Πριν από δέκα χρόνια, μεθυσμένες από την υπερφίαλη αίσθηση της παντοδυναμίας τους, οι ΗΠΑ υπό τον Τζορτζ Μπους, ετοιμάζονταν να εισβάλουν στο Ιράκ. Σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα η αμερικάνικη ισχύς;
Η συνηθισμένη άποψη είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν ταπεινωθεί και βρίσκονται σε διαρκή υποχώρηση. Αυτό εκφράστηκε για παράδειγμα στη συζήτηση που έγινε στο βρετανικό Ράδιο 3 την περασμένη βδομάδα σχετικά με το αν η απόφαση των ΗΠΑ να μείνουν έξω από τον πόλεμο στο Μαλί είναι δείγμα αποδυνάμωσής τους.
Αυτή η άποψη δεν είναι εντελώς λανθασμένη. Ορισμένοι, ακόμη και στην Αριστερά, δεν αναγνωρίζουν την κλίμακα γεωπολιτικής ήττας που υπέστησαν οι ΗΠΑ στο Ιράκ.
Ναι, η περίφημη αύξηση των αμερικάνικων στρατευμάτων το 2007-8 και, ακόμη σημαντικότερο, η πολιτική εκστρατεία εκμετάλλευσης του φόβου των Σουνιτών στο Ιράκ απέναντι στην κυριαρχία των Σιιτών, ώστε να εξαγοραστεί ένα τμήμα των Σουνιτών εξεγερμένων, οδήγησε τις ΗΠΑ στην επανασταθεροποίηση του Ιράκ.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ έχουν περιθωριοποιηθεί πολιτικά. Η κάποτε πιστή τους κυβέρνηση του Νούρι αλ-Μάλικι αρνήθηκε να αποδεχθεί τη συμφωνία που έθετε τα αμερικάνικα στρατεύματα υπεράνω του νόμου. Έτσι, η κυβέρνηση του Ομπάμα αναγκάστηκε να προχωρήσει, στα τέλη του 2011, σε μεγαλύτερης κλίμακας αποχώρηση από ό,τι σχεδιαζόταν.
Στην Ασία, οι ΗΠΑ μετά την ήττα τους στο Βιετνάμ, μπόρεσαν να αποζημιωθούν εν μέρει, με την αντεπανάσταση του 1965 που διέλυσε το κομμουνιστικό κίνημα της Ινδονησίας και με τη συμμαχία τους με τις ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Ταϊβάν.
Στη Μέση Ανατολή, όμως, ο συσχετισμός δυνάμεων μετατοπίζεται σταθερά ενάντια στην Ουάσινγκτον. Το Ιράκ του Μάλικι έχει συμμαχήσει με το Ιράν, τη Συρία και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Είναι αλήθεια πως αυτή η συμμαχία έχει αποδυναμωθεί λόγω της επανάστασης στη Συρία, αλλά οι ΗΠΑ έχασαν έναν κρίσιμο συνεργάτη, όταν ο Χόσνι Μουμπάρακ ανατράπηκε στην Αίγυπτο πριν από δύο χρόνια, ενώ τώρα έχουν να αντιμετωπίσουν μια πολύ πιο δυναμική Τουρκία υπό τον Ερντογάν.
Αυτές οι εξελίξεις συνοδεύτηκαν από την απόφαση της κυβέρνησης Ομπάμα να μεταστρέψει τις δυνάμεις της και την προσοχή της προς ανατολάς, για να αντιμετωπίσει την πρόκληση μιας Κίνας με ολοένα πιο διευρυμένες οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες.
Η Χίλαρι Κλίντον, λίγο πριν αφήσει τα καθήκοντά της ως Υπουργού Εξωτερικών την περασμένη βδομάδα, είπε πως: “θα συνεχίσουμε να καλοσωρίζουμε την άνοδο της Κίνας -αν επιλέξει να παίξει εποικοδομητικό ρόλο στην περιοχή”.
Η προειδοποίηση είναι αρκετά καθαρή. Η Κλίντον δεν σταμάτησε να δουλεύει για την εκμετάλλευση των τοπικών ανταγωνισμών -ιδίως σε σχέση με τις αντιτιθέμενες διεκδικήσεις στη Νότια Κινέζικη Θάλασσα αλλά και την κόντρα μεταξύ Πεκίνου και Τόκιου για τα νησιά Σενκάκου/Ντιαογιού. Προσπάθησε να δώσει στις ΗΠΑ το ρόλο του προστάτη των χωρών που φοβούνται την επέκταση της κινέζικης ισχύος.
Αεροπλανοφόρα
Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να έχουν τεράστια στρατιωτική ανωτερότητα σε σχέση με την Κίνα. Η Κίνα τώρα μόλις μετατρέπει ένα μεσαίας κλίμακας ουκρανικό αεροπλανοφόρο για δική της χρήση. Οι ΗΠΑ έχουν 11 ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων, η κάθε μια με τρομακτική δύναμη πυρός στη διάθεσή της.
Ο νεοσυντηρητικός ιστορικός Άαρον Φρίντμπουργκ υποστηρίζει στο βιβλίο του για την κινέζικη απειλή “Αγώνας για την Κυριαρχία” ότι το Πεκίνο ίσως σύντομα αποκτήσει αρκετή πυραυλική δύναμη, ώστε οι ΗΠΑ να μην μπορούν να σηκώνουν το κόστος υπεράσπισης της Ταϊβάν. Όμως, οι θαλασσιες οδοί από τις οποίες η Κίνα εξαρτάται για να εξάγει τα βιομηχανικά της προϊόντα και να εισάγει πρώτες ύλες και υψηλή τεχνολογία, θα βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του αμερικάνικου ναυτικού για δεκαετίες.
Συνεπώς, είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ θα χαμηλώσουν τις προσδοκίες τους στη Μέση Ανατολή. Ο Τζορτζ Φρίντμαν, από την εταιρεία αναλύσεων θεμάτων στρατηγικής Στράτφορ υποστηρίζει πως πρόκειται για αναγκαία διόρθωση σε σχέση με τις περιπέτειες του Τζορτζ Μπους (τις οποίες, παρεμπιπτόντως, ο ίδιος αναλυτής υποστήριζε όταν συνέβαιναν). Λέει πως στην απόφαση του Ομπάμα να αφήσει στους Γάλλους τη σκληρή δουλειά στο Μαλί “μπορούμε να δούμε το αμερικάνικο σύστημα να σταθεροποιείται, περιορίζοντας τις απειλές που δεν μπορούν να εξαλειφθούν και αρνούμενο να συρθεί σε μάχες τις οποίες δεν μπορεί να χειριστεί”.
Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει αποδυναμωθεί από την ήττα στο Ιράκ και από το χάος του Αφγανιστάν. Αλλά κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Η αμερικάνικη άρχουσα τάξη είναι καθισμένη στο κέντρο του παγκόσμιου καπιταλιστικου συστήματος. Αυτό την κάνει πολύ ευάλωτη στην συστημική κρίση των τελευταίων πέντε ετών. Αλλά, αυτός ο κεντρικός ρόλος και οι πόροι που ακόμη ελέγχει ο αμερικάνικος καπιταλισμός σημαίνουν πως οι ΗΠΑ παραμένουν η κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη.

