Πολιτισμός
Κινηματογράφος: “Fast Food Nation” - Αυτό το σύστημα δεν χωνεύεται με τίποτα

«Η αλήθεια δεν χωνεύεται εύκολα!» Μ’αυτό το σύνθημα διαφημίζεται η ταινία «Fast Food Nation», που βγαίνει αυτή την Πέμπτη στις αίθουσες. Είναι βασισμένη στο ομώνυμο μπεστ σέλλερ του αμερικανού συγγραφέα Έρικ Σλόσερ. 

Το βιβλίο δυστυχώς πέρασε απαρατήρητο στην ελληνική του έκδοση (σίγουρα σ’αυτό συνέβαλε η ατυχέστατη απόδοση του τίτλου στα ελληνικά ως «Φάκελος Τι τρώμε»). Η ταινία πάντως αξίζει την προσοχή όλων. Στην πραγματικότητα και το βιβλίο και η ταινία δεν πραγματεύονται απλά και μόνο το τι τρώμε σαν καταναλωτές, αλλά το πώς ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και οι εταιρίες καταδυναστεύουν τη ζωή, την εργασία και τελικά τη σωματική και ψυχική υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων. 

Στο παρελθόν οι ταινίες αυτής της θεματολογίας και ύφους θεωρούνταν -συνήθως άδικα-«δύσκολες», «αυστηρές», για «περιορισμένο ακροατήριο». Είναι ευπρόσδεκτη εξέλιξη ότι αυτό φαίνεται να μην ισχύει πια. 

Οι δημιουργοί του «Fast food nation» χρησιμοποίησαν ένα λαμπερό καστ ηθοποιών (σε δεύτερους κυρίως ρόλους) και την προσωπική, πικρή ματιά μέσα από τη μυθοπλασία και το μαύρο χιούμορ, για να παρουσιάσουν ένα αντικείμενο που συνήθως αποδίδεται με τη μορφή του ντοκυμαντέρ. Δυο πρόσφατα παραδείγματα είναι το «The corporation» και το περσινό «Super size me» (που αναφερόταν στα έργα και ημέρες των MacDonalds). Η κινηματογραφική εκδοχή του «Fast food nation» ωστόσο, ενώ κράτησε τον πυρήνα των στοιχείων του βιβλίου, δεν είναι με μορφή ντοκυμαντέρ, αλλά έπλασε τρεις απλές ιστορίες που διασταυρώνονται σήμερα στο Κόντι του Κολοράντο. 

Αν και στις ιστορίες παρελαύνουν πάρα πολλά πρόσωπα και καταπιάνονται με εξίσου πολλά διαφορετικά ζητήματα, το τελικό αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία που δεν στερείται σε αληθοφάνεια ούτε σε αιχμηρότητα. 

Στο Κόντι, επαρχιακή πόλη φημισμένη για την κτηνοτροφία και τις βιομηχανίες παραγωγής κρέατος, καταφθάνει ο Ντον Άντερσον, καλός οικογενειάρχης και στέλεχος μάρκετιγκ της αλυσίδας φαστ φουν «Μίκι», εμπνευστής του πλέον επιτυχημένου χάμπουργκερ «the big one», προκειμένου να ερευνήσει τι γίνεται με την προμηθεύτρια εταιρία κρεάτων, την πανίσχυρη «Uniglobe» που εδρεύει στην πόλη, καθώς ανεξάρτητες έρευνες ανίχνευσαν «υψηλό περιττωματικό επίπεδο» (σε απλή γλώσσα κόπρανα) μέσα στον κιμά των μπιφτεκιών Μίκι. 

Στην ίδια πόλη ζει με τη μητέρα της η Άμπερ, μαθήτρια λυκείου που δουλεύει παρτ- τάιμ στα Μίκι, για να τσοντάρει τον προϋπολογισμό του σπιτιού και για να πραγματοποιήσει το όνειρό της, που είναι να φύγει για σπουδές σε άλλη πόλη.

Αλλαγή σκηνικού: Από το φιλήσυχο (φαινομενικά τουλάχιστον) Κολοράντο, οι σκηνοθέτες μεταφέρουν το θεατή στα σύνορα ΗΠΑ Μεξικού, όπου μια ομάδα Μεξικανών διασχίζει παράνομα την έρημο της Αριζόνα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στις ΗΠΑ. Ο σύνδεσμός τους θα τους ξεφορτώσει στο προαύλιο της «Uniglobe» στο Κόντι. 

