Τουρκοκυπριακή έκρηξη

Μόνο που σήμερα οι διαμαρτυρίες των διαδηλωτών στρέφονται ανοιχτά κατά της «μητέρας - πατρίδας» τους, της χώρας που από το 1983, όταν ιδρύθηκε η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ελέγχει την πολιτική και οικονομική ζωή στη Βόρεια Κύπρο μέσω της οικονομικής βοήθειας που καταβάλλει και του στρατού που διατηρεί. Πώς φτάσαμε ως εδώ;


Ο Ντίνος Αγιομαμίτης από την αδελφή οργάνωση του ΣΕΚ στην Κύπρο, «Εργατική Δημοκρατία» δίνει την πανοραμική εικόνα και τις προοπτικές:

• Το συλλαλητήριο των τουρκοκυπρίων δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ηταν το αποτέλεσμα μια πορείας από κινητοποιήσεις και απεργίες που προηγήθηκαν τον τελευταίο χρόνο, ιδιαίτερα μετά το καλοκαίρι. Απεργίες που είχαν να κάνουν με το πακέτο οικονομικών μέτρων που προσπαθεί η κυβέρνηση να περάσει, με ιδιωτικοποιήσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων, περικοπές κοινωνικών παροχών και άλλα παρόμοια. Το πακέτο βέβαια ήλθε από την Άγκυρα (το επεξεργάστηκε ο Ακτζά που διορίστηκε πριν μια βδομάδα Πρέσβης της Τουρκίας στη Λευκωσία. Μέχρι τότε ήταν πρόεδρος της «επιτροπής για την τουρκική βοήθεια προς την βόρεια Κύπρο».)

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση έγινε το καλοκαίρι με την απεργία των φοιτητών του Παιδαγωγικού Πανεπιστημίου εξαιτίας της προσπάθειας να ιδιωτικοποιηθεί. Οι φοιτητές έκαναν κατάληψη και κατασκήνωσαν στον κυκλικό κόμβο δίπλα στην Τουρκική Πρεσβεία. ΕΊχαν την υποστήριξη του συνδικάτου των Δασκάλων και άλλων συνδικάτων και  όταν προσπάθησαν να καταθέσουν μαύρο στεφάνι στη πρεσβεία σε ένδειξη διαμαρτυρίας, η αστυνομία τους χτύπησε και συνέλαβε αρκετούς συνδικαλιστές, οι οποίοι μέχρι σήμερα αντιμετωπίζουν δικαστικές διώξεις.

Απεργίες συνεχίζονται ολόκληρη αυτή την περίοδο, στη δημόσια υπηρεσία, σε σχολεία, νοσοκομεία, οργανισμούς κοινής ωφέλειας.

Τα πράγματα οξύνθηκαν πολύ στο τέλος του χρόνου όταν η Αγκυρα ανακοίνωσε ότι δεν θα έστελνε τα λεφτά για τους 13ους μισθούς. Αυτό μάλιστα συνοδεύτηκε με απαξιωτικές δηλώσεις του ίδιου του Ερντογάν, ότι «οι Τουρκοκύπριοι δεν δουλεύουν, είναι τεμπέληδες και παίρνουν πολύ ψηλούς μισθούς». 

Δεν είναι μόνο τα οικονομικά αιτήματα που κινητοποιούν τους Τουρκοκυπρίους αλλά και η πικρία από αυτή την αντιμετώπιση της τουρκικής κυβέρνησης, αλλά και άλλων πολιτικών στη Τουρκία. Αυτό φάνηκε και στα πανώ και τα συνθήματα στο συλλαλητήριο: Τα βασικα συνθήματα που κυριαρχούσαν ήταν: «Αγκυρα, κάτω τα χέρια από τον τόπο μας»,   «Αγκυρα, δεν σε θέλουμε ούτε εσένα, ούτε τα λεφτά σου, ούτε του υποταχτικούς σου». Εντύπωση έκανε το πανώ που κατέβασε το «Κίνημα Γιασεμί» (που δημιούργησε ο γνωστός δημοσιογράφος της εφημερίδας Αφρίκα Σιενέρ Λεβέντ) που έγραφε «Μας  σώσατε; -  Ασικτήρ!» Υπήρχαν και αρκετά συνθήματα που παράπεμπαν κατ’ευθείαν στο Κυπριακό, όπως το σύνθημα «Αϊσε πήγαινε σπίτι σου» (Αϊσέ ήταν το κωδικό όνομα για την έναρξη της δεύτερης φάσης της επίθεσης του τουρκικού στρατού τον Αυγουστο του  ’74 μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στη Γενεύη, που στάλθηκε από τον Ετζεβίτ σαν «Η Αϊσέ πάει διακοπές»).

