Συνεντεύξεις
Μωυσής Λίτσης: "Τα συνθήματα της Γένοβα παραμένουν επίκαιρα"

Ο Μωυσής Λίτσης είναι δημοσιογράφος και θα είναι ομιλητής στο Μαρξισμό 2019.
Μίλησε στον Γιώργο Πίττα

 

Ερ: Πόσο πραγματικά «μεταμνημονιακή» είναι η περίοδος που διανύουμε; Ποιες είναι οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις σε διεθνές και τοπικό επίπεδο και πώς καθορίζουν το αφήγημα της κυβέρνησης περί εξόδου από την κρίση;

Παρά τις μεγαλοστομίες περί εξόδου από το μνημόνιο, η Ελλάδα παραμένει υπό ευρωπαϊκή και διεθνή επιτήρηση, η οποία είναι ακόμη πιο αυστηρή και από αυτήν του «χρυσού ζουρλομανδύα» του Συμφώνου Σταθερότητας.

Ακόμη και οι πιο στοιχειώδεις παροχές, πρέπει να εγκριθούν από τους δανειστές, τους «θεσμούς» και  γίνονται αντικείμενο παζαριού στα Eurogroup.

Τα πλεονάσματα για τα οποία επαίρεται ο Τσίπρας έχουν βγει με το αίμα και τον ιδρώτα του απλού κόσμου. Μπορεί θεωρητικά να βγήκαμε από τα μνημόνια, και να κάναμε επιτυχή έξοδο στις αγορές αλλά αυτό δεν αλλάζει πολλά για τα δεδομένα της ανεργίας και το αίσθημα της οικονομικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το «δείκτη μιζέριας» που δημοσίευσε το πρακτορείο Bloomberg πριν από μερικές ημέρες, η Ελλάδα φιγουράρει στις πρώτες θέσεις της κατάταξης με τις πιο «δυστυχείς» οικονομίες του κόσμου.

Τα ματωμένα υπερπλεονάσματα του Τσίπρα πάνε στις τσέπες της «διεθνούς των ραντιέρηδων», της χρηματοπιστωτικής αριστοκρατίας που παίζει καθημερινά με ομόλογα, μετοχές και τις ζωές των απλών ανθρώπων.

Όλοι μας ζούμε καθημερινά από πρώτο χέρι την κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών και του ανεπαρκούς και πριν την κρίση «κράτους πρόνοιας», της δημόσιας Υγείας και Παιδείας.

Εννιά χρόνια μετά την κρίση η κοινωνία έχει ισοπεδωθεί. Οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά 40%, στον ιδιωτικό τομέα επικρατεί εργασιακή ζούγκλα, οι συντάξεις έχουν πετσοκοπεί, οι νέοι επιστήμονες φεύγουν στο εξωτερικό ελπίζοντας σε καλύτερη τύχη.

Ως αντιστάθμισμα σε όλα αυτά ο Τσίπρας μοιράζει αύξηση του κατώτατου μισθού -πόσοι άραγε θα την τηρήσουν;- και μερικά ακόμη ψίχουλα, όταν έχει δώσει «γην και ύδωρ» στο διεθνές κεφάλαιο.

Σε διεθνές επίπεδο οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις παραμένουν ανησυχητικές. Το ΔΝΤ και η ΕΚΤ κτυπούν συνεχώς καμπανάκι για επικείμενη ύφεση. Πρόσφατα το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε πως η γερμανική οικονομία, η ατμομηχανή της Ευρώπης, θα παρουσιάσει ανάπτυξη μόλις 0,5% φέτος, ποσοστό το οποίο είναι το χειρότερο από το 2013. Πριν από ένα χρόνο προέβλεπε ανάπτυξη 2,1%.

Οι κεντρικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει το όπλο των μηδενικών επιτοκίων και του φθηνού χρήματος μέσω της λεγόμενης ποσοτικής χαλάρωσης. Λεφτά τα οποία ούτως ή άλλως δεν πήγαιναν στην κοινωνία αλλά στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια.