Καθώς ο μάνατζερ περιηγείται στον κόσμο της επίσημης εκδοχής της εταιρίας, με τις αποστειρωμένες φόρμες και μάσκες, τους κυλιόμενους ιμάντες, τα συστήματα ποιότητας, υγιεινής και ασφάλειας (χωρίς εντούτοις να πείθεται εντελώς), οι μεξικανοί εργάτες γνωρίζουν σταδιακά το πρόσωπο της εταιρίας, από την άλλη όμως πλευρά. Τους προβάλλουν στο βίντεο πομπώδεις οδηγίες, όπου τους επισημαίνεται διαρκώς ότι «τα ατυχήματα είναι δική σου υπόθεση», τη στιγμή που στους διαδρόμους του εργοστασίου περιφέρονται εργαζόμενοι με κομμένα μέλη. Βλέποντας τα συνεργεία καθαρισμού με τις ολόσωμες φόρμες και τα λάστιχα με καυτό νερό με πίεση, τους αρουραίους που πηγαινοέρχονται καθημερινά από τους αερεξαγωγούς του εργοστασίου, οι μετανάστες και μαζί τους ο θεατής αισθάνονται άβολα για το τι πραγματικά συμβαίνει στο κτήριο. Όλοι θα το ανακαλύψουν σιγά-σιγά. 

Θα ανακαλύψουν το θεσμοθετημένο ρατσισμό και τους κάθε είδους εκβιασμούς και παρενοχλήσεις για μια θέση στον παράδεισο των αποθηκών, στον ιμάντα διαλογής κρεάτων, στην καθαριότητα, ακόμα και στο τρομακτικό σφαγείο. «Είναι σαν επιστημονική φαντασία!», σχολιάζει ένας κτηνοτρόφος που είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τη Uniglobe και τα σπασε μαζί της. «Μηχανές, γελάδια, άνθρωποι, για το κέρδος, μόνο γι’αυτό νοιάζονται, ο ιμάντας διαλογής πρέπει να κινείται γρήγορα», και συνεχίζει «ο Αϊζενχάουερ δεν θα το επέτρεπε ποτέ αυτό...». 

Δεν νοσταλγούν όλοι οι ήρωες την επιστροφή στο παρελθόν της ακμής του αμερικανικού ονείρου. Δυο συνάδελφοι της Αμπερ στην κουζίνα του φαστ-φουντ φαντασιώνονται διαρκώς να ληστέψουν τις εισπράξεις στο υποκατάστημα. Η ίδια η Άμπερ ενηλικιώνεται πολιτικά και συμμετέχει σε μια ομάδα ακτιβιστών. Όλοι σιχαίνονται τον Μπους, τους πολέμους του και τις πολυεθνικές και αποφασίζουν να κάνουν σαμποτάζ στη φάρμα της Uniglobe. Θα διαπιστώσουν ότι στο μέλλον θα χρειαστεί να είναι πολύ πιο οργανωμένοι για να έχουν αποτέλεσμα.

Η άλλη πλευρά, η εταιρία είναι σίγουρα πιο οργανωμένη. Διαθέτει χίλιες μεθόδους για να διαιρεί τους εργάτες, να καλύπτει τις ευθύνες της όταν π.χ. γίνονται ατυχήματα από τους υπερεντατικούς ρυθμούς δουλειάς, να κουκουλώνει την ίδια την αλήθεια πριν βγει στη φόρα. «Όλοι πρέπει να τρώμε λίγα σκατά πότε- πότε» αποφαίνεται ένας προμηθευτής σε ένα κρεσέντο ειλικρίνειας και κυνισμού μαζί, από τα πιο δυνατά σημεία της ταινίας, καθώς αφήνει να καταλάβει κανείς ότι όλος αυτός ο παραλογισμός με τους ιμάντες που γυρνάνε σαν τρελλοί κόβοντας ανθρώπινα μέλη και διανέμουν εν τέλει βρώμικα κρέατα στα πιάτα του κόσμου δεν είναι ένα ατομικό λάθος, μια υπερβολή που μπορεί με καλή θέληση να περιοριστεί, αλλά αναγκαιότητα για να κερδίζουν οι εταιρίες και να συνεχίζουν το φαύλο κύκλο τους. Δεν είναι κακές, ψυχρές και ανάλγητες, είναι καπιταλιστικές. Κι απ’αυτή την οπτική, παραφράζοντας το διαφημιστικό τρέιλερ της ταινίας, αχώνευτη δεν είναι η αλήθεια αλλά το ίδιο το σύστημα που παράγει καθημερινά τέτοιες αλήθειες.