Αντιρατσιστικό κίνημα
Μάνια Παπαδημητρίου, ηθοποιός: Φως κόντρα στην “παράξενη σκοτεινιά”

Παιδιά προσφύγων από τη Μικρά Ασία εγώ και ο αδελφός μου, συνηθίσαμε να λέμε τη λέξη πρόσφυγας με κάποια δόση συναισθηματικής λαγνείας. Τα τραγούδια, τα μισάνοιχτα στόματα, το δάκρυ στα μάτια πάνω στη μνήμη μιας εικόνας, ενός παππού μίας γιαγιάς, αλλά απόλυτα αδιαμφισβήτητης ότι είναι καλοί γιατί πρόκειται για ένα δικό μας παππού και γιαγιά. 
 
Και όμως όταν κανείς γυρίσει πολύ πίσω πριν από το σήριαλ της Λωξάντρας στην τηλεόραση, πολύ πριν την Πολίτικη Κουζίνα, πριν τη δεκαετία του ‘80, θα θυμηθεί τη λέξη πρόσφυγας να λειτουργεί ως κάτι πολύ πιο σκοτεινό που πήγαινε μαζί με κάτι ξεφτισμένες πολυκατοικίες στα προσφυγικά της Αλεξάνδρας ή κάτι άλλες πίσω από το Ιντερκοντινένταλ στη Ν. Σμύρνη ή κάτι μονώροφα σπίτια στον Υμηττό που έδειχναν φτώχεια και μυστικισμό. Παράξενη σκοτεινιά. Γιατί άραγε; Τι κρυβόταν πίσω από αυτές τις μνήμες; Γιατί η γιαγιά μου δεν μιλούσε ποτέ για τις φωτιές, τις βάρκες, τα πλοία τους νεκρούς;
 
 “Παστρικιές”
 
Χρόνια μετά διαβάζοντας τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολομού, ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την παράξενη αίσθηση ότι μπορεί οι πρόσφυγες να μην θεωρούνται από όλους κάτι καλό. Ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με την παράξενη αίσθηση ότι αυτό που υπήρξε η μάνα μου να μην ήταν κάτι φιλικό, επιθυμητό ως παρουσία στον τότε περίγυρό του. «Τη γιαγιά σου τη λέγανε παστρικιά». Ήταν από τη Σμύρνη. Αυτές πλένονταν είχαν μπιντέ άρα τις θεωρούσανε πουτάνες.
 
1974 πρόσφυγες από την Κύπρο. Σε σκηνές συμμαθητές και συμμαθήτριες στο σχολείο στο πανεπιστήμιο, στη δραματική σχολή. Ο Δημήτρης, Ο Μανώλης, η Αγγελική. Οι Κύπριοι συμφοιτητές μου. «Αυτοί μπαίνουν με ειδικές εξετάσεις, περνάνε με ποσόστωση και έχουν και απαιτήσεις». 
 
Ήρθε η δεκαετία του ’90. Ήρθαν εδώ πρόσφυγες από την Αλβανία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Γεωργία. Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα κατηγοριοποίησης το οποίο ουσιαστικά αρνιόμουν και αρνούμαι να παραδοθώ. Η μικρή αδερφή της γιαγιάς μου Σμυρνιά και αυτή, ήταν τεσσάρων χρονών όταν ήρθαν στην Ελλάδα, μεγάλωσε σαν προσφυγοπούλα στον Υμηττό, μου αποκάλυψε για πρώτη φορά το μυστικό. Δεν καταλαβαίνω τώρα την περηφάνια με την οποία μας περιστοιχίζουν. Εμείς κρυβόμασταν δε λέγαμε από που ήμασταν, ντρεπόμασταν, μας λέγανε τουρκόσπορους. Δεν ήταν εύκολα τα παιδικά μας χρόνια στην Ελλάδα. Τώρα κάνουν τραγούδια μουσικές αλλά τότε δεν ήταν έτσι. 
 
Σήμερα ο ερχομός εδώ τόσων και τόσων χιλιάδων προσφύγων, που φτάνουν κυνηγημένοι από τον πόλεμο στον οποίο συμμετέχουμε ως ευρωπαϊκό αμερικανοαποικιακό κράτος και εμείς, δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας πολλές φορές. Και αυτό το φυσιολογικό συναίσθημα το εκμεταλλεύονται δυνάμεις του σκότους για να στηρίζουν τα ιδεολογήματα του τρόμου που θα τους χρειαστούν σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο στο μέλλον. Ας αντισταθούμε, συνειδητά με όπλο τον πολιτισμό, την εναλλακτική θεώρηση μιας καθημερινότητας, οργής και τρόμου εξ αιτίας της ανεργίας. Ο πόλεμος που τους έδιωξε από τις εστίες τους είναι πια στις αυλές μας.
 
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ελευθερία της συνύπαρξης με τους επιβιώσαντες όποιου πολέμου, όπου επί της γης γιατί και ‘μεις διεκδικούμε το ίδιο δικαίωμα της επιβίωσής μας μέσα στην κοινωνία του κέρδους και ο δρόμος είναι ένας. Η χαρά και το πάθος για ζωή. Στις πλατείες στα πάρκα στα γήπεδα και στα διαμερίσματα που κοκκινίζουν από τα δάνεια, υπάρχει ζωή και έχει δικαίωμα να συνεχίζεται».