Κen Loach: "Το Mερίδιο των Aγγέλων". Σινεμά anticapitalista

Η νέα ταινία του Κεν Λόουτς, “Το μερίδιο των αγγέλων”, πήρε το φετινό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών. Ο Λόουτς αρνήθηκε το βραβείο του Φεστιβάλ του Τορίνο, σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους εργαζόμενους στην καθαριότητα και την ασφάλεια του Κινηματογραφικού Μουσείου της πόλης. Στην επιστολή του προς το Φεστιβάλ αιτιολογεί την άρνησή του λέγοντας ότι οι εργαζόμενοι του Μουσείου, «οι οποίοι είναι οι χαμηλότερα αμειβόμενοι και συνεπώς οι πλέον ευάλωτοι, έχασαν την δουλειά τους, επειδή δε δέχθηκαν τη μείωση του μισθού τους … Είναι άδικο να πληρώνουν οι φτωχότεροι για μια οικονομική κρίση για την οποία δεν είναι υπεύθυνοι».

Στην ίδια επιστολή μάλιστα ο Λόουτς συγκρίνει το τωρινό γεγονός με την υπόθεση της ταινίας του “Ψωμί και Τριαντάφυλλα”. «Πώς θα μπορούσα να μην ανταποκριθώ σε ένα αίτημα αλληλεγγύης από την πλευρά των εργαζομένων που απολύονται, επειδή υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους; Η αποδοχή του βραβείου με μερικά επικριτικά σχόλια θα ήταν πράγμα τιποτένιο και υποκριτικό».

Κάθε ταινία του Λόουτς στηλιτεύει τη βαναυσότητα του καπιταλισμού. Άλλοτε με μεγάλες αφηγήσεις, όπως στο “Γη και Ελευθερία”, για την Ισπανική επανάσταση του 1936, και στο “Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι”, για την ιρλανδική εξέγερση ενάντια στη βρετανική κυριαρχία και τις πολιτικές συγκρούσεις μέσα στον IRΑ. Άλλοτε με ταινίες όπου πραγματεύεται ένα συγκεκριμένο πολιτικό ζήτημα, όπως στο “Hidden Agenda” τη βρετανική τρομοκρατία στη Βόρεια Ιρλανδία, “Το Τραγούδι της Κάρλα” για τη Νικαράγουα των Σαντινίστας το 1987 και τη σύγκρουσή τους με τους χρηματοδοτούμενους από τις ΗΠΑ Κόντρας, το “Ψωμί και Τριαντάφυλλα” για την απεργία των μεταναστριών και μεταναστών εργατών καθαρισμού κτιρίων στο Λος Άντζελες για τις εργασιακές συνθήκες και το δικαίωμα στο συνδικαλισμό ή το “Navigators” για τις συνέπειες της ιδιωτικοποίησης των βρετανικών σιδηροδρόμων το 1995. Και άλλοτε με ταινίες όπου μέσα από προσωπικές ιστορίες καταδεικνύονται οι μορφές επίθεσης που δέχονται οι εργαζόμενοι, σκηνοθετημένες έτσι που να γίνονται μια καθημερινή ιστορία.

Απ’ τον άνεργο του “Βροχή από πέτρες” που αγωνίζεται να βρει τα χρήματα για να αγοράσει το άσπρο φόρεμα για την πρώτη μετάληψη της κόρης του, είτε για τον εξευτελισμό από το άθλιο «κοινωνικό» κράτος της μητέρας στο “Ladybird, Ladybird”, που αντί να τη στηρίξει, βρίσκει πιο εύκολο να τη χαρακτηρίσει ανίκανη για μητρότητα και να τις πάρει τα παιδιά είτε για το ρατσισμό που τείνει να διαλύσει τη ζωή των ερωτευμένων στο “Just a kiss”, το συμπέρασμα του Λόουτς είναι ένα: ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν σκουπίδια.

