Ιστορία
110 χρόνια Στρατής Τσίρκας

«Τι οχληρό βιβλίο, θα πουν, μυρίζει χώμα κι' ιδρώτα και σβουνιές και χνώτα»

κι' ακόμα:

«Δε βρίσκει κανείς αυτού παρά κραυγές και μοιρολόγια...

Χαθήκαν οι ομορφιές των Φαραώ κι' οι οβελίσκοι, τα δειλινά, οι χουρμάδες κι' οι Πυραμίδες;»

Ναι.Τραγουδώ την Αίγυπτο. Αυτήν,

που δεν σας δείχνει ο Κουκ, αυτήν,

που σκουντουφλάτε χρόνια δίχως να τη δείτε.

Και τραγουδώ την Αίγυπτο

γιατί με τρέφει και με σκέπει σα μητέρα,

γιατί πονάει σα μητέρα

και γιατί ελπίζει, σα μητέρα.

Στρατής Τσίρκας, 

«Τραγουδώ την Αίγυπτο»,

ποιητική συλλογή Φελλάχοι, 1937

Το λογοτεχνικό έργο που άφησε ο Στρατής Τσίρκας (Ιούλης 1911-Γενάρης 1980) είναι ολόκληρο ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι αφιερωμένο στις αγωνίες, τις ελπίδες και τους αγώνες των απλών ανθρώπων, ανεξάρτητα από τη θρησκεία, την καταγωγή ή το χρώμα του δέρματός τους. Αυτών που μπορεί οι πλούσιοι και οι ισχυροί -οι Φαραώ αυτού του κόσμου- να μην τους βλέπουν σαν τίποτα άλλο από το “ντεκόρ” της ιστορίας. Αλλά που τελικά, είναι αυτοί που τη δημιουργούν και έχουν τη δύναμη να την αλλάξουν.

Η προσωπική του διαδρομή συναντιέται με τη δική τους. Γιος ελληνικής προσφυγικής οικογένειας στην Αίγυπτο, ο Τσίρκας (ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηανδρέα) γεννιέται και μεγαλώνει στις φτωχογειτονιές του Καϊρου μαζί με τον ντόπιο πληθυσμό. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια καθορίζονται από αυτό το “μεικτό” περιβάλλον και συνύπαρξη. Τα Αραβόπουλα, με τα οποία παίζει μετά το σχολείο, θα τα περιγράψει με μεγάλη τρυφερότητα αργότερα στα βιβλία του.

Η αγάπη του για τα γράμματα φαίνεται από πολύ νωρίς. Το 1927, δεν είναι ακόμα 17 χρόνων, δημοσιεύει μεταφράσεις σε ελλαδικά περιοδικά και το πρώτο του πεζό, Το Φεγγάρι. Ένα χρόνο νωρίτερα, ο διευθυντής της Αμπετείου Σχολής, όπου φοιτά όπως όλα τα αγόρια της ελληνικής παροικίας, τον έχει ρωτήσει αν θέλει να γίνει διανοούμενος. Όμως αυτό σημαίνει γυμνάσιο, πανεπιστήμιο στην Αθήνα, Ευρώπη. Τα οικονομικά της οικογένειας δεν το επιτρέπουν. Η επιλογή είναι μία: Εμπορικό Τμήμα και ύστερα αμέσως δουλειά.

Από το 1929 και για εννιά χρόνια θα εργαστεί στην Άνω Αίγυπτο -στο Αμπουτίγκ και το Ντεϊρούτ-, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής σε εργοστάσιο εκκοκιστηρίων βάμβακος. Έχει ήδη έρθει σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες και το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά η ζωή εκεί είναι το μεγαλύτερο σχολείο. Η τριβή του με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα της αιγυπτιακής ενδοχώρας τον φέρνουν πιο κοντά με τα θύματα της αγγλικής αποικιοκρατίας. Η εμπειρία αυτή τον οδηγεί να τραγουδά την Αίγυπτο των φτωχών και καταπιεσμένων στην πρώτη του ποιητική συλλογή, Φελλάχοι.

