Το θέμα της χορήγησης 48ωρης άδειας στο Δημήτρη Κουφοντίνα, επανέφερε στιγμές κιτς δημοσιογραφίας που είχαμε ζήσει και το καλοκαίρι του 2002, όταν κορυφωνόταν διεθνώς ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» που στοίχισε τη ζωή σε πάνω από ένα εκατομμύριο αθώους. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, η άρχουσα τάξη, τα κόμματά της και τα ΜΜΕ της, δεν έχασαν την ευκαιρία να υπενθυμίσουν με τον πιο εμφατικό τρόπο ποιον πρέπει να θεωρούμε εχθρό, αλλά και να κατασκευάσουν αντιθέσεις στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Από κοντά και η αμερικάνικη πρεσβεία, που δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο που εφαρμόστηκε ο νόμος.
Στην πραγματικότητα το νομοθετικό πλαίσιο είναι αρκετά σαφές, ώστε να αποκλείει την εξέταση λόγων όπως η μεταμέλεια του κρατούμενου. Είναι λοιπόν έκφραση ακραίας κατασταλτικής αυθαιρεσίας, το γεγονός ότι η άρνηση του δικαιώματος άδειας του Κουφοντίνα και όχι μόνο (βλ. υπόθεση Γουρνά) οφείλονταν σε έλλειψη «μεταμέλειας».
Άλλωστε το Μητσοτακέικο έχει κι άλλους λόγους να σκίζει τα ιμάτιά του, πέρα από την αφήγηση της «γενικευμένης ανομίας» που παίζει προσπαθώντας να παραστήσει την αντιπολίτευση. Ήταν η κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων που είχε ανεβάσει τα όρια ποινής που πρέπει να εκτιθούν για τη λήψη της πρώτης άδειας (από τα 8 στα 18 χρόνια), ειδικά για όσους απολαμβάνουν προνομιακά την κρατική εκδικητικότητα (τρομονόμοι, πολιτικά εγκλήματα), ενώ την είχε απαγορεύσει εντελώς για τους κρατούμενους φυλακών τύπου Γ. Από αυτή τη ρύθμιση έχει μείνει σήμερα το «βέτο» του εισαγγελέα ως ασφαλιστική δικλείδα καταστολής. Ο εισαγγελέας δηλαδή μπορεί να αφαιρεί το δικαίωμα άδειας παρά τη θετική γνώμη του συμβουλίου των φυλακών, όποτε κρίνει -παράνομα- ότι η έλλειψη μεταμέλειας σημαίνει κίνδυνο νέων εγκλημάτων, η απλά, κακή χρήση της άδειας.
Πίεση του κινήματος
Όμως οι αποσπασματικές και συχνά ανεπαρκείς σωφρονιστικές ρυθμίσεις του τελευταίου διαστήματος κατακτήθηκαν μέσα από την πίεση ενός κινήματος συμπαράστασης και αλληλεγγύης της νεολαίας και της εργατικής τάξης που κορυφώθηκε ως απάντηση στην κρατική καταστολή που πάει χέρι-χέρι με τα μνημόνια (θυμίζουμε το καθεστώς εκπαιδευτικών αδειών για τον Ρωμανό). Σε αυτή τη μάχη δεν χωράει βήμα πίσω από τη διεκδίκηση καθολικής εφαρμογής των συνταγματικών και δικονομικών δικαιωμάτων των υπόδικων και κρατουμένων, σε μια περίοδο που η κρατική καταστολή στοχεύει σε όσους και όσες χαρακτηρίζει επικίνδυνους/ες, προκειμένου να τους/τις οδηγήσει σε ηθική και φυσική εξόντωση για παραδειγματισμό.
Αλλά δεν αρκεί επίκληση της νομιμότητας γενικά και αφηρημένα. Αυτό είναι δουλειά της κυβέρνησης, που υποκύπτει στην τρομοϋστερία και κρύβεται πίσω από το δόγμα του «νόμου και της τάξης», όσο διατηρεί ανέπαφο όλο το νομικό οπλοστάσιο που επιτρέπει τις δικαστικές αυθαιρεσίες και την αύξηση της καταστολής.
Αντίθετα, η πάλη ενάντια στα εγκλήματα των από πάνω περνάει και μέσα από την πάλη για τις δημοκρατικές ελευθερίες, για να ξηλώσουμε όλους τους τρομονόμους που καταδικάζουν με σκευωρίες αθώους (Θεοφίλου), που κρατούν ανθρώπους φυλακισμένους χωρίς στοιχεία (Ηριάννα, Περικλής), να διεκδικήσουμε αποσυμφόρηση των φυλακών από φτωχούς ανθρώπους που εκτίουν υπερβολικές και τιμωρητικές ποινές, ανθρώπινες συνθήκες κράτησης και ίσα δικαιώματα άδειας και αποφυλάκισης για όλους και όλες.
Eυκλείδης Μακρόγλου