Αντίσταση

Η άλλη πλευρά των ταινιών του είναι της αντίστασης. Οι χτυπημένοι από την καπιταλιστική βαρβαρότητα ήρωές του προσπαθούν να ορθώσουν το ανάστημά τους, Η εργατική τάξη, χωρίς να ωραιοποιείται, παλεύει να μην υποκύψει. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει την άποψη πως, αν οι άνθρωποι έχουν «θετική στάση», όλα θα πάνε καλά.

«Συχνά στις μέρες μας», λέει σε μια συνέντευξή , «συναντάς μια νοοτροπία που ούτε λίγο ούτε πολύ υπαινίσσεται πως η καλή σου τύχη εξαρτάται από τη στάση σου απέναντι στη ζωή. Όμως, αν είσαι ένας από τους εκατομμύρια άνεργους σε όλο τον κόσμο σήμερα, όποια νοοτροπία κι αν έχεις, οποιαδήποτε κι αν είναι η στάση σου απέναντι στη ζωή, το γεγονός είναι ένα: απλά δεν υπάρχουν δουλειές».

Γι’ αυτό κυρίαρχο στοιχείο στη φιλμογραφία του γίνεται τελικά η αλληλεγγύη που μπορούν να έχουν οι άνθρωποι της εργατικής τάξης, η αλληλεγγύη ανάμεσα στους απελπισμένους εργάτες του “Riff - Raff”, η εμψύχωση που παίρνει ο ήρωας στο “Μερίδιο των αγγέλων” από τον επιτηρητή του. Γι’ αυτό και οι «δεύτεροι» χαρακτήρες του είναι σημαντικοί για την εξέλιξη της ιστορίας είναι αυτοί που δίνουν την ώθηση στον πεσμένο ήρωα.

Ο Λόουτς είναι ένας από τους πιο αξιόλογους συνεχιστές του free cinema, με επιρροές και από τον ιταλικό νεορεαλισμό. Όταν οι βασικοί εκπρόσωποι του free cinema λίγο – πολύ θα το εγκαταλείψουν ή θα υποκύψουν στη γοητεία της επίπλαστης ευφορίας του Swinging London, ο Λόουτς θα πάρει τη σκυτάλη, ήδη με το “Poor Cow” κρατώντας τα διδάγματά ζωντανά, έως ότου ο ρεαλισμός στον αγγλικό κινηματογράφο ξαναδυναμώνει με την εμφάνιση σκηνοθετών όπως οι Φρίαρς, Τζόρνταν, Λίλαντ, Ρόμπινσον.

Οι επιρροές του αυτές γίνονται φανερές και στη συνέχιση της παράδοσης του συλλογικού ήρωα. Ο ήρωας του συνήθως είναι κομμάτι ενός συνόλου, μιας κοινωνικής ή εργασιακής ομάδας. Αποτελείται από τα χαρακτηριστικά όλων των άλλων. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι ο ήρωάς του είναι ανώνυμος ή απρόσωπος. Δεν αναιρεί τη σημασία της προσωπικότητας, γιατί αλλιώς θα εξουδετέρωνε τη δυνατότητα στην επιλογή να αντισταθούν.

Συνδυάζοντας τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, χρησιμοποιεί στις ταινίες του ερασιτέχνες ηθοποιούς. Στο Μερίδιο των Αγγέλων ο Λόουτς και ο Πολ Λάβερτι (ο μόνιμος πλέον σεναριογράφος του) βρήκαν τον πρωταγωνιστή σ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Ως άστεγος θαμώνας των υποβαθμισμένων συνοικιών της Γλασκώβης, με μια ζωή σκληρότερη και από της ταινίας, κατορθώνει να ενσαρκώσει ιδανικά το ρόλο, καθώς κατανοεί το χαρακτήρα του ήρωα πιο βαθιά απ’ όσο οποιοσδήποτε επαγγελματία.


Το Mερίδιο των Aγγέλων

Ο νεαρός Ρόμπι, άνεργος από τα περίχωρα της Γλασκώβης, βρίσκεται γι’ άλλη μια φορά στα δικαστήρια, από τα οποία φεύγει με καταδίκη για 300 ώρες κοινωφελούς εργασίας.

