Πολιτισμός
Μπέρτολτ Μπρεχτ: Αστείρευτη πηγή έμπνευσης

Από την παράσταση της “Όπερας της Πεντάρας” στα Γιάννενα το Μάη του 2015

Την περασμένη εβδομάδα συμπληρώθηκαν εξήντα χρόνια από τον θάνατο του Μπέρτολτ Μπρεχτ,  γεγονός που συνδυάστηκε με αφιερώματα αλλά και παραστάσεις των έργων του όλη τη χρονιά που πέρασε. Η «Όπερα της πεντάρας», η «Αντιγόνη», ο «Βίος του Γαλιλαίου» είδαν ξανά τα φώτα της σκηνής, ενώ βιβλία με ποιήματα, κείμενα και θεατρικά του εκδίδονται και επανεκδίδονται διαρκώς.
 
Υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες για το πλούσιο και πολύπλοκο έργο που άφησε. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι ο Μπρεχτ υπήρξε ένας μεγάλος κομμουνιστής συγγραφέας και θεατράνθρωπος που άνοιξε νέους δρόμους στην τέχνη του θεάτρου, προσπαθώντας έμπρακτα να θέσει την τέχνη στην προσπάθεια για να αλλάξει ο κόσμος και ολόκληρη η κοινωνία. Ποτέ δεν έκρυψε αυτές του τις προθέσεις, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί  για σταλινικό διδακτισμό, ενώ από άλλους θεωρήθηκε απολογητής του σταλινισμού, καθώς υπήρξε συμπαθών του Κ.Κ. Γερμανίας και έζησε τα τελευταία του χρόνια στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Θα ήταν όμως λάθος να περιορίσει κανείς το τεράστιο έργο και την κληρονομιά που άφησε σε αυτά τα στοιχεία.
 
Ο Μπρεχτ (1898-1956) σημαδεύτηκε από τις μεγάλες αλλαγές που συνέβαιναν στη Γερμανία στις αρχές του εικοστού αιώνα και κυρίως από τον Α΄΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μαθητής αμφισβητούσε κατά πόσο άξιζε κανείς να πεθάνει για την πατρίδα του στον πόλεμο και το θεατρικό έργο με το οποίο έγινε γνωστός «Τύμπανα μέσα στη νύχτα», το είχε ονομάσει αρχικά «Σπάρτακο», το όνομα της οργάνωσης της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Με αυτό πιο πολύ έκφραζε τον έμφυτο ριζοσπαστισμό και την κριτική του διάθεση. Οι αρχικές του επηρροές ήταν το Γερμανικό καμπαρέ και η σάτιρα. 
 
Μετακομίζοντας από το Μόναχο στο Βερολίνο το κριτήριο του οξύνεται από τις πολιτικές εξελίξεις και την κοινωνική πόλωση που χαρακτηρίζει τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Γνωρίζει τους μεγάλους θεατράνθρωπους της εποχής, Μαξ Ράινχαρτ και Έρβιν Πισκάτορ, έρχεται σε επαφή με  το ρεύμα του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού, αλλά και με τους μοντερνιστές. Διαβάζει τον «Οδυσσέα» του Τζόις, εντυπωσιάζεται από την τεχνική του μοντάζ στο «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αιζενστάιν και μελετά τον Μαρξισμό, άλλωστε όλη η αφρόκρεμα της διανόησης που συναναστρέφεται, (Βάλτερ Μπένγιαμιν, Καρλ Κορς, Ερνστ Μπλοχ) είναι ανοιχτά αριστεροί. Χαρακτηριστικά αναφέρει «...όταν διάβασα το Κεφάλαιο του Μαρξ μπόρεσα να κατανοήσω το ίδιο μου το έργο!».  Εν τω μεταξύ από τον Εξπρεσιονισμό αναδύεται ένα πιο βαθύ και πολιτικοποιημένο ρεύμα, η «Νέα αντικειμενικότητα», που ασκεί επιρροή στον Μπρεχτ. Ο Όττο Ντιξ και ο Γκέοργκ Γκρος ήταν χαρακτηριστικοί εικαστικοί  του εκπρόσωποι.
 