Ενδεικτική του αδιεξόδου είναι η κόντρα του Τραμπ με τη FED, την οποία πιέζει να μειώσει τα επιτόκια.

Σε πολιτικό επίπεδο οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί έχουν γίνει εντονότεροι: ΗΠΑ εναντίον ΕΕ, Ρωσίας και Κίνας, τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός με επίκεντρο τη Συρία, ανταγωνισμός Ισραήλ, Σαουδικής Αραβίας και Ιράν για τον έλεγχο στην ευρύτερη περιοχή.

Όχι τυχαία στα ίδια τα συστημικά ΜΜΕ η περίοδος που διανύουμε συγκρίνεται με αυτήν πριν το ξέσπασμα της μεγάλης σφαγής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων.

Ήταν και τότε μία εποχή ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, παγκοσμιοποίησης του εμπορίου και των συναλλαγών.

Ερ: Σε μια σειρά από χώρες της ΕΕ βλέπουμε την ακροδεξιά να ανεβαίνει. Τι τροφοδοτεί αυτήν την εξέλιξη και πως πιστεύεις ότι μπορούμε να τη σταματήσουμε και διεθνώς και στη Ελλάδα;

Δυστυχώς. Είναι ένα ανησυχητικό φαινόμενος ενόψει μάλιστα και των επικείμενων ευρωεκλογών, όπου τα ακροδεξιά κόμματα αναμένεται να καταγράψουν επιτυχίες, εκμεταλλευόμενα τη δυσαρέσκεια του κόσμου, απέναντι σε αυτό το οποίο εκλαμβάνουν ως δήθεν «Ενωμένη Ευρώπη».

Τα κόμματα της ακροδεξιάς εκμεταλλεύονται την απουσία μιας δυναμικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς που θα βάζει το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων, υποσχόμενα περασμένα εθνικά μεγαλεία, δήθεν αντισυστημικό λόγο, διανθισμένο με παραδοσιακό αντισημιτισμό και συνομωσιολογία, εκτοξεύοντας το ρατσιστικό δηλητήριο, κατά των χιλιάδων απόκληρων από την Αφρική και την Ασία, που αναζητούν μια καλύτερη ζωή στον «ευρωπαϊκό παράδεισο».

Για να σταματήσει η άνοδος της ακροδεξιάς χρειάζεται ένα μαχητικό αντιφασιστικό-αντιρατσιστικό κίνημα και ένας ξεκάθαρος κατανοητός αριστερός λόγος. Η αντικαπιταλιστική αριστερά πρέπει να συνδεθεί ξανά με τους καταφρονεμένους, την εργατική τάξη, τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και να ξαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις μεγάλες αντιφασιστικές παραδόσεις.

Όχι δήθεν «προοδευτικές συμμαχίες» με τα ρετάλια της εγχώριας και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, όταν μάλιστα μέχρι πριν λίγο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργαζόταν σε κυβερνητικό επίπεδο με τον ακροδεξιό, εθνικιστή Πάνο Καμμένο, νομιμοποιώντας τις πολιτικές του μπαρούφες και συνομοσιωλογίες.

Ερ: Δίπλα στις επιθέσεις υπάρχουν και οι αντιστάσεις. Τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία λένε όχι στον Μακρόν, ενάντια στη λιτότητα, στο «νόμο και στην τάξη. Στη Γερμανία, την Ιταλία και άλλες χώρες έχει αναδυθεί ένα μαζικό κίνημα που λέει όχι στους φασίστες. Μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα από τα κάτω; 

Βεβαίως και μπορούμε. Πλάι στα κινήματα που αναφέρατε θα έβαζα και τις πολύ σημαντικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και τη συζήτηση περί σοσιαλισμού που έχει προκαλέσει το από τα αριστερά ρήγμα στο Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά και τις πρόσφατες εξεγέρσεις σε Αλγερία και Σουδάν, που δείχνει ότι το πνεύμα της «αραβικής άνοιξης» παραμένει ζωντανό, παρά τα όσα συμβαίνουν στη Συρία και τη Λιβύη.

