…2026 χρόνια μετά, οι γάλλοι δημιουργοί Rene Goscinny και Albert Uderzo δηλαδή το 1976, εκδώσαν την ιστορία της διάσημης σειράς τους «Οι περιπέτειες του Αστερίξ του Γαλάτη» με τίτλο: «Οβελίξ & Σία». Μέσα στον απόηχο της τότε παγκόσμιας πετρελαϊκής κρίσης του 1973, οι δύο δημιουργοί σκαρώσανε μια ιστορία προκειμένου να μιλήσουν για την αλλοτρίωση, την τρέλα, την ανισότητα και τις καταστροφές που κουβαλάει στα γονίδιά του ο καπιταλισμός ως σύστημα. Δοσμένα μέσα στο γνωστό πλαίσιο αντιπαράθεσης Γαλατών και Ρωμαίων, τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται απλά, λιτά και κατανοητά. Κυρίως, και αυτό είναι που έχει αξία όσο και πλάκα, η μικρή αυτή ιστορία, συμβάλλει με τις δυνάμεις της, στην συζήτηση που έχει ανοίξει μεσούσης της κρίσης, για το αν η ίδια και τα δεινά που αυτή συνεπάγεται, οφείλονται σε λάθη και δυσλειτουργίες του καπιταλιστικού συστήματος, ή αν το ίδιο το σύστημα είναι σε κρίση.
Ο γνωστός σε όλους μας, Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, μπαϊλντισμένος από τις συνεχείς αναφορές για τις μπούφλες που τρώνε οι δικοί του από τους ανυπότακτους Γαλάτες, αποφασίζει να ακολουθήσει την συμβουλή του νέου και ωραίου, («εκσυγχρονιστή» θα λέγαμε μέχρι πρότινος), Κάιους Γιάπιους. «Αφού δεν μπορούμε να τους νικήσουμε με την δύναμη θα τους νικήσουμε με το δόλωμα του κέρδους: το χρυσάφι». Παρ’ όλες τις ενστάσεις των γηραιών συμβούλων του, («βαθείς Ιουλικούς» θα τους χαρακτηρίζαμε σήμερα) και της συμβουλής τους για αντιμετώπιση του προβλήματος με συστάσεις επιτροπών, αποτελούμενες από υποεπιτροπές με συγκεκριμένες αρμοδιότητες τις οποίες και θα συζητήσουν σ’ ένα επόμενο γεύμα εργασίας, («εξεταστικές» θα τις ονομάζαμε σήμερα), ο Ιούλιος Καίσαρας δίνει απεριόριστη πίστωση στον ευνοούμενό του για να υλοποιήσει το σχέδιό του. Κι ο παραλογισμός ξεκινάει…
Διαλέγοντας τον πιο αγαθό ήρωα του γαλατικού χωριού, Οβελίξ και τα παντελώς άχρηστα πλην όμως ανθεκτικά μενίρ που αυτός φτιάχνει και κουβαλάει σχεδόν μόνιμα στην πλάτη του, ο Κάιους Γιάπιους θα αρχίσει να δημιουργεί τεχνητά, ζήτηση γι’ αυτές τις τεράστιες προϊστορικές, πέτρες. Αφ’ ενός αγοράζοντάς τες κάθε φορά με αδικαιολόγητα μεγαλύτερη τιμή από τον Οβελίξ, δημιουργώντας δηλαδή μια φούσκα μ’ ένα άχρηστο στην πραγματικότητα προϊόν (σας θυμίζει κάτι;) και αφ’ ετέρου ζητώντας την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγής, ώστε άμεσα και έμμεσα να εμπλέξει όλους τους κατοίκους του χωριού στην παραγωγή μενίρ. Απώτατος στόχος; Οι Γαλάτες αντί για τις ομαδικές μπούφλες που ρίχνανε στους Ρωμαίους, τώρα να κάνουνε business μαζί τους.
