποίες γνωρίζαμε παλιότερα όπως η χρησιμοποίηση των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως αποδεικτικό στοιχείο, είναι αίολες με δυνατότητα πλαστών αποδεικτικών στοιχείων με μεταφορά δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Τώρα βρήκαν μια άλλη πρακτική: αυτή του DNA, ως ισοδύναμη βιομηχανία κατασκευής αποδεικτικών στοιχείων. Υπάρχουν δίκες εν ενεργεία που αποκλειστικό στοιχείο ήταν το DNA. Επιχειρείται τρομερός αποπροσανατολισμός και εντυπωσιασμός του κόσμου για ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο έχει μηδαμινή σημασία δεδομένου ότι αν κάποιος αγγίξει ένα κινητό αντικείμενο το DNA του από το σάλιο του ή τον ιδρώτα του μπορεί να μένει χρόνια πάνω σε αυτό και άρα να ταξιδέψει οπουδήποτε ταξιδέψει και αυτό το αντικείμενο. Συνεπώς, δεν έχει καμία απολύτως αξία σαν αποδεικτικό στοιχείο.

Είναι μία περίοδος ακόμα στην οποία η Αστυνομία εκεί που θεωρητικά οφείλει να επεμβαίνει για την ασφάλεια των πολιτών την οποία έχει αναγάγει σε τρομερό ιδεολόγημα όλα αυτά τα χρόνια κάνει πλάτες στους φασίστες της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι είτε στον Άγιο Παντελεήμονα ή στην πλατεία Βικτωρίας είτε οπουδήποτε αλλού αισθάνονται ασυλία. Αυτοί δεν έχουν κανένα φόβο για τους μπάτσους με τα αυτόματα που βρίσκονται στους δρόμους -πιο πολλοί από όσους βρίσκονται στη Βυρητό- να χτυπάνε μετανάστες, να χτυπάνε αντιφασίστες, να τρομοκρατούν τους κατοίκους, να τους πουλάνε προστασία παριστάνοντας μετά τους εκπροσώπους τους.

Γιατί είναι προφανές ότι η Αστυνομία είναι συγκοινωνούν δοχείο με τη Χρυσή Αυγή. Έχει φανεί ακόμα και στα εκλογικά αποτελέσματα στις Ευρωεκλογές στην Καισαριανή που ξαφνικά εμφάνισε πολύ μεγάλα ποσοστά η Χρυσή Αυγή γιατί ψηφίζουν τα ΜΑΤ εκεί πέρα λόγω ότι η έδρα τους είναι στην οδό Χιλ και ανέβηκε δραματικά το ποσοστό τους  στο Δήμο αυτό τότε.

Βέβαια, είναι μία περίοδος στην οποία η κοινωνία βράζει. Υπήρχε πάντα μία άποψη ότι το θέμα της καταστολής δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς κινήματος, αλλά εντάσσεται στο εργατικό κίνημα. Προφανώς, και εντάσσεται στο εργατικό κίνημα με την αντικαπιταλιστική του προοπτική και την αντικαπιταλιστική έννοια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ως τακτικό μέτωπο δεν έχει αυτοτέλεια και δεν έχει σημασία να υπηρετηθεί. Το μέτωπο των δημοκρατικών δικαιωμάτων έχει αναδείξει συνειδήσεις, έχει συμβάλλει στην αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, έχει αποικοδομήσει αντιδημοκρατικούς νόμους, έχει συμβάλλει να ανατραπούν δίκες με σκευωρίες και στημένες κατηγορίες, όπως αυτή του Σεϊσίδη πρόσφατα και δίκες διαδηλωτών που δεν βγαίνουν πολύ στην επιφάνεια.