Διεθνή
Μόνη λύση, σε «βορρά» και «νότο», η επανάσταση

Άλεξ Καλλίνικος

Η κρίση του κόστους ζωής είναι αρκετά άσχημη εδώ στη Βρετανία ή αλλού στον λεγόμενο "πυρήνα" του καπιταλιστικού συστήματος. Σε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου Νότου είναι καταστροφική. Οι φτωχότερες χώρες, που ήδη υποφέρουν πολύ από την πανδημία, πλήττονται από ένα διπλό χτύπημα. Ο πληθωρισμός σημαίνει ότι το κόστος των τροφίμων και της ενέργειας εκτοξεύεται στα ύψη.

Ταυτόχρονα, όμως, η θεραπεία που επιβάλλουν οι κεντρικές τράπεζες - υψηλότερα επιτόκια με στόχο την εκτόξευση της ανεργίας - αυξάνει το βάρος στις φτωχές και υπερχρεωμένες οικονομίες. Σύμφωνα με την οργάνωση Debt Justice, αναφέρουν οι Financial Times, «οι αποπληρωμές του δημόσιου χρέους που οφείλεται σε μη κατοίκους για μια ομάδα 91 από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, θα καταλάβουν κατά μέσο όρο πάνω από το 16% των κρατικών εσόδων το 2023», σε σύγκριση με το 6,6% το 2011. Για ορισμένες είναι πολύ χειρότερα - οι πληρωμές του εξωτερικού χρέους της Σρι Λάνκα αποτελούν το 75% των εσόδων και του Πακιστάν το 47%.

Με χαρακτηριστική υποκρισία, το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεσή του για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές, παραδέχεται ότι η λιτότητα, επειδή «τείνει να επιβραδύνει την αύξηση του ΑΕΠ», «έχει αμελητέα επίδραση στους δείκτες χρέους». Αλλά εξακολουθεί να απαιτεί από τις φτωχές υπερχρεωμένες κυβερνήσεις να εφαρμόσουν λιτότητα για να χτυπήσουν τον πληθωρισμό.

Όμως, ένα αξιοσημείωτο νέο άρθρο στο American Affairs από δύο νέους διανοούμενους, τον Ντέηβιντ Οκς και τον Χένρι Ουίλιαμς, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα βρίσκεται πολύ βαθύτερα. Σύμφωνα με τους ίδιους, «δεν υπάρχει μια ευρέως αναπαραγώγιμη στρατηγική για την ανάπτυξη μιας χώρας (με απλά λόγια, για να τη μετατρέψουμε από φτωχή σε πλούσια) η οποία να μην περιλαμβάνει μια οικονομία που να γίνεται ιδιαίτερα εκβιομηχανισμένη».

Η μεταποιητική βιομηχανία προσφέρεται για συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας, δεν αντιμετωπίζει εγγενή όρια και μπορεί να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού. Από αυτή την άποψη, «ήταν η περίοδος που διήρκεσε περίπου από το 1950 έως το 1980... που αναδρομικά στέκεται ως χρυσή εποχή για την υπόθεση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης». 

Όχι απλώς ο δυτικός καπιταλισμός γνώρισε μια άνευ προηγουμένου οικονομική άνθιση, αλλά και τα κράτη του παγκόσμιου Νότου, πολλά από τα οποία είχαν γίνει πρόσφατα ανεξάρτητα, χρησιμοποίησαν τη δύναμή τους για να περιορίσουν τον αντίκτυπο του παγκόσμιου ανταγωνισμού και να προωθήσουν τη βιομηχανική ανάπτυξη. «Για τις σχετικά πλουσιότερες οικονομίες του φτωχού κόσμου, όπως η Βραζιλία ή το Μεξικό, η ανάπτυξη ήταν τόσο ισχυρή ώστε να τις θέσει σε τροχιά ταχείας σύγκλισης με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ».

Όμως η διαδικασία αυτή διακόπηκε, καθώς οι βασικές οικονομίες αντιμετώπισαν στασιμοπληθωρισμό - αυξανόμενο πληθωρισμό και μαζική ανεργία - τη δεκαετία του 1970. Το σημείο καμπής ήρθε τον Οκτώβριο του 1979, όταν ο Πολ Βόλκερ, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ανέβασε δραστικά τα επιτόκια για να καταστείλει τον πληθωρισμό. Το αποτέλεσμα ήταν μια παγκόσμια ύφεση, αλλά για τον παγκόσμιο Νότο το «σοκ Βόλκερ» σήμαινε κρίση χρέους, κατάρρευση της τιμής των πρώτων υλών που εξήγαγαν και νεοφιλελεύθερη «θεραπεία σοκ» στα χέρια της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ.

«Ένας πλανήτης παραγκουπόλεων»

Ακολούθησε η αποβιομηχάνιση, καθώς μεγάλο μέρος της παραγωγής του Τρίτου Κόσμου έκλεισε ως μη ανταγωνιστικό. Συνοδεύτηκε από την «αποαγροτικοποίηση». Οι αγρότες βρέθηκαν, καθώς η κρατική στήριξη αποσύρθηκε, ανίκανοι να ανταγωνιστούν τις γιγαντιαίες αγροτικές επιχειρήσεις που κυριαρχούσαν στην παγκόσμια παραγωγή τροφίμων. Οι φτωχοί συνέρρευσαν στις πόλεις σε αναζήτηση «της χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας, κατά κύριο λόγο άτυπης, περιστασιακής και παράτυπης, που έχει καταλήξει να καθορίζει το κοινωνικό τοπίο των πόλεων του φτωχού κόσμου». Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ο Μάικ Ντέηβις αποκάλεσε «ένας πλανήτης των παραγκουπόλεων».

Οι εξαιρέσεις σε αυτό το μοτίβο - η Νότια Κορέα, η Κίνα, το Βιετνάμ, για παράδειγμα - ήταν κράτη που ήταν αρκετά ισχυρά και γεωγραφικά καλά τοποθετημένα ώστε να προωθήσουν μεταποιητικές βιομηχανίες που εξήγαγαν στην παγκόσμια αγορά. Τα στοιχεία για τη μείωση της φτώχειας παγκοσμίως που διαφημίζει η Παγκόσμια Τράπεζα κυριαρχούνται από την επίδραση της Κίνας. Οι άλλες μεγαλύτερες οικονομίες του Νότου, όπως η Βραζιλία και η Νότια Αφρική, εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την εξαγωγή τροφίμων και πρώτων υλών - κυρίως στην Κίνα.

Όπως επισημαίνουν οι Οκς και Ουίλιαμς, «η κύρια "βαλβίδα απελευθέρωσης" για την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των φτωχών χωρών ήταν η μετανάστευση προς καλύτερες ακτές». Η ανάλυσή τους υπογραμμίζει τη ματαιότητα των σκληρών προσπαθειών του Ρίσι Σουνάκ και της Σουέλα Μπρέβερμαν να «σταματήσουν τις βάρκες». Η μαζική μετανάστευση είναι μια αναπόφευκτη συνέπεια της παγκόσμιας φτώχειας.

Οι Οκς και Ουίλιαμς ολοκληρώνουν το άρθρο τους προτείνοντας ορισμένες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Είναι καλό να αναζητάμε εναλλακτικές λύσεις στον εντελώς χρεοκοπημένο αλλά ακόμα βασιλεύοντα νεοφιλελευθερισμό. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η μόνη λύση σε αυτή την απελπιστική κατάσταση είναι η επανάσταση.