Δύο χρόνια μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» (2009), ο Φίλιππος Τσίτος επέστρεψε στις κινηματογραφικές αίθουσες με την νέα του ταινία, «Άδικος Κόσμος».
Δεύτερη συνεργασία με τον ηθοποιό Αντώνη Καφετζόπουλο, ο οποίος απέσπασε το βραβείο Α’ αντρικού ρόλου στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, καθώς και βραβείο σκηνοθεσίας για τον ίδιο, αποτελούν σίγουρα, εντυπωσιακά στοιχεία για μια πετυχημένη πορεία της ταινίας που ξεκίνησε να προβάλλεται την περασμένη εβδομάδα. Δεν είναι όμως και οι μοναδικοί λόγοι για να πάει κάποιος να την δει.
Ο «Άδικος κόσμος» είναι μια ταινία που κινηματογραφικά εμπνέεται από πολλά, αλλά δεν μιμείται τίποτα. Έχει ένα δικό της τρόπο γραφής που τελικά καταφέρνει να σε κερδίσει. Γιατί αφενός μάς διηγείται μια «απλή» ιστορία, ενώ αφετέρου το κάνει μ’ έναν φρέσκο όσο και προσωπικό τρόπο που σου κρατάει το ενδιαφέρον και δεν σ’ αφήνει να βαρεθείς.
Παρόλο που χαρακτηρίζεται από ένα μινιμαλιστικό τρόπο ως προς την γραφή της, η ταινία αναφέρεται σε πολύ οικείες στους περισσότερούς μας καταστάσεις. Με κυρίαρχα στοιχεία σε όλη την ταινία την σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα (που επιτείνεται κιόλας από τα χαρακτηριστικά της τωρινής κρίσης), την άποψη, καθώς και τη διαπεραστική ματιά του σκηνοθέτη που είναι καθόλα παρούσα, την πολύ καλή υποστήριξη των ρόλων από τους πρωταγωνιστές, όσο και από τους πολλούς άλλους γνωστούς ηθοποιούς που πραγματοποιούν μικρά περάσματα, το υπόγειο χιούμορ του «παλιού ροκά», όπως αναφέρει και στην ταινία, Αντώνη Καφετζόπουλου, αναδεικνύουν δεξιοτεχνικά έναν αυθεντικό, διχασμένο και κωμικοτραγικό κόσμο που τελικά αφορά όλους μας. Εντός και εκτός των τειχών.
Με αφοπλιστική αμεσότητα, ευαισθησία και ακρίβεια, η ταινία περιγράφει τις ζωές ανθρώπων της διπλανής πόρτας που ενώ δεν έχουν τίποτα το φαντεζί και το γκλάμορους να μας επιδείξουν - σύμφωνα τουλάχιστον με τα πρότυπα εκείνα που μας σερβίρονται καθημερινά ως τέτοια – παρουσιάζουν αντίθετα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί αφορούν ιστορίες και καταστάσεις ανθρώπων τις οποίες εύκολα μπορούμε οι υπόλοιποι να αναγνωρίσουμε.
Συγκρούσεις
Είναι αυτές οι ζυμώσεις, οι συγκρούσεις και οι στάσεις ζωής της πλειοψηφίας του κόσμου, μέσα στο πλαίσιο της σημερινής κοινωνίας, που καταγράφονται καθημερινά – που ενίοτε χαρακτηρίζονται κι από προσωπικές υπερβάσεις, επιτυχίες κι αποτυχίες, προχωρήματα όσο και πισωγυρίσματα της σκέψης τους – και που κάνουν αυτή την καταπιεζόμενη πλειοψηφία του 99% να ζει και να αναπνέει, προσπαθώντας να επιβιώσει, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες για το μέλλον.
Διαδικασίες που συνήθως αποφεύγεται η προβολή τους, μιας και είναι «αργόσυρτες», «μουντές», υπερβολικά «κουλτουριάρικες», ενίοτε ασπρόμαυρες, για «λίγους», κόντρα στην διάθεση του κόσμου για «ανάλαφρες» επιλογές, ώστε να «ξεχαστεί βρε αδερφέ από τον βομβαρδισμό δυσάρεστων ειδήσεων, ελέω κρίσης»…
Ο «Άδικος Κόσμος» είναι μια τραγική κωμωδία για το πως οι άνθρωποι αδικούν ο ένας τον άλλο επειδή είναι δυστυχείς. Είτε από αδυναμία, όπως ο υπάλληλος της αστυνομίας και προανακριτής Σωτήρης, είτε από ανάγκη, όπως η εργαζόμενη σε συνεργείο καθαριότητας Δώρα (Θεοδώρα Τζήμου), οι ήρωες της ιστορίας βρίσκονται όλοι στην ίδια παγίδα.
Ανέχονται μια ζωή που δεν τους αρέσει και θα ήθελαν μια άλλη που δεν ξέρουν καν πως μπορεί να μοιάζει. Κάθε ήρωας θεωρεί για τον εαυτό του δίκαιο, κάτι το οποίο αδικεί κάποιον άλλο. Έτσι όλοι έχουν δίκιο. Και άδικο.
Η ιστορία διηγείται το παράδοξο της αναζήτησης της ευτυχίας σε λάθος σημεία στις λάθος στιγμές και την υπαρξιακή αγωνία που προκύπτει όταν διαπιστώνουμε ένα τέτοιο λάθος στη ζωή μας.
Ο «Άδικος Κόσμος» μας παρουσιάζει ανθρώπους που προσπαθούν να μην είναι άδικοι. Ανθρώπους που φτάνουν μέχρι το να βραχυκυκλώνουν το σύστημα, όπως όταν ακούμε τον διοικητή του Σωτήρη να τον νουθετεί και μπερδεμένος να του λέει πως, «έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Οι παράνομοι θέλουν να πιαστούν, ενώ οι μπάτσοι δεν θέλουν να τους πιάσουν». Για να το διορθώσει αμέσως μετά λέγοντας πως, «οι παράνομοι δεν θέλουν να πιαστούν και οι μπάτσοι θέλουν να τους πιάσουν» και εισπράττοντας την απάντηση του Σωτήρη, «εσύ κάνε ό,τι θέλεις. Εγώ πλέον δεν θέλω να αδικώ».
Αν και μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής κριτικής που έγινε, μιλάει σωστά για επιρροές από Καουρισμάκι και Τζάρμους, μέχρι Μάικ Λι, η αίσθηση που αφήνει στο τέλος η ταινία, είναι πως μόλις παρακολούθησες μια ελληνική εκδοχή του πνεύματος των ταινιών του Κεν Λόουτς. Όπως το «Βροχή από Πέτρες» (1993), ή καλύτερα το «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» (2000).

