Τα ένοχα αφεντικά της Marfin

Με τις συγκλονιστικές καταθέσεις των συγγενών της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, της μίας εκ των τριών εργαζόμενων που βρήκαν τραγικό θάνατο στο φλεγόμενο υποκατάστημα της οδού Σταδίου κατά τη διάρκεια της πανεργατικής απεργίας της 5ης Μάη 2010, ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη 17 Απρίλη “η δίκη της Marfin”. Κατηγορούμενοι -για ανθρωποκτονία από αμέλεια και εγκληματικές βλάβες- είναι τέσσερα στελέχη της τράπεζας: ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος, ο υπεύθυνος ασφάλειας του κτιρίου Εμμανουήλ Βελονάκης, η διευθύντρια του καταστήματος Άννα Βακαλοπούλου και η υποδιευθύντρια, Αναστασία Κούκου.

“Με δόλο έχασαν τη ζωή τους οι συνάδερφοί μου σήμερα. Δόλο της τράπεζας και του κ. Βγενόπουλου προσωπικά, που έδωσε εντολή, όποιος δε δουλέψει να μην έρθει αύριο στο γραφείο” έγραφε στην καταγγελία της εργαζόμενη της Marfin αμέσως μετά το γεγονός, για να θαφτεί από τα περισσότερα ΜΜΕ. Τρία σχεδόν χρόνια μετά, όμως, η κυβερνητική και εργοδοτική προπαγάνδα για τους “κουκουλοφόρους που έκαψαν τους εργαζόμενους” έχει καταρρεύσει. Το ίδιο και η προσπάθεια να τσακίσουν το απεργιακό κίνημα ενάντια στα μνημόνια χαρακτηρίζοντάς το “επικίνδυνο” αλλά και να στοχοποιήσουν την Αριστερά που “καλύπτει τη βία και τα επεισόδια”, χωρίς να λένε κουβέντα για το όργιο της αστυνομικής καταστολής εκείνη τη μέρα.

Εδώλιο

Την ίδια στιγμή, αφεντικά σαν τον Βγενόπουλο που μπορούσαν ακόμα τότε να βγάζουν ανακοινώσεις του στυλ “Οι αυτουργοί μακάρι να συλληφθούν και να τιμωρηθούν. Την μεγαλύτερη ευθύνη όμως έχουν οι ηθικοί αυτουργοί που δυστυχώς δεν θα τιμωρηθούν ποτέ”, είναι στα μάτια όλου του κόσμου οι απατεώνες της Κύπρου που θα έπρεπε επίσης να βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Οι συγγενείς της Αγγελικής τα είπαν καλύτερα: “Η εγκληματική ενέργεια από μόνη της προκάλεσε την πυρκαγιά. Μέχρις εκεί. Δεν μπορούσε από μόνη της να επιφέρει το τραγικό αποτέλεσμα... Αν υπήρχε έξοδος κινδύνου, η αδελφή μου θα ήταν τώρα ζωντανή. Έτσι όπως ήταν διαμορφωμένο το κτίριο ήταν ποντικοπαγίδα”, είπε η αδελφή της στην προσπάθεια των συνηγόρων των κατηγορούμενων να συνδέσουν τους θανάτους αποκλειστικά με τον εμπρησμό. “Θεωρώ πως ό,τι έγινε οφείλεται σε εγκληματική αδιαφορία των ιθυνόντων της τράπεζας. Ζητάω την ηθική μου αποζημίωση...”, είπε ο πατέρας της, “Ενώ τα επεισόδια ήταν αναμενόμενα την ημέρα εκείνη εντούτοις οι υπάλληλοι έμειναν μέσα μέχρι το μεσημέρι...

Δεν έπρεπε να υπάρχουν έξοδοι κινδύνου; Καλύτερα τζάμια σε μια τράπεζα που ήταν συνεχώς στόχος; Δεν έπρεπε να παραμείνει κλειστή η τράπεζα μια μέρα που στο κέντρο είχαν κλείσει ακόμα και τα περίπτερα;... Έπρεπε να είχε θωρακιστεί το κατάστημα, τα τζάμια είχαν σπάσει κατ' επανάληψη και παρόλα αυτά δεν έβαλαν νέα τζάμια ασφαλείας, δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου, δεν υπήρχε μελέτη πυροπροστασίας... Μας λένε ότι ήταν τρομοκρατική ενέργεια, αλλά το προσωπικό και η κόρη μου θα είχαν σωθεί αν υπήρχε έστω μια έξοδος κινδύνου για να φτάσουν στην ταράτσα”.