Εντυπωσιακή ήταν η παρουσία των μπλόκ των εκπαιδευτικών, των δασκάλων και των καθηγητών, ένω οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Ανατολικής Μεσογείου που βρίσκεται στην Αμμόχωστο, οι οποίοι βρίσκονται σε απεργία από την αρχή του χρόνου κουβαλούσαν ένα τεράστιο μαύρο πανί, πάνω απο100 μέτρα, που όπως μου είπαν συμβολίζει τις μαύρες μέρες που περνούν εξαιτίας της πολιτικής της κυβέρνησης και το μαύρο μέλλον που τους υπόσχεται αυτή η κυβέρνηση. Μαζική ήταν η παρουσία του συνδικάτου των δημοσίων υπαλλήλων, των γιατρών, των εργαζομένων στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας.

Ιδιαίτερη αίσθηση

Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε η συμμετοχή της «Ένωσης Μεταναστών Ικονίου», που μάλιστα χαιρέτησε από την εξέδρα, δείχνοντας ότι οι Τούρκοι «έποικοι» καθόλου δεν αποτελούν δεδομένο στήριγμα της Τουρκίας, αλλά κατ’αρχήν αυτοπροσδιορίζονται σαν μετανάστες και αγωνίζονται με τους υπόλοιπους Τουρκοκύπριους. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις εξαγγέλθηκε το συλλαλητήριο, η Τουρκική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα στείλει τα λεφτά για τους 13ους μισθούς, οι οποίοι τελικά δόθηκαν μερικές μέρες μετά από αυτό.

Ο όγκος και ο παλμός θύμιζε πολύ έντονα τις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2001 – 2004 που οδήγησαν στην απομάκρυνση του Ντενκτάς. Δεν ξέρω αν ο Ερογλου και η κυβέρνηση του κόμματος Εθνικής Ενότητας θα επιβιώσουν αυτής της κρίσης, αλλά κάθε προσπάθεια που κάνουν μέχρι στιγμής για να σταματήσουν τις κινητοποιήσεις προκαλεί περισσότερο την οργή του κόσμου, όπως οι δηλώσεις που έγιναν μετά το συλλαλητήριο και προκάλεσαν την άμεση αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των συνδικάτων. Μετά από αυτές τις δηλώσεις, αντιπροσωπεία των συνδικάτων προσπάθησε να επιδώσει επιστολή διαμαρτυρίας στην τουρκική Πρεσβεία, αλλά εμποδίστηκε από την αστυνομία ενώ η πρεσβεία τους είπε «να στείλουν την επιστολή με το ταχυδρομείο».

Σε δηλώσεις του ο Σιενέρ Ελτζίν, πρόεδρος των Τουρκοκυπρίων δασκάλων και ηγετικό στέλεχος της συνδικαλιστικής πλατφόρμας 28 οργανώσεων που κάλεσε τις κινητοποιήσεις, κατάγγειλε τη στάση της τουρκικής κυβέρνησης και το πακέτο των οικονομικών μέτρων που θέλει να επιβάλει. Ζήτησε από την Αγκυρα να μην θεωρεί την Κύπρο σαν επαρχία της και ότι εκείνο που χρειάζονται οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι τα λεφτά της Αγκυρας, αλλά μια διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος που θα δημιουργήσει συνθήκες ειρήνης και ευημερίας για όλους τους κατοίκους του νησιού.

