Κινηματογράφος: Ο “Πατέρας Αφέντης” των αδελφών Ταβιάνι

1977. Είναι τρελοί αυτοί οι … Γαλάτες! Την χρονιά που ο κόσμος κατασκήνωνε έξω από τους κινηματογράφους για να δει την πρώτη ταινία του «Πολέμου των Άστρων», την χρονιά που κυριαρχούσε η μουσική ντίσκο και το κίνημα των πανκ, όπως έγραψε κι ο Κουτσογιαννόπουλος στην κριτική του για την ταινία, στις Κάννες ο Χρυσός Φοίνικας, μαζί με το Βραβείο FIPRESCI της ένωσης κριτικών, απονέμονται στον «Πατέρα Αφέντη» των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι!

25 χρόνια μετά, από τις 26 Απριλίου που άρχισε να προβάλλεται ξανά η ταινία στον κινηματογράφο Άστυ στην Κοραή, μας δίνεται η δυνατότητα να δούμε και να καταλάβουμε το γιατί η συγκεκριμένη ταινία ήταν τόσο σημαντική για την εποχή της. Ή μήπως είναι ακόμα;

Σίγουρα η βράβευση των δημιουργών της, αδελφών Ταβιάνι (81 χρονών σήμερα ο Πάολο και 83 χρονών ο Βιτόριο) φέτος το χειμώνα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για την καινούργια τους ταινία «Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει», είναι ένας λόγος. Ο άλλος είναι ότι η συγκεκριμένη τους ταινία του 1977 παραμένει επίκαιρη στο μήνυμά της όσο ποτέ άλλοτε.

Γερασμένη σίγουρα ως προς τις τεχνικές της παραμέτρους - ποιότητα ήχου και εικόνας - η ταινία (που αρχικά γυρίστηκε για την ιταλική τηλεόραση RAI) από την άλλη, σε συνάρτηση και με την εποχή που βιώνουμε, είναι διαχρονική ως προς το περιεχόμενό της.

Πρόκειται, όντως, για αληθινή ιστορία. Η ταινία βασίστηκε στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του πρωταγωνιστή της Γκάβινο Λέντα. Διηγείται το πώς ο 7χρονος Γκάβινο εγκαταλείπει το δημοτικό σχολείο σε χωριό της Σαρδηνίας, έπειτα από απόφαση του πατέρα του, ο οποίος εξήγησε στη δασκάλα ότι ο γιος του θα είναι καλύτερο να φυλάει τα πρόβατα της οικογένειας από το να μαθαίνει γράμματα. Για τα επόμενα 14 χρόνια θα φυλακιστεί στα βουνά της Σαρδηνίας, ανάμεσα στα πρόβατα, όπου σιγά-σιγά ανακαλύπτει τον εαυτό του και επαναστατεί στη σαδιστική, τυραννική συμπεριφορά του πατέρα του.

Μ’ έναν ακόμη πιο επίκαιρο τρόπο, η ταινία κινηματογραφεί νεορεαλιστικά την κατάσταση που περιέγραφε ο Λένιν, πως επανάσταση σημαίνει μία διαδικασία όπου «...οι από πάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν πια, όπως κυβερνούσαν παλιά και οι από κάτω δεν θέλουν πια να κυβερνώνται όπως κυβερνιόνταν παλιά».

Εξουσία

Ο πατέρας αφέντης, είναι αυτός που κινεί τα νήματα, παίρνει τις αποφάσεις για όλη την οικογένεια, επιβάλλει με την βία την εξουσία του στα μέλη της και χαράζει πολιτική. Μια πολιτική που αφενός πηγάζει από την ανάγκη επιβίωσης σ’ ένα φτωχό και αναπτυξιακά καθυστερημένο περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα πηγαίνει ακόμα πάρα πέρα, έως την προσπάθεια συσσώρευσης και πλουτισμού.

