Το αλφαβητάρι του Μαρξισμού: M όπως Μεταρρύθμιση

"Οι φιλόσοφοι", έγραφε ο Μαρξ σε μια διάσημη φράση του (που είναι χαραγμένη στον τάφο του), "προσπαθούσαν μέχρι τώρα να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε". Ο Μαρξ ήταν πεισμένος ότι η αλλαγή αυτή μπορούσε να έρθει μόνο μέσα από μια επαναστατική ανατροπή του σημερινού συστήματος από τα κάτω, σε μια ανατροπή που θα στηρίζεται στη μαζική δράση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης.

Αυτή του η πεποίθηση τον έφερε σε σύγκρουση με τον Προυντόν και τους αναρχικούς της εποχής του, που υποστήριζαν την κατάληψη της εξουσίας μέσα από μια καλά οργανωμένη συνωμοσία. Ταυτόχρονα, όμως, τον έφερε σε σύγκρουση με αυτούς που υποστήριζαν ότι το μοναδικό αίτημα για το οποίο θα έπρεπε να παλέψει το εργατικό κίνημα θα ήταν για «ένα δίκαιο μεροκάματο».

O Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριζαν με πάθος και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (που ήταν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης παράνομες στο μεγαλύτερο κομμάτι του 19ου αιώνα) και το δικαίωμα των εργατών στην απεργία.

«Τα συνδικάτα», έγραφε ο Μαρξ, «ξεπήδησαν από τις αυθόρμητες προσπάθειες των εργατών να αποτρέψουν ή τουλάχιστον να ελέγξουν τον ανταγωνισμό (μεταξύ τους), με στόχο την κατάκτηση όρων εργασίας που θα τους επιτρέψουν να ξεφύγουν από το επίπεδο των σκλάβων...»

Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι αγνοούσε ή υποτιμούσε τα όρια της καθαρά συνδικαλιστικής δράσης:

«Τα συνδικάτα είναι αποτελεσματικά σαν κέντρα αντίστασης ενάντια στις καταχρήσεις του κεφαλαίου. …(γίνονται αναποτελεσματικά) λόγω του αυτοπεριορισμού τους σε έναν ανταρτοπόλεμο εναντία στις συνέπειες του υπάρχοντος συστήματος... αντί για την τελική... κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».

Τα ίδια τα συνδικάτα, αλλά και τα επίσημα δημοκρατικά κόμματα της εποχής προσπαθούσαν να χτίσουν ένα σινικό τείχος ανάμεσα στα άμεσα αιτήματα του κινήματος, για αυξήσεις στους μισθούς, καλύτερες συνθήκες δουλειάς, δημοκρατικά δικαιώματα και την επανάσταση. Αυτή η τάση του περιορισμού των διεκδικήσεων στο επίπεδο των άμεσων μικρό-μεταρρυθμίσεων επηρέασε, από τα τέλη του 19ου αιώνα κιόλας, βαθειά την αριστερά.

Το πιο διάσημο παράδειγμα αυτής της επιρροής ήταν ο Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, ένα από τα επιφανή στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας των αρχών του περασμένου αιώνα. Ο Μπέρνσταϊν ήρθε σε επαφή με την «Φαβιανή Εταιρία» της Βρετανίας, μια οργάνωση που προπαγάνδιζε την σταδιακή μεταρρύθμιση της κοινωνίας, και επηρεάστηκε βαθιά από τις απόψεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βιβλίο στο οποίο υποστήριζε ότι, οι αλλαγές στον «σύγχρονο» καπιταλισμό, έχουν κάνει την ιδέα της επαναστατικής αλλαγής πλέον αναχρονιστική -οι σταδιακές μικρό-παραχωρήσεις θα μετέτρεπαν σιγά-σιγά την κόλαση του καπιταλισμού στον σοσιαλιστικό παράδεισο.

Την απάντηση στον Μπέρνσταϊν την έδωσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ μέσα από το διάσημο βιβλίο της «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση». Η εργατική τάξη, εξηγούσε, δεν μπορεί να έχει μόνιμες κατακτήσεις μέσα στον καπιταλισμό. Πρώτον γιατί η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αυξάνει συνεχώς τα επίπεδα της εκμετάλλευσης, ακυρώνοντας τις όποιες μισθολογικές αυξήσεις έχουν κερδίσει το προηγούμενο διάστημα οι εργάτες. Κύρια, όμως, γιατί οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να απαλλάξουν τον καπιταλισμό από τις αντιφάσεις του -και πάνω από όλα από την τάση του να πέφτει ξανά και ξανά σε καταστροφικές οικονομικές κρίσεις, σαν αυτήν που ζούμε εμείς σήμερα.

Γκρέμισμα

Αυτό δεν σήμαινε ότι η Ρόζα ή ο Μαρξ ήταν αντίθετοι με τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις. Η εργατική τάξη χτίζει την δύναμη της -την δύναμη που θα της επιτρέψει να γκρεμίσει τον καπιταλισμό- μέσα από τους καθημερινούς της αγώνες για αυτές ακριβώς τις μικρό-μεταρρυθμίσεις.

Η επανάσταση δεν είναι μια στιγμιαία πράξη. Η επανάσταση δεν έρχεται από το πουθενά, δεν είναι απλά και μόνο «η κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων». Η επανάσταση είναι μια διαδικασία. Ο Μαρξ, απαντούσε με τα παρακάτω λόγια στην «υπερεπαναστατική» μειοψηφία που πίστευε στην κατάληψη της εξουσίας με μια αποφασισμένη συνομωσία:

«Η μειοψηφία θέτει στην θέση της κριτικής μια δογματική σύλληψη. Για αυτούς η κινητήρια δύναμη της επανάστασης δεν είναι οι πραγματικές συνθήκες αλλά η απλή θέληση. Ενώ εμείς λέμε στους εργάτες ότι θα πρέπει να περάσουν μέσα από μια περίοδο 15, 20, 50 χρόνων εμφυλίων πολέμων και αγώνων, όχι μόνο για να αλλάξετε τις συνθήκες αλλά και για να αλλάξετε τους εαυτούς σας, για να κάνετε τους εαυτούς σας ικανούς για πολιτική κυριαρχία…»

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ παρομοίασε με το μαρτύριο του Σίσυφου τους συνδικαλιστικούς αγώνες. Κάθε φορά που έφτανε στην κορυφή, η πέτρα κατρακυλούσε και πάλι κάτω. Ο καπιταλισμός παίρνει συνεχώς πίσω όλα όσα κατακτούν, με σκληρούς αγώνες, οι εργάτες.

Μόνο που, μέσα από αυτό το μαρτυρικό κουβάλημα, ο καπιταλισμός έχει σε κάθε γύρο να αναμετρηθεί με έναν Σίσυφο όλο και πιο γυμνασμένο.