Στην αρχή του βέβαια, το σχέδιο των Ρωμαίων έμοιαζε μεγαλοφυές…
Το laissez faire – laissez passé δείχνει να δουλεύει. Οι ισορροπίες όπως είναι φυσικό ανατρέπονται και νέες με βάση όχι τις ανάγκες, αλλά το κέρδος δημιουργούνται. Σημαντικό πρόσωπο του χωριού είναι μόνο αυτός που έχει πλέον χρήματα. Παρουσιάζονται όμως δύο μικρά προβληματάκια…
Το πρώτο, είναι τι να τα κάνεις τόσα μενίρ. Μπορεί να είναι φημισμένα για την παντελή έλλειψη χρηστικής τους αξίας, αλλά με την κατάλληλη διαφήμιση είναι δυνατόν να τα πουλήσεις, υποστηρίζει ο Κάιους Γιάπιους και τα μενίρ αρχίζουν να πουλιούνται ωσάν ζεστά φραντζολάκια. Ακριβώς εκεί ξεκινάει το δεύτερο πρόβλημα, καθώς όλοι οι γνωστοί λαοί της «παγκοσμιοποιημένης» Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αρχίζουν να φτιάχνουν μενίρ. Ο Καίσαρ προσπαθεί να σώσει την παρτίδα και να επιβάλει φραγμούς στην ελεύθερη αγορά, για να βρει απέναντι του πρώτα απ’ όλα το Σύνδεσμο Ρωμαίων Βιομηχάνων Μενίρ: «Από πότε οι Ρωμαίοι κατασκευάζουν μενίρ;», ρωτάει εκνευρισμένος, «Από τότε που ο κόσμος τα αγοράζει, ώ Καίσαρ» δέχεται αποστομωτική την απάντηση. Ο προστατευτισμός αποτυγχάνει παταγωδώς και μια κρίση υπερπαραγωγής χτυπάει την κραταιά αυτοκρατορία της Ρώμης οδηγώντας την στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Έτσι λοιπόν η αξία των μενίρ πέφτει κατακόρυφα, οι προσφορές και οι εκπτώσεις δεν σώζουν την κατάσταση και εφ’ όσον στον τότε «γνωστό» κόσμο, Κίνα δεν υπήρχε για να στηρίξει την οικονομία, αγοράζοντας ρωμαϊκά ομόλογα και γοτθικά αμάξια, η κατάρρευση δεν άργησε να έρθει.
Μεσούσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, των «επικαιροποιημένων» μνημονίων και των διαρκώς «αναπροσαρμοζόμενων» προς τα επάνω ελλειμμάτων ώστε να «δικαιολογούνται» τα εις βάρος της εργατικής τάξης μέτρα στην Ελλάδα, περιττό να αναφέρουμε πως όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά αναπόσπαστα κομμάτια στην ιστορία του καπιταλισμού, από την κρίση της τουλίπας στην Ολλανδία του 17ου αιώνα, μέχρι τις φούσκες του σήμερα. Όσο προσπαθούν να μας πείσουν πως πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια λογική ή κάποιοι φυσικοί νόμοι, τόσο περισσότερο το όλο οικοδόμημα γίνεται πιο απόμακρο και ακατανόητο, αλλά και ακόμη περισσότερο μέσα στην κρίση του, πιο βάρβαρο και αποκρουστικό. Πίσω από τις ακατανόητες έννοιες και εκφράσεις, πίσω από το περισπούδαστο ύφος των απανταχού Κάιους Γάπιους με τις παχυλές αποζημιώσεις, που οι καπιταλιστές τοποθετούν ως «golden boys» για να τους πιάνουν χρυσάφι, όλοι ξέρουμε τι «Lehman Brothers» αυτοί καταφέρνουν στο τέλος να το κάνουν.
Γι’ αυτό άλλωστε και η εμπειρία του μενιροποιού Οβελίξ και των Γαλατών φίλων, που πέσανε θύματα για λίγο της προσπάθειας των Ρωμαίων να τους εντάξουν στο τρελοκομείο της αγοράς, εισπράττεται ως μια ακραία τραυματική εμπειρία για τους ίδιους, ώστε να μην προβληματιστούν καθόλου για την φύση της μελλοντικής τους κοινής δράσης. Η εσωτερική ισορροπία λοιπόν καλά κρατεί κι έτσι για άλλη μια φορά στο τέλος, οι Ρωμαίοι τις τρώνε…