Ξεκινά από την επιχειρηματολογία του πατέρα όταν παίρνει το παιδί του από το σχολείο απέναντι στην δασκάλα, πως «η εκπαίδευση λέτε ότι είναι, ενώ η φτώχεια είναι πραγματικά υποχρεωτική» για να φτάσει απευθυνόμενος αργότερα στον γιο του να του πει πως «δεν μ’ ενδιαφέρουν οι σπουδές σου, μόνο τα αγαθά που παράγεις». Είναι επίσης εντυπωσιακό πως περιγράφεται μια τοπική κοινωνία στις παρυφές της οικονομικής ανάπτυξης. Στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70 με την διαφορά με την Αμερική του «Πολέμου των Άστρων» να είναι εκκωφαντική. Κι όμως μιλάμε για την ίδια χρονική περίοδο και για μια από τις βασικές ευρωπαϊκές χώρες.

Η ταινία δεν χαρίζει κάστανα. Στην αφήγηση της μιλάει για τα πάντα. Τίποτα φυσικά δεν είναι τυχαίο και κάθε τι που μας δείχνει, αποτελεί και κομμάτι της κριτικής της στο σύστημα. Από τις ημι-φεουδαρχικές κοινωνικές σχέσεις, μέχρι τον ρόλο της εκκλησίας, του στρατού, του κράτους που δεν ανέχεται τις τοπικές διαλέκτους, την ταξική διαστρωμάτωση. «Στην Γερμανία που θα φύγω μετανάστης, θα με φωνάζουν τουλάχιστον με το δικό μου όνομα κι όχι ο υπηρέτης του τάδε».

Από τις συγκλονιστικότερες σκηνές είναι όταν πηγαίνουν πατέρας και γιος να πουλήσουν το λάδι τους στον χονδρέμπορο. Εκεί, όταν του ζητάνε 10.000 λιρέτες (αυτό που εκτιμούσαν έως τώρα ως φυσιολογική οικονομική απαίτηση για το προϊόν τους), εκείνος μέσω του γιου του, που όπως δηλώνει με καμάρι είναι λογιστής, τους λέει πως τώρα πια, λόγω ΕΟΚ και ανταγωνισμού από τις υπόλοιπες ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου, δεν μπορεί να τους δώσει πάνω από 8.000 λιρέτες. Εγώ πολύ θα ήθελα που λένε, αλλά η αγορά δεν με αφήνει… Σας θυμίζει κάτι;

Η «αντι-μνημονιακή» πολιτική είναι εδώ και φορέας της ο Γκάβινο Λέντα που αντιμιλά στον χονδρέμπορο. Δεν κερδίζει, γιατί οι φωνές της «λογικής» του πατέρα του τον επαναφέρουν στην τάξη διαιωνίζοντας την εκμετάλλευση, αλλά το ποτάμι πίσω δεν γυρνά. Και δεν γυρνά γιατί έκανε πολύ μεγάλο δρόμο για φτάσει μέχρι εδώ. Ο Γκάβινο Λέντα όλη του την ζωή προσπαθεί σ’ ένα αντίξοο γι’ αυτόν περιβάλλον, να καταλάβει ποιος είναι, σε τι θέση είναι, τι πραγματικά αξίζει, για να προσπαθήσει στην συνέχεια να διεκδικήσει αυτά που αληθινά του αναλογούν.

Ο ίδιος, μιας και η ιστορία είναι αληθινή, καταφέρνει και πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, όπου αριστεύει, ενώ στη συνέχεια γίνεται διακεκριμένος γλωσσολόγος με ειδίκευση στις ρίζες των διαλέκτων της Σαρδηνίας. Τα υπόλοιπα παιδάκια της τάξης του όμως; Γιατί σήμερα ήταν η σειρά του Γκάβινο. Αύριο, θα είναι η δική μας;

Διαβάστε επίσης

“Fish n’ chips” του Ηλία Δημητρίου

Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης: «Οι Άραβες στη Μεσόγειο»