Με τον μουσικοσυνθέτη Κουρτ Βάιλ και τη θεαρική κολλεκτίβα που είχε στήσει, ανεβάζουν την «Όπερα της Πεντάρας». Σήμερα το έργο είναι διάσημο, αλλά το 1927 προκάλεσε σάλο, δείχνοντας τον υπόκοσμο να δουλεύει χέρι-χέρι με τους τραπεζίτες και την αστυνομία. Η τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία δεν εφησύχασε τον Μπρεχτ, αντίθετα τον οδήγησε σε υψηλότερες αναζητήσεις. Δεν του αρκούσε το χειροκρότημα, ήθελε να «ταράξει τα νερά», να σπάσει τα στεγανά του πώς λειτουργούσε η τέχνη και το θέαμα. Δεν ήθελε ο θεατής να ταυτίζεται με τον ήρωα και να ξεχνιέται μαζί του μέσα στην πλοκή του έργου αναζητώντας την προσωπική του κάθαρση, αντίθετα επιδίωκε την αφύπνηση του κοινού και το κέρδισμά του στον πολιτικό αγώνα. Ο Μπρεχτ δεν ήθελε να καταργήσει την τέχνη, ούτε να κόψει τους δεσμούς με το ιστορικό παρελθόν όπως διατείνονταν άλλα κριτικά ρεύματα (π.χ. Προλετκουλτ), αλλά να  λειτουργήσει σε διαφορετική βάση.
 
Επικό θέατρο
«Παιδί» αυτών των διεργασιών υπήρξε το «Επικό θέατρο» που δημιούργησε στα τέλη της δεκαετίας του ’20.  Η «Αγία Ιωάννα των σφαγείων», και η «Μάνα» υπήρξαν οι πρώτες του απόπειρες. Για να το πετύχει έσπασε την ορθοδοξία των πέντε θεατρικών πράξεων και κάθε έννοια σασπένς, βάζοντας συχνά έναν αφηγητή να προλέγει τι θα ακολουθήσει. Στόχος του ήταν να αποστασιοποιήσει τον θεατή από το δράμα, να τον «βγάλει απέξω» και να τον προβληματίσει. Επίσης ήθελε να «ιστορικοποιήσει» το θέατρο, να το συνδέσει με την κοινωνία, την κυρίαρχη τάξη  και τις αντιδράσεις στην εξουσία της.
 
Έστησε έναν ολόκληρο θεατρικό κόσμο που υπηρετούσε αυτή τη λογική: Σκηνογραφία με εξέδρες και  πανό που δηλώνουν τι συμβαίνει και γιατί. Μουσική που δεν συναρπάζει αλλά διακόπτει, ενοχλεί, επιδρά στην υπόθεση. Κοστούμια από την καθημερινότητα, συχνά α-χρονικά ή αταίριαστα για να δημιουργούν ερωτηματικά. Ο στόχος του είναι  να καταδείξει ότι η πορεία των γεγονότων στο θέατρο –όπως και στον πραγματικό κόσμο- δεν είναι στατική και δεδομένη. Καθορίζεται από αντιφάσεις και σκληρές επιλογές, όπου το τι στάση παίρνει, το τι κάνει ή δεν κάνει κανείς παίζει ρόλο και μπορεί να καθορίσει τις εξελίξεις και την ίδια την ιστορία. 
 
Ο ίδιος ο Μπρεχτ έπαιρνε θέση σε όλα τα κρίσιμα ερωτήματα, οποιοδήποτε κι αν ήταν το κόστος. Γι’αυτό επέμεινε στη μέθοδο του «επικού θεάτρου», παρά τις επικρίσεις ότι είναι «απόλυτος» και «διδακτικός». Ίσα-ίσα μαζί με τη θεατρική κολλεκτίβα που είχε στήσει, ονόμασαν τη δουλειά τους «Διδακτικά κομμάτια», δηλώνοντας καθαρά ότι πρόκειται για πειραματικά έργα με στόχο τη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών στην εργατική τάξη. Η εργατική τάξη έπαιζε κεντρικό ρόλο και έδινε μεγάλη σημασία στο να έχει εργάτες στο ακροατήριο. Πολιτικά ήταν πάντα κοντά στο Κ.Κ. Γερμανίας, προφανώς γιατί αυτό ήταν ο υπαρκτός πόλος για τους αριστερούς που ήθελαν να παλέψουν. Όμως διατηρούσε τη δική του κριτική σκέψη. 
 