Μνήμες

Οι μνήμες από την παραμονή του στην Άνω Αίγυπτο δεν θα τον εγκαταλείψουν ποτέ. Θα τις επαναφέρει ξανά και ξανά στα έργα του τα επόμενα χρόνια, αλλά και πολύ αργότερα, το 1956 όταν θα γράψει ένα από τα πιο γνωστά και εμβληματικά διηγήματά του, τον Νουρεντίν Μπόμπα. Το έργο αναφέρεται στην εξέγερση των φελλάχων το 1919 για την ανεξαρτησία τους. Όπως εξηγούσε ο ίδιος: «Ένα σημαντικό μέρος του έργου μου είναι ένα είδος υπεράσπισης για τους Αιγύπτιους αγρότες, εργάτες, τεχνίτες, μικροεμπόρους, για τους αγώνες τους για την ανεξαρτησία και την ελευθερία... Είναι ανεξίθρησκοι, φιλόξενοι, εύθυμοι και γενναιόδωροι... Η νουβέλα γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες, αμέσως ύστερα από την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ, μέσα στην έξαρση και την αγωνιώδη αναμονή της αντεπίθεσης από τις δυνάμεις που προστάτευαν τα συμφέροντα των ευρωπαίων μετόχων της διώρυγας».

Ο αντιρατσισμός, η ανάδειξη της αλληλεγγύης των εργατικών στρωμάτων της αιγυπτιακής και ελληνικής κοινότητας, η αμφισβήτηση της αποικιοκρατίας κι ο αντιφασιστικός αγώνας στον απόηχο της χιτλερικής επικράτησης, του Ισπανικού Εμφυλίου και της μεταξικής δικτατορίας στην Ελλάδα θα σφραγίσουν τη δράση και το έργο του. Το 1937 το ταξίδι του μέλιτος με την Αντιγόνη Κερασώτη είναι μια περιοδεία στην Ευρώπη: Ελλάδα του Μεταξά, Τσεχοσολοβακία υπό την απειλή του διαμελισμού, Αυστρία που πριν τρία χρόνια έχει πνιγεί στο αίμα από τον δικτάτορα Ντόλφους, Ιταλία του Μουσολίνι, Γαλλία. Στο Παρίσι παίρνει ενεργό μέρος στο Β' Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας ενάντια στο Φασισμό και στη συγγραφή του «Όρκου» στον δολοφονημένο Λόρκα που υπογράφουν 40 συγγραφείς από 16 χώρες.

Στη λογοτεχνική κληρονομιά του Τσίρκα δεσπόζει το κίνημα της Αντίστασης στη Μέση Ανατολή. Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες (τίτλος δανεισμένος από τον Σεφέρη), η τριλογία που έγραψε τη δεκαετία του '60, αποτελεί το κορυφαίο έργο του, φόρο τιμής στους χιλιάδες ανώνυμους αγωνιστές που κατά τη διάρκεια του Β'ΠΠ έδωσαν ακόμα και τη ζωή τους για μια ελεύθερη και σοσιαλιστική κοινωνία.

Είναι περίοδος που την είχε βιώσει ενεργά ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια όπου ζούσε από το 1939, διευθύνοντας το βυρσοδεψείο του Μικέ Χαλκούση. Κομμάτι της Αντίστασης και της Αριστεράς, διοχέτευε κείμενα στον παράνομο τύπο, συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Έλλην» -του πιο σημαντικού αντιφασιστικού φύλλου της περιοχής με εκδότη τον Άγγελο Κασιγόνη-, πήρε μέρος στον Εθνικό Απελευθερωτικό Σύνδεσμο της Αιγύπτου που δημιουργήθηκε στο πρότυπο του ΕΑΜ. 

Αυτό, όμως, που τον έκανε κυρίως να γράψει την τριλογία, ήταν “η αδικία που έχει γίνει στους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν... να δικαιωθεί ο Απρίλης, αυτό είναι το νόημα”. Ο λόγος για το κίνημα του Απρίλη του '44, όταν οι έλληνες φαντάροι της Μέσης Ανατολής εξεγέρθηκαν δείχνοντας την υποστήριξή τους στο ΕΑΜ και στην ΠΕΕΑ, την “κυβέρνηση του βουνού” που είχε ανακηρυχθεί στην Ελλάδα, απέναντι στην “εξόριστη” κυβέρνηση του βασιλιά Γεώργιου Β' και του (τραπεζίτη) Τσουδερού που καλοπερνούσε ανάμεσα σε άλλες “εξόριστες” άρχουσες τάξεις από όλη την Ευρώπη. 

