Γαλλική Επανάσταση, έτος 1793. Πριν από 220 χρόνια oι “Αβράκωτοι” παίρνουν το κεφάλι του Λουδοβίκου

Το γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη της γαλλικής επανάστασης είναι η εισβολή του εξεγερμένου πλήθους στη φυλακή της Βαστίλης, στις 14 Ιούλη του 1789. Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλη του 1790, όλοι πανηγύριζαν την επέτειο με μια μεγάλη γιορτή “συναδέλφωσης”. Όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι. Όχι μόνο οι αριστοκράτες και οι μεσαίες τάξεις αλλά ο ίδιος ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΣΤ' συμμετείχε στη γιορτή. Η επανάσταση υποτίθεται είχε γίνει για το καλό όλων. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να αμφισβητήσει ότι ο βασιλιάς έπρεπε να παραμείνει στη θέση του, όποιες αλλαγές κι αν έπρεπε να γίνουν στους υπόλοιπους θεσμούς.

Στις 21 Γενάρη του 1793, δυομισι χρόνια αργότερα, ο Λουδοβίκος θα έχανε το κεφάλι του στην γκιλοτίνα. Οι φτωχοί και οι ισχυροί αποδείχθηκε ότι είχαν πολύ διαφορετικές βλέψεις για το τι σημαίνει επανάσταση.

Η εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ' -όπως και της Μαρίας Αντουανέτας που ακολούθησε κάποιους μήνες αργότερα- αναφέρεται ακόμη και σήμερα ως μια στιγμή βαρβαρότητας της Γαλλικής Επανάστασης, η έναρξη μιας περιόδου Τρομοκρατίας και δείγμα πως οι επαναστάσεις περιλαμβάνουν βία και απανθρωπιά. Όσοι τα λένε αυτά, ίσως δεν ξέρουν πως για να φτάσουμε από τη γιορτή της Συμφιλίωσης στο κομμένο κεφάλι του Λουδοβίκου, πέρασαν δυο χρόνια άγριας καταστολής σε βάρος των φτωχών που ζητούσαν ψωμί και δημοκρατία.

Το καλοκαίρι του 1791 για παράδειγμα, ανοίχτηκε πυρ στο Πεδίο του Άρεως, δολοφονώντας 50 ανθρώπους την ώρα που μαζεύονταν υπογραφές για τη δημοκρατία. Στις φιλοβασιλικές εξεγέρσεις που οργάνωναν οι διάφοροι προύχοντες στην επαρχία, σφαγιάζονταν κατά εκατοντάδες οι οπαδοί της δημοκρατίας. Οι ξένοι στρατοί προσπαθούσαν ασταμάτητα να εισβάλουν στη Γαλλία για να σώσουν το παλιό καθεστώς. Ένας από τους εισβολείς ορκιζόταν πως “θα παρέδιδε την πόλη του Παρισιού στους στρατιώτες και θα τιμωρούσε τους επαναστάτες όπως τους άξιζε”. Η εκτέλεση του Λουδοβίκου δεν ήταν μια πράξη εκδίκησης, ήταν μια αναγκαστική κίνηση για να κοπεί κάθε γέφυρα με το παρελθόν, για να μην μπορεί κανένας νοσταλγός να πάρει πίσω τις κατακτήσεις που είχαν κερδίσει οι απλοί άνθρωποι χύνοντας το αίμα τους επί τέσσερα χρόνια στους δρόμους και τα πεδία των μαχών. Στη δίκη του Λουδοβίκου παρουσιάστηκε η αλληλογραφία του με τους ηγέτες της Αυστρίας, με τους οποίους προσπαθούσε να συνεργαστεί για μια αντεπαναστατική εισβολή στη χώρα.

Η χρονιά 1793 είναι το σημείο όπου οι Γιακωβίνοι, η ριζοσπαστική πτέρυγα της αστικής τάξης, αναγκάζονται να συνεργαστούν με τους Αβράκωτους, τον “όχλο” του Παρισιού, βλέποντάς τους ως μοναδική ελπίδα για να κρατηθεί όρθια η επανάσταση. Η είσοδος των απλών ανθρώπων στην πολιτική σκηνή έκανε το 1793 την πιο ενδιαφέρουσα και ελπιδοφόρα χρονιά της Γαλλικής Επανάστασης.


