Βουλγαρία: Οι ιδιωτικοποιήσεις σήμαναν πανάκριβο ρεύμα, όμως oι διαδηλωτές έστειλαν το λογαριασμό στην κυβέρνηση

"Όταν το ψυγείο νικάει την τηλεόραση"

Η παραπάνω φράση ανήκει σε έναν Βούλγαρο δημοσιογράφο και χαρακτηρίζει εύστοχα την κοινωνική έκρηξη που έζησε η Βουλγαρία τις τελευταίες 20 μέρες και οδήγησε στην πτώση της δεξιάς κυβέρνησης. Παίχτηκε ένα «κοινωνικό δράμα» με δύο πρωταγωνιστές: από την μία μια κυβέρνηση που εφαρμόζει πρόγραμμα λιτότητας σε μια ήδη κατακερματισμένη κοινωνία, με την στήριξη της αστικής τάξης και την προπαγάνδα των ΜΜΕ και από την άλλη το πλήθος των νεολαίων, των εργατών και των συνταξιούχων που ανοίγοντας το ψυγείο τους βλέπουν τα αποθέματα να εξαντλούνται μέρα με την μέρα. Ας γνωρίσουμε τις αντιμαχόμενες πλευρές λίγο καλύτερα και ας αναζητήσουμε ομοιότητες και διαφορές με την κατάσταση που βιώνουμε στην Ελλάδα.

Στην κυβέρνηση βρίσκεται το «κεντροδεξιό» κόμμα ΓΚΕΡΜΠ (Πολίτες για την Ευρωπαϊκή Ανάπτυξη της Βουλγαρίας, γκερμπ κυριολεκτικά σημαίνει «στέμμα»), το οποίο δημιουργήθηκε το 2006 από τον δήμαρχο της Σόφια Μπόικο Μπορίσοφ. Το βιογραφικό του πλούσιο: αθλητής του καράτε στα νιάτα του και μπράβος του Ζίβκοφ επί «υπαρκτού σοσιαλισμού», έμπορος όπλων και ιδρυτής «Αθλητικής Λέσχης» (όπως ονομάζονταν οι «επιχειρήσεις» παροχής προστασίας) επί «δημοκρατίας», εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την χρεωκοπία του 1996 για να εγκαθιδρυθεί ως «επιχειρηματίας» αμφιλεγόμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, την ίδια στιγμή που, σύμφωνα με πρόσφατες αποκαλύψεις, υπήρξε πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών με το κωδικό όνομα «Βούδας». Αναλαμβάνει την «προστασία» του τέως βασιλιά Σιμεών Σάξκομπουργκ, ο οποίος όταν αναλαμβάνει την πρωθυπουργία, τον τοποθετεί Γ.Γ. του Υπουργείου Εσωτερικών το 2001.

Από αυτή την θέση ο Μπορίσοφ αποκτά τον έλεγχο της Αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών και την συγχωνεύει με τις στρατιές των «επιχειρηματιών» που έχουν πλέον αναβαθμιστεί σε παρακράτος, αποκτώντας μεγάλη δύναμη. Το 2005 παρατάει τον Σιμεών, το κόμμα του οποίου οδεύει προς την διάλυση, και κερδίζει την Δημαρχεία της Σόφια με ατζέντα «Νόμος και Τάξη» και μπόλικες δόσεις ρατσισμού εναντίον των Ρομά και των Τουρκόφωνων. Ιδρύει το ΓΚΕΡΜΠ μαζεύοντας γύρω του διάφορα μπουμπούκια από νεοφιλελεύθερους αστούς έως εθνικιστές ακροδεξιούς, ακολουθεί την ίδια ατζέντα προσθέτωντας ως αιχμή την «καταπολέμηση της διαφθοράς των σοσιαλιστών», φορά Ευρωπαϊκό κοστούμι και κερδίζει τις εκλογές, χωρίς όμως να κατακτήσει αυτοδυναμία. Βρίσκει δεκανίκι στην Βουλή το φασιστικό κόμμα ΑΤΑΚΑ («Εθνικός Σύνδεσμος Επίθεση») που υποστηρίζει και υπερψηφίζει την κυβέρνηση.

Το ΑΤΑΚΑ δημιουργήθηκε το 2005 και αμέσως μπήκε στην Βουλή με ποσοστό 10% γύρω από το οποίο περιστρέφεται έως σήμερα. Η επιτυχία του θεωρήθηκε ως μεγάλη έκπληξη, παρότι το έδαφος της επιρροής της ατζέντας του είχε στηθεί από τα δεξιά κόμματα και τα ΜΜΕ ήδη από την περίοδο της χρεωκοπίας. Είναι ο ένας από τους 2 πόλους της ακροδεξιάς στην Βουλγαρία (ο δέυτερος είναι η φασιστική οργάνωση ΒΜΡΟ). Η ιδεολογία του είναι αυτή του φασισμού: αντισημητισμός, ρατσισμός, ισλαμοφοβία, αντικομμουνισμός. Στρέφεται ενάντια στα δικαιώματα των Ρομά και των Τούρκων της χώρας (βαφτίζοντάς τους συλλήβδην κλέφτες), υμνεί τον Αρχηγό του Έθνους και προσβλέπει στην κατάκτηση της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ντομπρουτσά ώστε να γίνει πραγματικότητα η Μεγάλη Βουλγαρία των 3 θαλασσών.

