Βιβλιοκριτική: Άμεση Δημοκρατία χωρίς κεντρικότητα της εργατικής τάξης;

Και έχει ιδιαίτερη αξία επειδή ο συγγραφέας του είναι γνωστός για τη δράση του εδώ και 3 δεκαετίες στο χώρο της επαναστατικής αριστεράς και πρόσφατα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Κυκλοφόρησε σε μια περίοδο που το ερώτημα «ποιά εναλλακτική διέξοδος» απασχολεί ιδιαίτερα τον κόσμο που έδωσε το παρών στις πλατείες και τους εργατικούς αγώνες και είναι θετικό ότι υπήρξε ανταπόκριση στην έκδοση του βιβλίου του Γιώργου Λιερού, ώστε όπως μαθαίνουμε η πρώτη έκδοση να έχει ήδη εξαντληθεί.

Είναι πολύ σημαντικό επίσης γιατί ο παράγοντας «από τα κάτω» απουσιάζει από τον κυρίαρχο λόγο της αριστεράς στην Ελλάδα, στον οποίο αντίθετα κυριαρχεί η λογική των λαϊκών μετώπων και των αριστερών κυβερνήσεων, η σταλινική ντετερμινιστική αντίληψη των «σιδερένιων» νόμων της ιστορίας που υποτίθεται ότι κάτω από την κατάλληλη ηγεσία θα μετασχηματίσουν την κοινωνία σε κομμουνιστική.

Στον αντίποδα αυτών των αντιλήψεων ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την αρχή τη βασική του θέση, ότι θεωρεί την άμεση δημοκρατία των συμβουλίων/συνελεύσεων όχι σαν ένα ακόμη χώρο διαλόγου, αλλά σαν εκείνη τη μορφή αυτο-οργάνωσης της σύγχρονης εποχής που μπορεί και πρέπει να αντικαταστήσει την αστική δημοκρατία του κοινοβουλίου.

Πρόκειται λοιπόν για μια εντελώς διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, βασισμένη στη δημοκρατική συζήτηση και τη συλλογική δράση. Οι συμμετέχοντες σε αυτή καλούνται στη συνέχεια να δώσουν σάρκα και οστά στις αποφάσεις που παίρνονται. Αυτό είναι μια διαδικασία δημιουργική και απελευθερωτική. Ξεπερνά την αλλοτρίωση που γεννά ο καπιταλισμός και αλλάζει τις συνειδήσεις, βάζοντας τους συμμετέχοντες στο ρόλο του υποκείμενου μιας άλλης κοινωνίας και ενός άλλου τρόπου ζωής, χωρίς μισθωτή εργασία και καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, με αυτοδιαχείριση και με κέντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.

Το άνοιγμα αυτής της συζήτησης είναι σήμερα πολύτιμο. Γι’ αυτό υπάρχουν ζητήματα στα οποία θα πρέπει να σταθούμε.

Στην εκτενή ιστορική αναδρομή του ο συγγραφέας επισημαίνει ότι πράγματι, τα εργατικά συμβούλια δεν ήταν επινόηση κάποιου μυαλού, αλλά ξεπήδησαν αυθόρμητα μέσα από τη δράση της νεαρής εργατικής τάξης από την Κομμούνα του Παρισιού και στη συνέχεια στη Ρωσία και στη Γερμανία. Επιτυχημένη επίσης είναι η αναφορά στη συμβολή του Μαρξ στην κατανόηση της αλλοτρίωσης με τα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα», αλλά και στην κριτική του στον οικονομισμό της τότε Σοσιαλδημοκρατίας, στην απεμπόληση ουσιαστικά των στρατηγικών στόχων του προλεταριάτου με αντάλλαγμα μια σειρά οικονομικά αιτήματα που βελτίωναν άμεσα τους υλικούς όρους διαβίωσης.