Οι ιδέες των ανθρώπων δεν αλλάζουν σε μια στιγμή, ακόμη κι όταν μεσολαβούν επαναστατικά γεγονότα. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης, η κυρίαρχη δύναμη ήταν οι οπαδοί της Συνταγματικής Μοναρχίας. Χρειαζόταν ένα Σύνταγμα για να βάζει σε τάξη τις υπερβολές των ευγενών, αλλά ποιος άλλος θα ήταν η εγγύηση παρά ο βασιλιάς;

Εξάλλου, ο ίδιος ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' ήταν αυτός που είχε πάρει την πρωτοβουλία να συγκαλέσει τις “Τρεις τάξεις” το 1789, ανοίγοντας το δρόμο για την εισβολή στη Βαστίλη. Μάλιστα, ο Λουδοβίκος δεν είχε πάρει αυτή την απόφαση κάτω από την πίεση οποιουδήποτε επαναστάτη, αλλά από τους ευγενείς οι οποίοι ήθελαν να αξιοποιήσουν τη “Σύνοδο” για να εδραιώσουν τις εξουσίες τους. Όμως, έτσι άνοιξε μια διαδικασία κατά την οποία η “Τρίτη Τάξη” έπρεπε να διαλέξει τους εκπροσώπους της. Τρίτη τάξη ήταν όσοι δεν ήταν ούτε κληρικοί, ούτε ευγενείς.

Ήταν λογικό ότι τον πρώτο καιρό δικηγόροι, συγγραφείς και όποιος άλλος ήξερε να μιλάει “καλά” και επίσημα, είχαν τον πρώτο λόγο. Όμως το καπάκι της κοινωνίας είχε πλέον ανοίξει. Η συζήτηση προχωρούσε βαθύτερα από κάποιες μικροαλλαγές. Ριζοσπαστικοί κύκλοι άρχισαν να οργανώνονται. Επαναστατικές εφημερίδες κυκλοφορούσαν, έπαιρναν θέση σε όλα τα πολιτικά ζητήματα που άνοιγαν και γύρω τους συσπειρωνόταν για πρώτη φορά απλός κόσμος που έβλεπε ότι η δική του δράση μπορεί να έχει αντίκτυπο στις ζωές όλων.

Τα αιτήματα των Αβράκωτων ήταν απλά: να τιμωρηθούν οι μαυραγορίτες και οι κερδοσκόποι, να εξασφαλιστεί ότι τα είδη πρώτης ανάγκης θα πωλούνται σε λογικές τιμές και να κινητοποιηθούν οι πάντες απέναντι στους αντεπαναστάτες.

Τον Αύγουστο του 1792 ο εξεγερμένος κόσμος έκανε μια “δεύτερη επανάσταση” εισβάλλοντας στο κτίριο του Κεραμεικού και αναγκάζοντας τον Λουδοβίκο ΙΣΤ' να πετάξει το στέμμα και το σκήπτρο του. Μια παράδοση χιλίων ετών, κατά την οποία ο Γάλλος βασιλιάς καθόταν στο θρόνο του επειδή το είχε αποφασίσει ο ίδιος ο Θεός, γινόταν θρύψαλα. Στο εξής η κοινωνία θα έπρεπε να κυβερνιέται με βάση τη λογική και όχι με το Θεό -και αυτό το είχαν επιβάλει με τη δράση τους οι άνδρες και οι γυναίκες του μεροκάματου.

Ο Λουδοβίκος ζωγραφιζόταν πλέον με το κόκκινο φρυγικό σκουφάκι της επανάστασης και αντί για “μεγαλειότατος” ήταν ο “πολίτης Λουδοβίκος Καπέτος”. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκλέγεται ένα νομοθετικό σώμα, για το οποίο είχαν ψηφίσει ολόκληρος ο πληθυσμός (μόνο οι άνδρες και όχι οι γυναίκες ωστόσο) ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση του καθενός.

Η ιδιοκτησία απειλείται

Όμως μετά από κάθε εξέγερση, η αντιδραστική πτέρυγα έπαιρνε θάρρος και ξέσπαγε πάνω στον κόσμο, γνωρίζοντας ότι οι φτωχοί αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. “Η ιδιοκτησία σας απειλείται και κλείνετε τα μάτια στον κίνδυνο. Καταδιώξτε αυτά τα δηλητηριώδη πλάσματα πίσω στις φωλιές τους”, προειδοποιούσε κάποιος “επαναστάτης”. Το αποτέλεσμα ήταν αλλεπάλληλα κύματα ριζοσπαστικοποίησης, που έφερναν τους φτωχούς του Παρισιού πιο κοντά στους “ακραίους”. Στις αρχές του 1793 ο ηγέτης των Γιακωβίνων, Ροβεσπιέρος, σημειώνει στο ημερολόγιό του πως “Οι κίνδυνοι προέρχονται από τις μεσαίες τάξεις και για να τις νικήσουμε πρέπει να ανασυντάξουμε το λαό”. Ο Σεν-Ζιστ, ένας άλλος Γιακωβίνος έλεγε πως “Όποιος κάνει μισή επανάσταση, σκάβει το λάκκο του”. Για να μη σκάψουν το λάκκο τους λοιπόν, οι ηγέτες των Γιακωβίνων αναγκάστηκαν να κινητοποιήσουν το λαό.