Τα μέλη του επιδίδονται σε τακτικά πογκρόμ εναντίον των Ρομά (ελλείψει μεταναστών), με την κάλυψη κυβέρνησης, αστυνομίας και αστικών ΜΜΕ (που κάνουν λόγο για «αυθόρμητες αντιδράσεις αγανακτισμένων πολιτών»). Ο αρχηγός της οργάνωσης Βόλεν Σίντεροφ («Μπόλεν», δηλαδή «άρρωστο» τον αποκαλούν οι Βούλγαροι περιπαιχτηκά) είναι αναμεμιγμένος σε διάφορα σκάνδαλα και κοπιάρει το λουκ του Μουσολίνι: απόλυτος, σκληρός, ευθυτενής, φωνακλάς, σεξιστής που ρίχνει και καμιά σφαλιάρα σε όποιον δεν γουστάρει. Η πραγματική του απήχηση στους δρόμους είναι μηδαμινή. Το 2010 ένας λευκός δολοφονήθηκε από έναν Ρομά ύστερα από ξεκαθάρισμα λογαριασμών μαφιόζων. Το ΑΤΑΚΑ και η ΒΜΡΟ βρήκαν πεδίον δόξης λαμπρόν για να εξαπολύσσουν πογκρόμ. Κάλεσαν λοιπόν σε μεγάλες συγκεντρώσεις στην Σόφια και σε άλλες πόλεις κατά των Ρομά. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση στην Σόφια μάζεψε 1.000 φασίστες προστατευμένους από την αστυνομία που παρήλαυναν σε άδειους δρόμους.

Η κυβέρνηση σχηματικά πρόκειται για μια συμμαχία του ντόπιου και ξένου Κεφαλαίου (ανάμεσά του και το ελληνικό που ελέγχει το 25% του τραπεζικού τομέα, μεγάλο μερίδιο στις κατασκευές, στην ενέργεια, στην κλωστουφαντουργία, στα τρόφιμα, στην λιανική και χονδική πώληση) που λυμαίνεται την χώρα, της μαφίας και του φασιστικού παρακράτους.

Ο Πρόεδρος τως χώρας Πλέβνελιεφ (του κόμματος ΓΚΕΡΜΠ) δήλωνε πριν περίπου ένα χρόνο ότι «Αν η Ελλάδα θέλει να βγει από την κρίση πρέπει να κάνει ότι έχουμε κάνει εμείς». Η κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι τα ελλείμματα μειώνονται και οι ξένες άμμεσες επενδύσεις αυξάνονται. Εφαρμόζει ένα πρόγραμμα λιτότητας κατά την διάρκεια του οποίου μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες, κόβονται κοινωνικά επιδόματα και αυξάνεται ο ΦΠΑ. Το καρότο είναι ότι οι μισθοί έχουν παγώσει αντί να έχουν μειωθεί όπως σε άλλες χώρες και ο μπαμπούλας είναι η μόνιμη απειλή που εκτοξεύεται από τα ΜΜΕ: «αν δεν γίνουν μεταρυθμίσεις θα γίνουμε Ελλάδα».

Την ίδια στιγμή ο πληθυσμός που βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχιας ξεπερνά το 50%, οι νέοι μεταναστεύουν, η διαφθορά ντόπιων και ξένων ελίτ οργιάζει, ο βασικός μισθός είναι στα 150 Ευρώ μικτά, ο μέσος στα 400, τα συστήματα ασφάλισης, υγείας και παιδείας είναι ξεχαρβαλλωμένα, η θνησιμότητα και ο αναλφαβητισμός ανεβαίνουν, οι Συλλογικές Συμβάσεις και ο συνδικαλισμός είναι ένα όνειρο μακρινό. Αποτελέσματα από την υπερδεκαετή εφαρμογή των προγραμμάτων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας που μπούκαραν με την ευκαιρία της κρίσης του 1996-1997 και δεν έχουν φύγει ακόμα.

Ένα από αυτά τα αποστελέσματα ήταν και η αφορμή της εξέγερσης. Κατά την τελευταία εικοσαετία ιδιωτικοποιήθηκαν όλες οι ΔΕΚΟ της Βουλγαρίας. Νερό, ενέργεια, ρεύμα, επικοινωνία, τράπεζες, νοσοκομεία, μεταφορές, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια ακόμα και ένα μέρος της κοινωνικής ασφάλισης, πέρασαν φθηνά στα χέρια των ιδιωτών. Η αντίστοιχη ΔΕΗ της χώρας (σε ένα χαώδες σύστημα ενέργειας με ιδιώτες παρόχους όπου κυριαρχούν τσέχικα, ρώσσικα και γερμανικά κεφάλαια) προχώρησε πραξικοπηματικά και αναίτια σε αυξήσεις των τιμολογίων μέσου όρου 13% εν μέσω του χειμώνα, πλήτοντας τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλησε το ποτήρι. Η νεολαία και οι εργαζόμενοι άρχισαν να οργανώνονται ενάντια στις αυξήσεις αρχικά με συγκεντρώσεις, κρατώντας πλακάτ με σλόγκαν «Δεν Πληρώνω». Το κίνημα άρχισε να μαζικοποιήται γοργά και το αίτημα άρχισε να περιλαμβάνει την κατάργηση όλων των χαρατσιών.

