Πολιτισμός
Στο περιθώριο της «Ψυχή Βαθιά»

Εδώ δεν θα διαβάσετε μια κινηματογραφική  κριτική αλλά μια καθαρά προσωπική  άποψη ενός θεατή. Το ζήτημα του εμφυλίου είναι πραγματικά μεγάλο. Δυστυχώς όμως, η συγκεκριμένη ταινία είναι κατασκευασμένη για να τα έχει με όλους καλά. Τι εννοώ,  ο δημιουργός  χρησιμοποιεί και αναδεικνύει τα συναισθηματικά στοιχεία του δράματος  ώστε να συμπληρώνουν και να αποδομούν  τα ιστορικά και πολιτικά στοιχειά. Και αυτό για να προβάλει  την ανιστόρητη και  επιφανειακή άποψη του «αλληλοσπαραγμού».

Ο σκηνοθέτης αναδεικνύει τον «συναισθηματικό παράγοντα» για να επηρεάσει τα υπόλοιπα στοιχεία τις ταινίας. Δεν είναι τυχαίο που οι κεντρικοί του ήρωες είναι  αδέλφια, τα ίδια συμβολίζουν τον εμφύλιο κάτι που όμως δεν είναι ο κανόνας  σε μια τέτοια διαδικασία. Η ταινία είναι ιστορική, αλλά γιατί δεν μας λέει  για το πώς βρεθήκαμε στο να γίνονται αυτές οι μάχες στα βουνά. Σκεφτείτε απλά ότι οι κουρελιασμένοι αντάρτες που βλέπουμε στην ταινία πριν λίγο καιρό σαν εθελοντές του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ κυριαρχούσαν σε όλη  την χώρα αφού είχαν κατατροπώσει  τον χιτλερικό στρατό. Εργάτες, αγρότες, διανοούμενοι  και ιδιαίτερα οι φτωχοί νεολαίοι  της καθημερινότητας ύψωσαν το ανάστημα τους στην βαρβαρότητα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ίδια ξαφνιάσματα της φύσης. Δυστυχώς όμως ο δημιουργός παρουσιάζει το γεγονός αυτό λες και έγινε ξαφνικά χωρίς αιτία και τους αντάρτες σαν κάποια παιδάκια που δεν «ξέρουν». Αλήθεια, τι χλιαρή προσέγγιση και δεν είναι τυχαίο ότι η πιο προβληματικές ερμηνείες ήταν αυτές  των  ηθοποιών που έπαιζαν  τους αντάρτες. 

«Ελληνες  να σκοτώνουν Ελληνες;» Λέει ο Θανάσης Βέγγος στην αρχή της ταινίας που πάει να παραλάβει τον νεκρό εγγονό του. Πολύ δυνατή σκηνή αλλά δεν δικαιολογεί πως φτάσαμε στον θάνατο του εγγονού που ήταν κληρωτός στον εθνικό στρατό. Ούτε μια αναφορά στην Αντίσταση, ούτε η επέμβαση των  Άγγλων,  ούτε ο Δεκέμβρης του ‘44 ούτε τίποτα. Φαίνονται  όλα σαν να ήρθαν ξαφνικά σαν τα αμερικανικά αεροπλάνα με τις ναπάλμ. Γιατί όλοι αυτοί που θέλουν να μας μιλήσουν για τον «αδελφοκτόνο» πόλεμο ξεχνούν ότι ο ΕΛΑΣ παρέδωσε τα όπλα του και οι ταγματασφαλίτες με τους  χίτες έσφαζαν τους αντάρτες, άοπλους πια.

Εφέ

Όσο και να προσπάθησε ο δημιουργός να κάνει το έργο «νεωτερικό» με διάφορα εφέ δεν το κατάφερε. Οι πολεμικές σκηνές αλά Σπήλμπεργκ για παράδειγμα είναι αδιάφορες σε σχέση με το σενάριο. Τι ακριβώς ήθελε να στηρίξει ο σεναριογράφος βάζοντας εφετζίδικες  πολεμικές σκηνές για τόση ώρα; Μήπως το «μικρό» και «ιστορικά ελλιπές» σενάριο; Ακόμα και το κατά πιο πολύ εφετζίδικο παραμύθι του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο «ο λαβύρινθος του Πάνα» μας οδηγεί στην αλήθεια της εποχής που πραγματεύεται (το τέλος του ισπανικού εμφυλίου). Τα θετικά στοιχεία της ταινίας είναι η καταπληκτική φωτογραφία, η μουσική του Γιάννη Αγγελάκα, αλλά και η ερμηνεία κάποιων ηθοποιών.

Η αντίσταση και ο εμφύλιος ήταν μια μεγάλη επανάσταση που δυστυχώς έχασε και καρατομήθηκε από την ελληνική άρχουσα τάξη, την δεξιά και τους Αμερικανούς. Στα επιχειρήματα όσων πιστεύουν τη θεωρία του «αλληλοσπαραγμού» υπάρχει και το «ευτυχώς δεν κέρδισαν οι αντάρτες γιατί θα είχαμε γίνει Αλβανία του Χότζα». Βλακείες, συγνώμη για την έκφραση, αλλά το κράτος και το παρακράτος της δεξιάς μαζί με τον Βασιλιά και τους Αμερικανούς ένα τέτοιο σύστημα είχαν φτιάξει! 

Χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να φύγουν στην ανατολική Ευρώπη για να σωθούν, άλλοι τόσοι  βασανιστήκαν και εξορίστηκαν στα ξερονήσια. Στην Μακρόνησο προσπάθησαν να διαλύσουν τον ανθό και την πρωτοπορία τις νεολαίας της εποχής. Ολόκληρα χωριά της ελληνικής υπαίθρου ερημώθηκαν με αίτιο την πείνα και  τις διώξεις, με τους κατοίκους τους να πηγαίνουν στα ορυχεία του Βελγίου και στα εργοστάσια την Γερμανίας. Χιλιάδες αριστεροί να μην μπορούν να βρουν δουλειά και ακόμα να υπάρχουν άνθρωποι που ζούσαν στην παρανομία για πολλά χρόνια. Η χωροφυλακή και η ασφάλεια να κατασκοπεύει έξω από τα σπίτια των ανθρώπων και να δέρνει μέσα στα τμήματα. Η Φρειδερίκη να έχει αρχίσει το παιδομάζωμα…  Αλβανία του Χότζα δηλαδή.

 Τι θα γινόταν όμως αν επικρατούσαν οι αντάρτες; Αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που πρέπει να συνεχιστεί. Ιδιαίτερα μετά τον Δεκέμβρη του 2008 που κάποια παιδιά (σαν αυτά του έργου) ξαναανακάλυψαν τα  οδοφράγματα και το να πετάνε  πέτρες στους «συνομήλικους μπάτσους». Θα πρότεινα πρώτα όμως κάποιος να διαβάσει τον λόγο του Άρη Βελουχιώτη στην Λαμία στης 29 Οκτωβρίου 1944, θα μάθει πολλά για τις προθέσεις της μέγιστης και ηρωικής γενιάς της Αντίστασης.