Στο κάλεσμα για μια λαϊκή υπεράσπιση της επανάστασης, οργανώνεται ένας στρατός 300 χιλιάδων, που στηριζόταν στους φτωχούς. Στις 26 Μάη όταν καλείται ο λαός σε εξέγερση, οι μάζες ελέγχουν για τρίτη φορά το Παρίσι. Οι Γιακωβίνοι αναγκάζονται σε ακόμη πιο ριζοσπαστικά μέτρα. Μπαίνει έλεγχος στην τιμή του ψωμιού. Όποιος κερδοσκοπούσε με τα εμπορεύματα, καταδικαζόταν σε θάνατο. Όποιος έβγαζε πολλά περισσότερα χρήματα από τα αναγκαία, πλήρωνε μεγάλους φόρους. Όλων των ειδών οι νοσταλγοί του παλιού καθεστώτος καταστάλθηκαν με τη δύναμη της λαϊκής κινητοποίησης.

Αντίθετα με το μυθο των αιμοσταγών επαναστατών, η τεράστια βία δεν εξελίχθηκε στο Παρίσι, αλλά στις περιοχές που είχαν στον έλεγχό τους οι βασιλόφρονες. Οι εκτελέσεις στη γκιλοτίνα τους πρώτους εννιά μήνες του 1793 ήταν όλες κι όλες 66. Ο Ροβεσπιέρος στην αρχή της επανάστασης ήταν από τους λίγους που υπεράσπισαν την κατάργηση της θανατικής ποινής. Οι συντηρητικοί διαφωνούσαν όσο αυτοί που έχαναν το κεφάλι τους ήταν εργάτες και φτωχοί. Τώρα που την πλήρωναν οι ευγενείς, η ηθική τους δεν το σήκωνε.

Κατάσταση πολιορκίας

Ο φτωχός εργαζόμενος κόσμος που μπήκε στη μάχη είχε το ένστικτο ότι αν τους άφηνε ανενόχλητους και έφταναν στο Παρίσι θα ακολουθούσε λουτρό αίματος. Ο Έρικ Χόμπσμπομ περιγράφει την κατάσταση πολιορκίας τον Ιούνη του 1793: “60 από τους 80 νομούς της Γαλλίας είχαν εξεγερθεί κατά του Παρισιού. Τα στρατεύματα των Γερμανών πριγκίπων εισέβαλλαν στη Γαλλία από το βορρά και την ανατολή. Οι βρετανοί εξαπέλυσαν επίθεση από το νότο και τη δύση: η χώρα ήταν ανίσχυρη και χρεοκοπημένη.” Χάρη στην αποφασιστικότητα του κόσμου: “Δεκατέσσερις μήνες αργότερα, ολόκληρη η Γαλλία ήταν υπό σταθερό ΄έλεγχο, οι εισβολείς είχαν εκδιωχθεί”.

Ωστόσο, ένας από τους λόγους που η “Τρομοκρατία” πήρε μεγάλες διαστάσεις ήταν ότι ακόμη και οι Γιακωβίνοι φοβούνταν να αφήσουν τους Αβράκωτους ανεξέλεγκτους. Έπρεπε να κρατήσουν τον πρώτο ρόλο της “εκδίκησης” στο κράτος, ώστε να συνεχίζει να τους εμπιστεύεται ο λαός χωρίς να παίρνει δικές του πρωτοβουλίες.

Αυτή η τακτική θα οδηγήσει τελικά τους ίδιους τους Γιακωβίνους να χάνουν το κεφάλι τους στη γκιλοτίνα, όταν θα χάσουν την πολιτική πρωτοκαθεδρία. Όσο και να προειδοποιούσε ο Σεν-Ζιστ, η επανάσταση ήταν από τη φύση της μισή. Οι ριζοσπάστες αστοί χρειάστηκαν τη βοήθεια του λαού για να γκρεμίσουν την εξουσία “ελέω Θεού”, όμως στη θέση του Θεού δεν τόλμησαν να βάλουν τη λογική και τις ανάγκες των ανθρώπων, αλλά το χρήμα.