Κατάγγειλε τον Ερντογάν ότι  δεν κανει ούτε ένα βήμα για επίλυση του προβλήματος. Εστειλε όμως και ένα μήνυμα στον Χριστόφια, καλώντας τον να κάνει τολμηρά βήματα προς επίλυση του Κυπριακού, δεν αρκεί να προσφέρει στους Τουρκοκύπριους ταυτότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιατροφαρμακευτική περιθαλψη στα νοσοκομεία. Οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να τους αναγνωρίσει τα δικαιώματά τους σαν ισότιμους πολίτες. Τέλος, έστειλε και ένα μήνυμα γενικότερα προς τους Ελληνοκύπριους. «Περιμένουμε να δούμε να αντιμετωπίζετε τους ρατσιστές και τους φασίστες που έκαναν την εμφάνιση τους στη πλευρά σας και χτυπούν Τουρκοκύπριους και μετανάστες».

Αυτή νομίζω είναι και η ουσία για μας. Οσοι παλεύουν σήμερα στη Κύπρο για ειρήνη, για επανένωση και συμφιλίωση, πρέπει να ακούσουν αυτό το καλέσμα. Αν θέλουμε πραγματικά να χτίσουμε ένα κοινό μέτωπο με τους Τουρκοκύπριους που σήμερα βρίσκονται ξανά στους δρόμους, θα πρέπει και εμείς σαν ελληνοκύπριοι να παλέψουμε ενάντια στη πολιτική της ελληνικής εθνικής ενότητας και να προβάλουμε μια ταξική πολιτική που μας ενώνει και στις δυο πλευρές, ενάντια στη λιτότητα, τον εθνικισμό και την άνοδο του φασισμού. Να πιέσουμε όπως πιέζουν οι σύντροφοι μας τον Έρογλου και τον Ερντογάν, τη δικιά μας κυβέρνηση για μια κοινά αποδεχτή διευθέτηση του Κυπριακού.

Αυτό το στόχο προσπάθησε να αναδείξει η εκδήλωση που έγινε το Σάββατο 13 Φλεβάρη στο τέρμα της οδού Λήδρας (το πιο κοντινό σημείο επαφής των δύο πλευρών), από την Πλατφόρμα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εκπαιδευτικών. Δεκάδες ελληνοκύπριοι μαζεύτηκαν για να δείξουν την αλληλεγγύη τους στον αγώνα των Τουρκοκυπρίων. Την εκδήλωση χαιρέτησε η Δήμαρχος Λευκωσίας και εκπρόσωποι εκπαιδευτικών οργανώσεων.  Οι συμμετέχοντες έκλεισαν ραντεβού για νέα εκδήλωση στις 2 Μάρτη μέρα που έχει εξαγγελθεί το επόμενο συλλαλητήριο των Τουρκοκυπριακών συνδικάτων. Θα είμαστε όλοι εκεί.

Λευκωσία, 14/02/2011, Ντίνος Αγιομαμίτης, Εργατική Δημοκρατία

• Οι κινητοποιήσεις στη Βόρεια Κύπρο κατέρριψαν πολλούς μύθους και κυρίως το στερεότυπο ότι οι Τουρκοκύπριοι άγονται και φέρονται σαν άβουλα όντα από την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας.  Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν είναι αληθινό περιβόλι και προδίδουν την αμηχανία:

