Οικονομία και πολιτική
Σύνοδος κορυφής G20: Τέλος εποχής για την ηγεμονία των ΗΠΑ

Η σύνοδος των G20, των 20 μεγαλύτερων οικονομιών τόσο του Βορρά όσο και του Νότου, αναδύθηκε στην επιφάνεια την περίοδο του οικονομικού κραχ του 2008. Εκείνη την εποχή η σύνοδος αυτή έμοιαζε πιο σημαντική από την παλαιότερη σύνοδο των G7, των 7 ισχυρότερων βιομηχανικών οικονομιών της Δύσης.

Αυτή η υπόσχεση δεν υλοποιήθηκε, εν μέρει επειδή οι “αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς” δεν αποτελούν ένα συνεκτικό μπλοκ με κοινά συμφέροντα. Τώρα οι σύνοδοι των G20 έχουν μετατραπεί σε μια αρένα της διαμάχης ανάμεσα στους δυο γίγαντες της παγκόσμιας οικονομίας, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Ο Έντουαρντ Λούτβακ, ένας πολιτικός επιστήμονας που ασχολείται με την στρατηγική, κάνει λόγο για “γεω-οικονομική” διαμάχη. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κράτη εκφράζεται κύρια, όχι μέσα από εδαφικά και οπλικά συστήματα (παρόλο που αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν), αλλά μέσα από το εμπόριο και τις επενδύσεις.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δυο βασικούς στόχους σε αυτή τη διαμάχη: πρώτον, να αναγκάσει την Κίνα να αγοράζει περισσότερες αμερικανικές εξαγωγές. Δεύτερον, να μπλοκάρει το πρόγραμμα “Made in China 2025“ του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ, δηλαδή την σχεδιασμένη τεχνολογική αναβάθμιση της κινεζικής βιομηχανίας. Αυτή η δεύτερη σκοπιμότητα βρίσκεται πίσω από την καμπάνια του Τραμπ ενάντια στον κινεζικό γίγαντα Huawei. Ο Τραμπ έχει απαγορεύσει οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή ανάμεσα στις αμερικανικές εταιρίες και την Huawei. 

Το “παιχνίδι” της επιβολής ολοένα και νέων δασμών στις εξαγωγές της άλλης πλευράς ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Κίνα κινδύνευσε να εκραγεί μετά την κατάρρευση των συνομιλιών τον Μάη. Ο Τραμπ επέβαλλε νέους δασμούς, από 10% ως 25%, σε εισαγωγές αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Κίνα και απειλούσε να τους επεκτείνει σε εισαγωγές 300 δισεκατομμυρίων ακόμα.

Ο Τραμπ και ο Σι, όμως, είχαν μια τετ-α-τετ συνάντηση στην σύνοδο των G20 στην Οσάκα την περασμένη εβδομάδα, όπου συμφώνησαν την επανέναρξη των συνομιλιών. Ο συμβιβασμός είχε “κοινοποιηθεί” ήδη από την προηγούμενη μέρα, με μια ανακοίνωση της πρόθεσης της Κίνας να εισάγει (μέσα στα επόμενα χρόνια) σόγια αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις ΗΠΑ. 

Εμπορικός πόλεμος

Οι Αμερικανοί καλλιεργητές σόγιας είναι, μαζί με την Huawei, ένα από τα μεγάλα θύματα του εμπορικού πολέμου. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου στην Κίνα μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ζήτηση για κρέας και τεράστιες εισαγωγές σόγιας -που χρησιμοποιείται για την σίτιση των ζώων. Το 60% των παγκόσμιων εξαγωγών σόγιας πηγαίνει στην Κίνα. Τον Ιούνιο του 2018, η Κίνα επέβαλλε δασμούς 25% στις εισαγωγές σόγιας από τις ΗΠΑ και στράφηκε για εισαγωγές στη Βραζιλία και τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. 

Το αν οι κινήσεις αυτές είναι κάτι παραπάνω από απλές χειρονομίες καλής θέλησης, αυτό μένει να το δούμε. Ο Τραμπ και ο Σι είχαν μια “επιτυχημένη συνάντηση” και πέρσι στην τελευταία σύνοδο κορυφής των G20 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την κατάρρευση των συνομιλιών τον Μάη. 

Η επίσκεψη του Τραμπ στη Βόρεια Κορέα αυξάνει την διαπραγματευτική ισχύ της Κίνας, αφού το Πεκίνο έχει την οικονομική δύναμη να πιέσει τον Κιμ Γιόνγκ-Ουν σε σχέση με το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Παρόλα αυτά, η σύνοδος μοιάζει να ήταν ενδιαφέρουσα χάρη σε αυτό που η εφημερίδα Financial Times χαρακτήρισε “νέα δυναμική”: “Με το ενδιαφέρον των ΗΠΑ και της Κίνας εστιασμένο τόσο πολύ στον εμπορικό τους πόλεμο, οι υπόλοιπες χώρες των G20 είχαν τη δυνατότητα να αυξάνουν τις πιέσεις και προς τις δυο πλευρές”. 

Σε μια προπαρασκευαστική συνάντηση των υπουργών εμπορίου στην Τσουκούμπα της Ιαπωνίας, το Πεκίνο βρέθηκε απομονωμένο λόγω και των κρατικών επιδοτήσεων προς τη βιομηχανία και του υπερβολικού μεγέθους της κινεζικής βιομηχανίας χάλυβα. Ταυτόχρονα, όμως, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να αποδεχτούν μια συμφωνία για την μεταρρύθμιση του μηχανισμού επίλυσης των διαφορών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, τον οποίο ο Τραμπ είχε μποϋκοτάρει. 

Αυτή η “νέα δυναμική” φαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο τα άλλα κράτη μέλη των G20 -και ιδιαίτερα η Ιαπωνία που ήταν και η οικοδεσπότης της συνόδου- βγαίνουν μπροστά για να καλύψουν το κενό που αφήνουν οι ΗΠΑ πίσω τους, με την επί της ουσίας εγκατάλειψη του παραδοσιακού τους ρόλου του ηγέτη των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών.

Αυτό όμως έχει στενά όρια. Εν μέρει αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, το μεγαλύτερο εμπορικό μπλοκ του κόσμου, έχει κλειστεί στον εαυτό του. Το αδιέξοδο γύρω από το ποιος θα πρέπει να καταλάβει τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ετοιμάζονται να μείνουν κενές, είναι ένα από τα συμπτώματα αυτής της στροφής.

Το πιο βασικό, όμως, είναι ότι με την άνοδο της Κίνας η παγκόσμια οικονομία έχει αποκτήσει έναν ισχυρό πρωταγωνιστή που δεν είναι διατεθειμένος να παίζει με τους όρους που έχουν θέσει οι ΗΠΑ. Το γεγονός ότι, κάτω από την προεδρία του Τραμπ, οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει και αυτές να σχίζουν το “βιβλίο των κανόνων”, αυξάνει την αστάθεια. Οι ανταγωνισμοί, όμως, δεν θα ήταν μικρότεροι ακόμα και αν στον Λευκό Οίκο βρισκόταν κάποιος πιο αρεστός στις κύριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης. 

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο αυτό που παίζεται δεν είναι τίποτα λιγότερο από το αν οι ΗΠΑ θα καταφέρουν να παραμείνουν το κυρίαρχο καπιταλιστικό κράτος του κόσμου ή όχι.