Κινηματογράφος - «Ψηλά τα χέρια» Του Ρομέν Γκουπίλ

Η Αλίς και ο αδελφός της Μπλεζ πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο σε πολυεθνική γειτονιά του Παρισιού. Καλύτεροί τους φίλοι η  Μιλάνα, ο Κλοντιό, ο Γιουσέφ, ο Αλί. Η παρέα δραπετεύει από την αφόρητη βαρεμάρα του σχολικού μαθήματος στο υπόγειο κρυσφήγετο που ανακάλυψαν και διαμόρφωσαν καλά κρυμμένο κάτω από ένα σουπερ μάρκετ, μηχανεύονται ένα σωρό κομπίνες. Η Αλίς και ο Μπλεζ είναι οι μόνοι Γάλλοι της παρέας.

Η απέλαση του Γιουσέφ σημαίνει συναγερμό στο σχολείο. Λίγες μέρες μετά, η κυρία Ζου «αυτοκτονεί» κατά λάθος, καθώς την καταδίωκαν οι ειδικές δυνάμεις στη στέγη της πολυκατοικίας. Οι δάσκαλοι καλούν επειγόντως τους γονείς σε συνέλευση και μαζί οργανώνουν τη φιλοξενία των μαθητών που απειλούνται με απέλαση σε σπίτια Γαλλικών οικογενειών. Η Σεντρίν, μητέρα του Μπλεζ και της Αλίς ανταποκρίνεται χωρίς δισταγμό, θα πάρουν τη Μιλάνα. Η Μιλάνα είναι 11 χρονών, από την Τσετσενία, άσος στην αριθμητική και κρυφό αντικείμενο του πόθου του Μπλεζ. Είναι το μεγαλύτερο παιδί στην οικογένειά της και  πρακτικά ο σύνδεσμος με τον έξω κόσμο μια και είναι η μόνη στο σπίτι που μιλάει Γαλλικά. Υπάρχει και ένας μη λαθραίος στο σπίτι, ο μικρότερός της αδελφός που έχει γεννηθεί στη Γαλλία.

Αν και συνδεδεμένη με τους δικούς της, η Μιλάνα θα λατρέψει τη νέα οικογένεια, τα παιδιά και τη Σεντρίν, τα λούτρινα κουκλάκια στο δωμάτιο που μοιράζεται με την Αλίς, τις σύντομες διακοπές στην εξοχή. Η Σεντρίν παλεύει να νομιμοποιήσει τη Μιλάνα «με το σταυρό στο χέρι», δε συμβιβάζεται με το να ενεργοποιήσουν το «μέσον» του άντρα της. «Δεν είναι ζήτημα κοινού νου αλλά ηθικής στάσης», εξηγεί θυμωμένη. Η Σεντρίν δεν διαθέτει κοινό νου. Αν διέθετε δε θάκοβε το λαιμό της για τη Μιλάνα και την κάθε Μιλάνα, για να υφίσταται κριτικές από τον ρεφορμιστή άντρα της και τον ξενοφοβικό στην ουσία αδελφό της που την κατηγορεί για ανευθυνότητα και υστεροβουλία!

Επιστρέφοντας στο Παρίσι από τις καλοκαιρινές διακοπές, τα  πράγματα έχουν σφίξει για τα καλά. Οι μεγάλοι, ρεαλιστές και μη, απέτυχαν, οι μικροί αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία των κινήσεων: «Είμαστε όλοι Μιλάνα» γράφει το σημείωμα που αφήνουν για να εξαφανιστούν συντεταγμένα στην τέλεια κρυψώνα τους. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. Έχουν μαζί προμήθειες σε ξηρή τροφή, κεριά, αγαπημένα αντικείμενα, βιβλία και παιχνίδια, μέχρι και  λάπτοπ. Και όχι μόνο γίνονται πρωτοσέλιδο, γίνονται παράδειγμα προς μίμηση από πολλά παιδιά στη χώρα τους. Από την κρυψώνα θα βγουν με την επίσημη διαβεβαίωση νομιμοποίησης της Μιλάνα, με τα χέρια αλλά και το κεφάλι ψηλά.

Απελάσεις

Εξήντα χρόνια αργότερα, κοιτάζοντας μέσα από τη τζαμαρία ενός μοντέρνου κτιρίου (τυχαίο που επιλέχθηκε η βίλα Σαβουά του μεγάλου Λεκορμπιζιέ;), η Μιλάνα θυμάται τι τραβούσε ο κόσμος το 2007, όταν τα παιδιά στοιβάζονταν 30-30 μαζί σε σχολικές αίθουσες, τότε που ήταν απαραίτητο να έχεις χαρτιά για να μην απελαθείς, όπως τελικά συνέβη στην ίδια και την οικογένειά της και που δε μπορεί να θυμηθεί ποιός ήταν πρωθυπουργός της Γαλλίας (και γιατί άλλωστε;).

Ένα αισιόδοξο μήνυμα ότι αυτά που ζούμε στην Ευρώπη – φρούριο του ΓΑΠ και του Σαρκοζί, όπως το να ράβουν οι μετανάστες τα στόματά τους για να πάρουν άσυλο, θα ξεπεραστούν και θα σβήσουν.

Ο Ρομέν Γκουπίλ το 1982 μας έδωσε το «Να πεθαίνεις στα 30», μια μεγάλη ταινία για το Μάη του ’68 ιδωμένη μέσα από την άνοδο και την πτώση του Μισέλ Ρεκανατί, οργανωτή του κινήματος του Μάη. Σήμερα επιστρέφει στο ρατσισμό και τους μετανάστες, ένα ζήτημα όπου συντάσσεται με το κίνημα και έχει κάνει καλή δουλειά διαχρονικά. Σε άλλα θέματα δυστυχώς έχει κατά καιρούς υποπέσει σε ατοπήματα, με μεγαλύτερο απ’όλα την υποστήριξη της εισβολής στο Ιράκ μετά τις 11 Σεπτέμβρη 2001.

Την καθαρότητα των θέσεών του για το ρατσισμό ευτυχώς την απέδειξε την περασμένη βδομάδα που βρισκόταν στην Αθήνα, και με την επίσκεψή του στους μετανάστες απεργούς πείνας και στη συνέντευξη τύπου που έδωσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου αναφέρθηκε στον τεράστιο ρόλο αλληλεγγύης στους μετανάστες που έχουν να παίξουν οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, τα συνδικάτα και η αριστερά. 

Το «Ψηλά τα χέρια» είναι μια ταινία για τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την οργάνωση, τις ιδέες και την ουσία του Μάη αυτή τη φορά δοσμένες όχι με πικρία, αλλά με χιούμορ και αισιοδοξία. Ο Μισέλ Ρεκανατί  τελικά δεν πέθανε στα ‘30, είναι εδώ και μας κλείνει το μάτι.