Όλα αυτά είναι σημαντικές αντιστάσεις στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, οι οποίες έρχονται να διαψεύσουν την «TINA (there is no alternative)- δεν υπάρχει άλλη λύση από την υποταγή στα μνημόνια, την καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική κυριαρχία.

Βεβαίως δεν αρκεί η μηχανιστική ταύτιση με κινήματα όπως τα κίτρινα γιλέκα. Χρειάζεται η προσπάθεια σύνδεσης με όλες αυτές τις εστίες αντίστασης, παρά τις επί μέρους διαφορές. Στο κάτω-κάτω όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε: Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λονδίνο, το Παρίσι και όπου αλλού ο κόσμος εξεγείρεται αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον.

Ερ: Βρισκόμαστε μπροστά σε πολλαπλές εκλογές και έχεις δηλώσει ότι θα στηρίξεις την Ανταρσία στις Γειτονιές της Αθήνας και τον Πέτρο Κωνσταντίνου. Τι νόημα έχει η ενίσχυση των ψηφοδελτίων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σήμερα; Πόσο επίκαιρα είναι σήμερα τα συνθήματα που βάζαμε 18 χρόνια πριν πηγαίνοντας στη Γένοβα;  

Η ενίσχυση των ψηφοδελτίων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και ιδιαίτερα της Ανταρσίας στις γειτονιές της Αθήνας έχει κατά τη γνώμη μου διπλή σημασία:

Πρώτον την ενίσχυση των προσπαθειών των συντρόφων και συναγωνιστών, καθημερινών ανθρώπων, εργαζόμενων και όχι πολιτικών καριέρας, που όλα αυτά τα χρόνια με δυσκολίες και αδυναμίες δίνουν μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, συμπαραστέκονται σε πρόσφυγες και μετανάστες και συγκρούονται με τη Χρυσή Αυγή.

Δεύτερον η ενίσχυση των ψηφοδελτίων αυτών δείχνει ότι τα οράματα της αριστεράς δεν έχουν πεθάνει, παρά το ξεπούλημα της κυβέρνησης Τσίπρα και την ενσωμάτωση άξιων αγωνιστών του ΣΥΡΙΖΑ στο σύστημα το οποίο κάποτε μαχητικά πολεμούσαν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτός των άλλων προκάλεσε απαξίωση των οραμάτων της αριστεράς, και οδήγησε τον κόσμο να πιστέψει πως «όλοι ίδιοι είναι», στρέφοντας κόσμο στην απογοήτευση και την ιδιώτευση.

Αυτός είναι λοιπόν ένας ακόμη λόγος για να ενισχύσουμε την Ανταρσία στις γειτονιές της Αθήνας. Για να δείξουμε πως ο αγώνας για άμεσες καθημερινές αλλαγές στη ζωή μας δεν σταματά.

Όσο για τα συνθήματα της Γένοβας, που συμπυκνώνονταν στο «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη» και «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», παραμένουν όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρα. Οι ανισότητες έχουν διευρυνθεί όχι μόνο ανάμεσα στο Βορρά (τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες) και το Νότο (τον τρίτο κόσμο), αλλά και μέσα στις ίδιες τις καπιταλιστικές μητροπόλεις.

Οι πολλαπλασιαζόμενοι πόλεμοι με τους χιλιάδες πρόσφυγες, ο εργασιακός μεσαίωνας και η τεράστια οικολογική καταστροφή που συντελείται (βλέπε κλιματική αλλαγή), όχι μόνο κάνουν επίκαιρα τα συνθήματα της Γένοβας, αλλά ξαναφέρνουν στο νου την ιστορική ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Ή θα παλέψουμε για κοινωνικές αλλαγές προς όφελος των πολλών ή θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τη βαρβαρότητα να εξαπλώνεται και να απειλεί τη ζωή τη δική μας, των παιδιών μας και των μελλοντικών γενεών.