Μαζί με τρεις ακόμη νέους άνεργους, βρίσκεται κάτω από την επίβλεψη ενός επιστάτη (Χάρρυ) που θα γίνει τελικά το στήριγμά του στην προσπάθειά να ξεφύγει από την περιθωριοποίηση της ανεργίας. Το νεογέννητο παιδί του και η ευθύνη απέναντί του, αυξάνουν την επιθυμία του να ξεφύγει από τη μοίρα.

Ο Χάρρυ θα τον βοηθήσει να μην υποκύψει στους εκβιασμούς από τα μέλη της οικογένειας της κοπέλας του, που θέλουν να τον απομακρύνουν από αυτήν και το παιδί. Στο εργοστάσιο παραγωγής ουίσκι μαθαίνουν και το τι σημαίνει Μερίδιο του Αγγέλου - έτσι αποκαλούν στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2% της ποσότητας του ουίσκι που εξατμίζεται κατά τη διαδικασία παλαίωσης.

Αποδεικνύεται ότι ο Ρόμπυ έχει μεγάλη οσφρητική ικανότητα, που θα τον βοηθήσει τελικά να βρει δουλειά ως γευσιγνώστης ουίσκι. Η παρέα κατορθώνει να κλέψει μια μικρή ποσότητα πανάκριβου μαλτ που θα δημοπρατηθεί για πάνω από 1.000.000 λίρες, την οποία και θα μοσχοπουλήσουν. Έτσι ο Ρόμπυ βρίσκει τα απαραίτητα χρήματα για ένα νέο ξεκίνημα, υπό τους ανεβαστικούς ήχους του 500 miles, διασκευασμένο από τους Proclaimers, οι δε υπόλοιποι της παρέας συνεχίζουν να κάνουν αυτό που έκαναν και πριν… να μεθούν.

Η ταινία είναι γεμάτη από σχόλια. Ο Λόουτς παίζει με τον τίτλο: οι φτωχοδιάβολοι – άγγελοί του κλέβουν (η κλοπή ενσωματώνεται φυσιολογικά στο κοινωνικό πλαίσιο ενώ αποφεύγεται η φτηνή ηθικολογία) ένα μικρό μερίδιο από τον πλούτο του αμερικανού μεγιστάνα αγοραστή του βαρελιού και ο Ρόμπι, αντί να πουλήσει το δεύτερο μπουκάλι, το δωρίζει στον άγγελό του, τον Χάρρυ.

Εξαίρεση

Το κυρίαρχο, όμως, σχόλιο παραμένει ένα. Η περίπτωση του Ρόμπι, είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Όπως λέει ο ίδιος ο Λόουτς: «Υπάρχει μια ολόκληρη χαμένη γενιά στη Βρετανία, σε ολόκληρη την Ευρώπη ίσως, η οποία μοιάζει να έχει δυσοίωνο μέλλον, χωρίς εγγυήσεις για δουλειά, για ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής με ασφάλεια, περίθαλψη, σωστή παιδεία… Πολλοί νέοι ‘χάνονται’, κάποιοι άλλοι έχουν τις δυνατότητες να ξεφύγουν από αυτό το τέλμα κι εμείς θέλαμε να πούμε μια ιστορία η οποία θα αναδείκνυε αυτήν την προοπτική. Το σημαντικότερο πράγμα για έναν άνθρωπο είναι να έχει δουλειά. Με αυτήν εξασφαλίζεις τη ζωή σου και καταξιώνεσαι κοινωνικά. Δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να τα καταφέρουν και ο Ρόμπι είναι μια εξαίρεση[…].»

Πόσα δεδομένα πρέπει να υπάρξουν ταυτόχρονα για να πετύχει η συνταγή; Ένα νεογέννητο παιδί, μια σύντροφος που επιζητά την αγάπη και την εκτίμησή της, ένας ηθικός και πρακτικός συμπαραστάτης, η ανακάλυψη ενός φυσικού σου ταλέντου, ένα πετυχημένο colpo grosso! It’s too good to be true, for fuck’s sake, που θα ‘λεγαν και τα φιλαράκια του Ρόμπι.