Αντιρατσιστικό κίνημα
Πρόσφυγες καλοδεχούμενοι: Δεν ξεχνάμε το 1922
«Ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια. Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους… Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ως την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά…»
“Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε…Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα…”
Κοντεύει ένας αιώνας από τότε που γράφτηκαν αυτές οι λέξεις, αλλά είναι τόσο κοντά. Το πρώτο απόσπασμα είναι από την "Λεηλασία μιας ζωής» του μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη και το δεύτερο από την αυτοβιογραφία του γεννημένου στη Σύρο Μάρκου Βαμβακάρη. Μνήμες πανομοιότυπες με τις μνήμες 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων που έφταναν στην Ελλάδα μετά την καταστροφική αποτυχία της εφόδου του ελληνικού καπιταλισμού στην καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία το 1919-1922.
Καραντίνα
Τα προηγούμενα χρόνια, χιλιάδες Έλληνες μετανάστες πέρναγαν από την καραντίνα της νήσου Ελις στις ΗΠΑ αναζητώντας μια καλύτερη ζωή σαν μετανάστες. Το 1922 χιλιάδες πρόσφυγες από την Τουρκία, αποβιβάζονταν για «περιποίηση-απολύμανση» στη Μακρόνησο - πολλοί από αυτούς βρίσκοντας τον θάνατο πριν τη νέα «πατρίδα».
Μέσα σε λίγους μήνες οι «Έλληνες αδελφοί» μόλις πέρασαν τα σύνορα βαφτίστηκαν «τουρκόσποροι» που «ήρθαν να πάρουν τα σπίτια». Απομονώθηκαν στα γκέτο-συνοικίες στις παρυφές των πόλεων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αλλά και στην Βόρεια Ελλάδα προκειμένου να αυξηθεί το ελληνικό ποσοστό του πληθυσμού που την κατοικούσε. Αποτέλεσαν το φθηνό εργατικό δυναμικό για την ελληνική άρχουσα τάξη, που τους αντιμετώπισε με τον χειρότερο ρατσισμό:
«Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; …Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» έγραφε ο Γεώργιος Βλάχος στην «Καθημερινή», στις 19/7/1928, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσφυγες ήταν τόσο κατώτεροι από τους ντόπιους που δεν πρέπει να έχουν δικαιώματα ούτε «ως εκλογείς» ούτε «ως εκλέξιμοι».
Τελικά τότε η χώρα δεν “καταστράφηκε» από την παρουσία των προσφύγων, όπως προέβλεπαν οι φυλλάδες της άρχουσας τάξης. Ηταν, τελικά, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά που αγκάλιασαν τους πρόσφυγες του πολέμου στην διάρκεια του Μεσοπολέμου, μετατρέποντας τις συνοικίες τους στο λεγόμενο «κόκκινο στεφάνι» που περικυκλώνει το κέντρο της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης.
Ιδιο και απαράλλακτο καθήκον με αυτό που έχει να πράξει και σήμερα η Αριστερά, προτάσσοντας σθεναρά απέναντι στον ρατσισμό και τη «ρεαλιστική» απανθρωπιά την εργατική αλληλεγγύη και το διεθνισμό, προβάλλοντας ξανά το σύνθημα: είναι όλοι καλοδεχούμενοι!