Συμβούλια

Δεν συμφωνούμε όμως με το σχήμα που αντιπαραθέτει από τη μια μεριά τον νεαρό Μαρξ, τον Μπακούνιν, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι και από την άλλη όλους μαζί, Β’ και Γ’΄Διεθνή, τον Στάλιν και τον Μάο. Όχι μόνο για λόγους ιστορικής δικαίωσης, αλλά κυρίως γιατί προσπερνάει με ευκολία την άνοδο και την πτώση της σοβαρότερης απόπειρας εργατικών συμβουλίων στην ιστορία του εργατικού κινήματος, τη Ρώσικη Επανάσταση.

Η πορεία των εργατικών εξεγέρσεων στον 20ο αιώνα κατέδειξε ότι δεν υπάρχουν σινικά τείχη ανάμεσα στις οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις, ούτε εύκολοι τρόποι «εξαγοράς» των εργατών μέσα από τις παροχές του κράτους και την κοινωνία του θεάματος. Αντίθετα, τα εργατικά συμβούλια συνέχισαν να εμφανίζονται από την Πολωνία του ’80 μέχρι τη Χιλή του ’74 και το Ιράν του ’79.

Αυτό δικαιώνει τον Μαρξ που εξηγούσε με ποιούς τρόπους η αλλοτρίωση γεννιέται από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και τη Ρόζα όταν δήλωνε ότι «εκεί που δένονται οι αλυσίδες, εκεί θα σπάσουν», στους χώρους δουλειάς με τον εργατικό έλεγχο. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι η κεντρικότητα της εργατικής τάξης είναι πιο ουσιώδης και απαραίτητη από την κατάληψη του φυσικού χώρου-γης (χωρίς να αποκλείει την τελευταία, αντίθετα συνήθως την περιλαμβάνει).

Πώς θα είναι η κοινωνία που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό; Ο σύντροφος Γιώργος απορρίπτει –και καλά κάνει- το σχήμα της «Αυτοκρατορίας» των Χαρντ και Νέγκρι, για να συναντηθεί, όμως, με το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα της «απο-ανάπτυξης», το ρεύμα που προτείνει, σαν απάντηση στην ισοπέδωση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και την καταστροφή του περιβάλλοντος μικρές, αποκεντρωμένες, βασικά αυτάρκεις κοινωνίες, οριζόντια συνδεδεμένες μεταξύ τους. Μπορεί όμως ένα τέτοιο κύτταρο να αποτελέσει εναλλακτική προοπτική;

Η αποανάπτυξη περιγράφει πολύ πετυχημένα τις αμαρτίες του καπιταλισμού, αλλά πιστεύουμε ότι αδυνατεί να δώσει διέξοδο στο ζήτημα της κρατικής εξουσίας και στην ανισομετρία των κοινωνιών, στην ψαλίδα δηλαδή όχι μόνο σε φυσικό πλούτο-τρόφιμα αλλά σε τεχνική, γνώση, επιστήμη, ιατρική και κοινωνική περίθαλψη.

Η απάντηση δε μπορεί να είναι η επιστροφή στον προ-καπιταλισμό, αλλά η αξιοποίηση των κατακτήσεων που πέτυχε η ανθρωπότητα στον καπιταλισμό: της υψηλής παραγωγικότητας, της τεχνογνωσίας, των επιστημονικών γνώσεων που σήμερα έχουν στραφεί εναντίον της. Η άμεση δημοκρατία και ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή και την κοινωνία έχουν να παίξουν εδώ αποφασιστικό ρόλο στο τι πετάμε και τι κρατάμε και με ποιο τρόπο.

Μια οικουμενική πρόταση είναι αναγκαία και οφείλει να μην φοβηθεί τα αριθμητικά μεγέθη, αλλά να αναμετρηθεί με τον κίνδυνο γραφειοκρατικοποίησης, να απορρίψει την από τα πάνω ομογενοποίηση αφήνοντας στις ίδιες τις κοινωνίες να επιλέξουν το βαθμό ολοκλήρωσης-ενοποίησης, σε σχέση και με την ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών τους.

Σε κάθε περίπτωση, το δοκίμιο του Γιώργου Λιερού είναι συμβολή σε μια πολύ επίκαιρη συζήτηση που ελπίζουμε να συνεχιστεί και να βαθύνει. Το έχει ανάγκη η αριστερά και όλος ο κόσμος που παλεύει και ψάχνεται.