Καταστολή

Η βίαιη καταστολή του κινήματος από την ελληνική κυβέρνηση με τη στήριξη των Άγγλων και ο εγκλεισμός των φαντάρων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην έρημο, τα λεγόμενα “σύρματα”, ήταν αναμενόμενα για τον Τσίρκα. Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν η αποκήρυξή τους από την ηγεσία της Αντίστασης, υπέρ της οποίας είχαν εξεγερθεί. Ένα μήνα αργότερα στη Βηρυτό θα υπογραφόταν η “Συμφωνία του Λιβάνου”, στην οποία γινόταν αποδεκτή από το ΕΑΜ η υποταγή του ελληνικού στρατού στην “εθνική κυβέρνηση” και τους Άγγλους. Ο λόγος για τον οποίο χιλιάδες και χιλιάδες αγωνιστές είχαν ενταχθεί και πεθάνει για την Αντίσταση, δηλαδή η πραγματική αλλαγή της κοινωνίας, έπρεπε να ξεχαστεί -και οι “ένοχοι” της εξέγερσης του Απρίλη να τιμωρηθούν ως «εγκληματίες κατά της πατρίδας».

Αυτά τα γεγονότα αποτελούν το “φόντο” στις τρεις Ακυβέρνητες Πολιτείες -την Ιερουσαλήμ της «Λέσχης», το Κάιρο της «Αριάγνης» και την Αλεξάνδρεια της «Νυχτερίδας». Εκεί διασταυρώνονται αριστεροί επαναστάτες, αντιστασιακοί, πρόσφυγες από τις πιο διαφορετικές χώρες μαζί με πράκτορες, τυχοδιώκτες πολιτικάντηδες, ρουφιάνους, σωματέμπορους και μαυραγορίτες. Εκεί ο Μάνος Σιμωνίδης, ο κεντρικός ήρωας της τριλογίας, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ένας αυτούς που ελπίζουν ότι το τέλος του πολέμου μπορεί να είναι και το τέλος του παλιού και σιχαμερού κόσμου, συγκρούεται με τη σταλινική ηγεσία, τη γραφειοκρατική λειτουργία, τη συμβιβαστική και αδιέξοδη πολιτική της. Μια σύγκρουση που προσωποποιείται στις “κομμένες κεφαλές”, όπως χαρακτηρίζει κάποια ηγετικά στελέχη του κόμματος και στο θρυλικό “Ανθρωπάκι”, τον καθοδηγητή του. 

Η καινοτομία της πολυεστιακής αφήγησης που εισάγει στο έργο -διαφορετικοί αφηγητές με διαφορετικές οπτικές εναλλάσσονται προωθώντας τη δράση και φωτίζοντας τα ιστορικά γεγονότα- γίνεται το πιο δυνατό εργαλείο στην μεταφορά του πολιτικού κλίματος, των χαρακτήρων, των αναμνήσεων, των ερωτικών επιθυμιών, της κοινωνικής πόλωσης της εποχής. Ενώ όμως τα ελληνικά γράμματα υποδέχονται έναν κορυφαίο συγγραφέα τους, ο Τσίρκας χάνει την κομματική ταυτότητά του. Διαγράφεται από το ΚΚΕ με το που κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος το 1961, αφού πρώτα αρνείται να αποκηρύξει το έργο όπως του ζητήθηκε. «Ό,τι βλέπω καταθέτω, μια μαρτυρία. Δεν είναι η συνείδησή μου καπέλο να την πάρω από τούτο το καρφί και να την κρεμάσω στο άλλο», ήταν η απάντησή του. 

Αν και η κριτική του στο σταλινισμό και η αναζήτηση των αιτιών που έφεραν την ήττα στο μεγελειώδες κίνημα της Αντίστασης δεν θα τον οδηγήσουν στην διαμόρφωση μιας διαφορετικής εναλλακτικής, ο Τσίρκας δεν θα εγκαταλείψει ποτέ ούτε την πολιτική ούτε τη λογοτεχνική σκηνή. Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, οι μελέτες του για τον Καβάφη καθώς και όλο το μεταπολεμικό του έργο θα κερδίσει διεθνή αναγνώριση. Ενώ, εγκαταστημένος από το 1963 στην Αθήνα, θα γίνει μάρτυρας όλης της πορείας της μετεμφυλιακής Ελλάδας: των Ιουλιανών το 1965, της χούντας των συνταγματαρχών, των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης.

Ήταν μια πορεία που θέλησε να καταγράψει σε μια νέα τριλογία με την ονομασία Δίσεχτα Χρόνια. Το πρώτο μυθιστόρημα, Η Χαμένη Άνοιξη, ήταν το μόνο που πρόλαβε να ολοκληρώσει. Και το οποίο, πιστός στη δύναμη του κινήματος, αφιέρωσε στα Ιουλιανά από το βασιλικό πραξικόπημα μέχρι την μεγαλειώδη κηδεία του Πέτρουλα, «την τελευταία διαδήλωση του Σωτήρη».