Ναζισμός
Μπαίνοντας στη δεκαετία του 1930, με τον ναζισμό σε ανοδο, τα έργα του αποκτούν φανατικούς υποστηριχτές αλλά προκαλούν το μίσος των ναζί. Η παράσταση «Άνοδος και πτώση της πόλης του Μαχαγκόνι» στη Λειψία τραμπουκίστηκε από μέλη ναζιστικών συμμοριών, ενώ στο Βερολίνο αγκαλιάστηκε θερμά. Η ταινία «Kuhle Wampe - Σε ποιόν ανήκει ο κόσμος» γυρίστηκε με περιφρούρηση από μέλη του Κ.Κ. Γερμανίας. Εδώ ο Μπρεχτ και η ομάδα του μιλάνε ανοιχτά για την ανεργία και την κρίση αλλά και την προοπτική των εργατών.
 
Με την άνοδο του Χίτλερ στην κυβέρνηση το 1933, ο Μπρεχτ και η σύντροφός του Χέλενε Βάιγκελ παίρνουντον δρόμο της εξορίας: Δανία, Σουηδία, Φινλανδία και τελικά ΗΠΑ. Τα έργα του καίγονται από τους ναζιστές σαν «εκφυλισμένη τέχνη», όπως και κάθε τι αντίθετο στην ιδεολογία τους.  Σε όλο αυτό το διάστημα αγωνίζεται κατά του φασισμού. Στη διάρκεια του Β’΄Παγκόσμιου Πολέμου συμμετέχει στην ομάδα «Exilliteratur», που απαρτίζεται από εξόριστους Γερμανούς και Εβραίους διανοούμενους και γράφει μερικά από τα πιο εμβληματικά του έργα: «Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της», «Η αναπότρεπτη άνοδος του Αρτούρο Ουι», «Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία», «Τρόμος και αθλιότητα του Γ’΄Ράιχ». Στις ΗΠΑ περιορίζεται κυρίως σε ανέβασμα παραστάσεων και γύρισε την ταινία «Και οι δήμιοι πεθαίνουν» με τον Φριτς Λαγκ. 
 
Με το πέρασμα στον «ψυχρό πόλεμο», ο Μπρεχτ όπως και όλη η προοδευτική διανόηση στις ΗΠΑ μπήκε στη «μαύρη λίστα» της διαβόητης «Επιτροπής αντιαμερικανικών ενεργειών» του γερουσιαστή Μακάρθι. Τελικά κατάθεσε στις 30 Οκτώβρη 1947 και την επόμενη μέρα έφυγε για την Ελβετία με τελική εγκατάσταση δυο χρόνια αργότερα στο Ανατολικό Βερολίνο. Δέχτηκε πολλές κριτικές για εξωραϊσμό του σταλινικού καθεστώτος με αντάλλαγμα την αναγνώριση και το δικό του θέατρο «Berliner Ensemble». Όμως στην πραγματικότητα τον περίμεναν μάχες, όπως απέναντι σε κομματικούς κονδυλογράφους που απέρριπταν το επικό θέατρο σαν φορμαλιστικό σε σχέση με το επίσημο δόγμα του σταλινισμού, τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό». Η μεγαλύτερη δοκιμασία της αντιφατικής του σχέσης με το σταλινικό καθεστώς ήταν η εξέγερση του 1953, όταν επιχείρησε να παρέμβει με μια επιστολή προς το κυβερνόν κόμμα SED που ζητούσε διάλογο, αλλά τελικά δημοσιεύτηκε στον τύπο μόνο η τελευταία πρόταση, με την οποία έκφραζε την υποστήριξή του στην κυβέρνηση.
 
Όμως στο ποιήμα του «Η λύση», που δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά, γράφει:
Ύστερ’ απ’ την εξέγερση της 17 του Ιούνη,
ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών έβαλε και μοιράσανε 
στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις
που λέγανε πως ο λαός
έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης,
και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει
παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια. 
Δε θα’ ταν τότε πιο απλό, 
η κυβέρνηση να διαλύσει το λαό
και να εκλέξει έναν άλλον…;
 
Εξήντα χρόνια μετά το θάνατό του, ο σταλινισμός έχει καταρρεύσει, αλλά ο Μπρεχτ και το επικό του θέατρο εξακολουθούν να αποτελούν πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες και τον κόσμο που αγωνίζεται.