Χιλή 1988, η δικτατορία του Πινοτσέτ έχει κλείσει δεκαπέντε αιματοβαμμένα χρόνια, μέσα στα οποία ο χιλιανικός καπιταλισμός έχει κάνει «πρωτοπόρα» νεοφιλελεύθερα βήματα προς τις ιδιωτικοποιήσεις και τον αστικό εκσυγχρονισμό αγκαλιά με τις ΗΠΑ και τη CIA.
Το 40% του κόσμου ζει κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας. Οι εξορίες, οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια και οι «εξαφανίσεις» αγωνιστών μετρούν δεκάδες χιλιάδες. Παρόλ’αυτά, η αντίσταση στη δικτατορία δε λέει να σταματήσει. Οι διαδηλώσεις και η ανυπακοή συνεχίζονται.
Κάτω από τη διεθνή κατακραυγή και πιέσεις για «ομαλοποίηση», το καθεστώς παραχωρεί ένα δημοψήφισμα με θέμα την παραμονή ή όχι του Πινοτσέτ στην εξουσία για οκτώ ακόμη χρόνια χωρίς τη στρατιωτική του ιδιότητα (!). Όλα μοιάζουν να είναι υπό έλεγχο. Το χέρι του νόμου και της τάξης σιδερένιο, τα ΜΜΕ στον απόλυτο έλεγχο της χούντας, η αντιπολίτευση διαλυμένη και διαιρεμένη, η χώρα φαινομενικά σε σταθερότητα και ευημερία. Κι όμως στις 5 Οχτώβρη 1988 οι κάλπες έβγαλαν το «Όχι» με 55%.
Η πολύ ενδιαφέρουσα ταινία «Νο» του Πάμπλο Λαραΐν που παίζεται από την περασμένη βδομάδα, αναφέρεται στην προεκλογική καμπάνια του «Όχι». Βασίζεται στο βιβλίο «Το δημοψήφισμα» του Αντόνιο Σκάρμετα, συγγραφέα του «Il postino». Μετά το «Τονι Μανέρο» και «Santiago ’73 - Post mortem” ολοκληρώνει την τριλογία του σκηνοθέτη για τη δικτατορία στη Χιλή.
Ο κεντρικός ήρωας, Ρενέ Σααβέδρα, είναι γιος εξόριστου πολιτικού της αντιπολίτευσης, έχει σπουδάσει διαφήμιση στην Αμερική και επέστρεψε στη χώρα του με τον αέρα του μάρκετιγκ και της τεχνολογίας. Έχει βρει μια καλή δουλειά στο στούντιο του φιλοκαθεστωτικού Λούτσο Γκουσμάν. Συμπαραστέκεται στην πρώην σύντροφό του, Βερόνικα, η οποία μπαινοβγαίνει στην ασφάλεια, απλά και μόνο γιατί συμμετέχει στον αγώνα κατά της χούντας αλλά ο ίδιος δεν πολυσυμφωνεί με την επιλογή της. Ο Ρενέ είναι ένας δημοκρατικός νέος τεχνοκράτης.
“Ψίχουλο”
Όταν ανακοινώνεται το δημοψήφισμα, ο Ρενέ αναλαμβάνει από το συνασπισμένο «ουράνιο τόξο» της αντιπολίτευσης τα σποτ του «Όχι» που θα παίζουν στην κρατική τηλεόραση 15 λεπτά κάθε μέρα για τις 27 μέρες πριν τις εκλογές. Είναι ένα «ψίχουλο» δημοκρατίας από το καθεστώς που γνωρίζει ότι το ίδιο διατηρεί τον έλεγχο σε όλη την υπόλοιπη τηλεοπτική μετάδοση.
Το «Νο» δεν είναι πολιτικό θρίλερ, δεν στηρίζεται στο σασπένς, δεν είναι καν καλοφτιαγμένο με τη συμβατική έννοια. Εσκεμμένα γυρίστηκε με κάμερα VHS στο χέρι για να ταιριάζει με την αισθητική της TV της εποχής του και να ενσωματώνεται στα σποτ που πραγματεύεται. Η σχέση μορφής – περιεχόμενου επαναφέρει το κεντρικό ερώτημα: «Επιτρέπεται ένα πολιτικό μήνυμα να αντιμετωπίζεται με όρους καταναλωτικού προϊόντος;». Ο Ρενέ, βασικός υπέρμαχος αυτής της αντίληψης, μετά την εμπειρία της καμπάνιας έχει κλονιστεί, έχει επηρεαστεί από τις συγκεντρώσεις που κάθε φορά καταστέλλει ο στρατός, έχει πεισμώσει από τους εκβιασμούς.
Το «Όχι» δεν ήταν αποτέλεσμα απλά μιας πετυχημένης επικοινωνιακής καμπάνιας. Για το «Όχι» δούλεψαν πόρτα-πόρτα δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές της αντιπολίτευσης, όπως η Βερόνικα, με ή χωρίς ξύλινη γλώσσα, ήταν αυτοί που πίεσαν τη χούντα να δώσει και να χάσει το δημοψήφισμα. Νίκησαν, αλλά δεν δικαιώθηκαν. Η μετάβαση στη δημοκρατία έγινε με βελούδινο τρόπο για την αστική τάξη της Χιλής και τις ΗΠΑ και με τον χασάπη Πινοτσέτ στη θέση του στρατηγού για πολλά ακόμη χρόνια, χωρίς ποτέ να δικαστεί και να τιμωρηθεί!
Αυτή την πικρή γεύση αφήνει και η τελευταία σκηνή, όπου ο Ρενέ και το αφεντικό του συμφιλιωμένοι σκηνοθετούν το διαφημιστικό σποτ της ανερχόμενης τότε σαπουνόπερας «Τόλμη και γοητεία». Δεν αγωνίστηκε γι’ αυτό η αντίσταση. Τα ζητήματα της ταινίας είναι βαθιά και επίκαιρα και ζητούν διέξοδο. The revolution will not be televised...