Ο Πρόεδρος της τουρκικής εθνοσυνέλευσης Μεχμέτ Αλί Σαχίν δήλωσε ότι «θα πρέπει να αποφεύγονται ενέργειες και δηλώσεις που αλείφουν βούτυρο στο ψωμί των Ελληνοκυπρίων». «Οι Τουρκοκύπριοι καταπιέζονται από εποίκους και Αγκυρα», έσπευσε να δηλώσει το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Στη Νότια Κύπρο το ΑΚΕΛ έκφρασε χλιαρή υποστήριξη μαζί με αόριστες ευχές για την επίλυση του Κυπριακού (τα κλειδιά του οποίου βέβαια βρίσκονται και στα χέρια της κυβέρνησης Χριστόφια). Πράγματι, ο απλός κόσμος αισθάνεται την ειλικρινή διάθεση να συμπαρασταθεί, όμως στα ΜΜΕ μαζί με τις συνεντεύξεις των εξεγερμένων κυκλοφορεί και όλη η λάσπη για τους κρατικοδίαιτους, ανεπιθύμητους που διαμαρτύρονται μόνο και μόνο για το πορτοφόλι τους, γιατί χάνουν τα προνόμιά τους.

Όξυνση

Τέτοιες ερμηνείες όμως χάνουν απ’ τα μάτια τους  ή χειρότερα κρύβουν τους αγώνες που έδωσε και δίνει η Τουρκοκυπριακή εργατική τάξη από το 2001. Οι Τουρκοκύπριοι έσπασαν πρώτοι από τον Τουρκικό εθνικισμό, ξεσηκώθηκαν ενάντια στον Ραούφ Ντενκτάς και ανέδειξαν πρόεδρο τον σοσιαλδημοκράτη ενδοτικό Ταλάτ, με ρητή εντολή να λύσει το Κυπριακό. Η εκλογή του δεξιού Έρογλου το 2009 πάνω στην απογοήτευση και την αποτυχία της επανένωσης δε σήμανε υποστολή των ταξικών αγώνων, αλλά όξυνσή τους.

Η «μητέρα» Τουρκία, δε μπορεί με κρατικές επιχορηγήσεις να εξαγοράζει την αποδοχή των Τουρκοκύπριων για την εθνικιστική και νεοφιλελεύθερη πολιτική της, για το ότι λυμαίνεται την οικονομία και θέλει να διοικεί τη Βόρεια Κύπρο σα νομό της Τουρκίας. Επομένως οι οικονομικοί στόχοι για δουλειά και αυξήσεις πάνε μαζί με τα πολιτικά αιτήματα για αναγνώριση της ιδιαίτερης ταυτότητας των Τουρκοκύπριων. Ο Τουρκοκύπριος καθηγητής Νιαζί Κιζιλγιουρέκ σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Πολίτης» (14/02/11) αναφέρει χαρακτηριστικά : «Οι Κεμαλιστές μας κατηγορούν ότι δεν είμαστε αρκετά Τούρκοι, η κυβέρνηση ότι δεν είμαστε αρκετά μουσουλμάνοι... Όταν δηλώνω ότι είμαι Τουρκοκύπριος και η Κύπρος είναι η πατρίδα μου, ταυτόχρονα απλώνω το χέρι στους Ελληνοκύπριους για να χτίσουμε αυτό το χώρο σαν κοινή μας πατρίδα».

Αυτά είναι τεράστια πολιτικά προχωρήματα που έχουν πανικοβάλει τις άρχουσες τάξεις και τις κυβερνήσεις. Ο Ερντογάν μετά τις προσβλητικές του δηλώσεις έσπευσε να συναντήσει την περασμένη βδομάδα τον σοσιαλδημοκράτη πρώην πρωθυπουργό Ταλάτ, προσπαθώντας να συμμαζέψει την κατάσταση. Το πόσο φοβούνται τις απεργίες και τις διαδηλώσεις προδίδεται από το ότι πιέζουν τους έποικους δεύτερης γενιάς, δηλαδή αυτούς που γεννήθηκαν στη Βόρεια Κύπρο και είναι παιδιά εποίκων να σταματήσουν να στηρίζουν τις κινητοποιήσεις. Όμως  τίποτα δεν είναι όπως πριν στην Κύπρο.

Σήμερα έχει ξανανοίξει η προοπτική της επανένωσης όχι σαν παζάρι των Ελλάδας – Τουρκίας κάτω από ιμπεριαλιστική κηδεμονία, όπως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αλλά από τα κάτω, με τη θέληση και τους όρους των δύο κοινοτήτων.