Το Σαββατοκύριακο 15-16 Φλεβάρη οι συγκεντρώσεις έγιναν μαζικές στην Σόφια και την Κυριακή επιχειρήθηκε επίθεση και κατάληψη των κεντρικών της Εταιρείας Ρεύματος από χιλιάδες κόσμου. Η συγκέντρωση χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ. Την Δευτέρα δεκάδες χιλιάδες κατέβηκαν στους δρόμους της Σόφια, του Πλόβντιβ και της Βάρνα με αίτημα πλέον να επανακρατικοποιηθούν όλες οι ΔΕΚΟ που είχαν ξεπουληθεί. Την Τρίτη ο Μπορίσοφ σε μια κίνηση εκτόνωσης της κατάστασης απέλυσε τον Υπουργό Οικονομικών (κόκκινο πανί για τους διαδηλωτές καθώς δήλωσε πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα και ότι «τα τιμολόγια ρυθμίζονται από την ελεύθερη αγορά») και άφησε να εννοηθεί ότι θα μείωνε τις αυξήσεις των τιμολογίων.

Η απάντηση του κινήματος ήρθε το ίδιο βράδυ: πολλές δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές ζητούσαν πλέον την πτώση της κυβέρνησης και συγκρούονταν όλη την νύχτα με τα ΜΑΤ στο κέντρο της Σόφια κοντά στο κοινοβούλιο. 11 συλλήψεις και δεκάδες τραυματίες. Η κατάσταση, πρωτόγνωρη τόσο για τους μπάτσους όσο και για την κυβέρνηση, είχε ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο. Ο Μπορίσοφ παραιτήθηκε με δακρύβρεχτη ανακοίνωση την Τετάρτη το μεσημέρι. Την ίδια μέρα το απόγευμα ο λαός ξεχυνόνταν και πάλι στους δρόμους, φωνάζοντας ρυθμικά «Μάφια» πολιορκώντας το προστατευόμενο από κορδόνια ΜΑΤ κοινοβούλιο.

Τί μέλλει γενέσθαι: Το πιθανότερο σενάριο είναι η διεξαγωγή εκλογών τον Απρίλιο. Ο Μπορίσοφ δεν θα παραδώσει έτσι απλά την εξουσία: παρόλες τις λαϊκίστικες κορώνες του θα ενεργοποιήσει όλους τους αντιδραστικούς μηχανισμούς που ελέγχει για να επαναδιεκδικήσει την θέση του, ελπίζοντας ότι η κοινωνική έκρηξη εκτονώθηκε έστω προσωρινά. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι το ΓΚΕΡΜΠ βρισκόνταν πίσω στις δημοσκοπήσεις από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (ξεπουλημένοι ρεφορμιστές υπό τον πρώην πρωθυπουργό Σεργέι Στανίσεφ), πριν το ξέσπασμα των διαδηλώσεων και ενώ οι προγραμματισμένες εκλογές ήταν για τον Ιούλιο. Είναι ισχυρό το ενδεχόμενο, οι ελίτ να θεωρούν καμμένο χαρτί τον Μπορίσοφ και να προσανατολιστούν σε άλλες λύσεις.

Οι φασίστες σύμμαχοί του είναι επίσης στριμωγμένοι, καθώς η οργή του κόσμου δύσκολα θα διοχετευθεί σε ένα κόμμα που στήριξε την μισητή πολιτική της κυβέρνησης και αποτέλεσε το βαρύ χέρι του κεφαλαίου, ενώ η ρατσιστική του ατζέντα δύσκολα θα βρει ακροατήριο σε ένα πλήθος βουλγαρόφωνων, τουρκόφωνων και Ρομά που βρέθηκαν μαζί στους δρόμους αγωνιζόμενοι για τον δημόσιο πλούτο της χώρας τους. Ήδη έχουν αρχίσει διεργασίες στον χώρο της δεξιάς με την αρχηγό του νεοφιλελεύθερου δεξιού «Κινήματος Βουλγάρων Πολιτών» Μεγκλένα Κούνεβα (πρώην Επίτροπο στην Ε.Ε. και πρώην υπουργό εξωτερικών του Συμεών) να τάσσεται υπέρ μιας κυβέρνησης τεχνοκρατών τύπου Παπαδήμου και Μόντι, που θα προωθήσει τις «απαραίτητες μεταρρυθμίσεις».

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα υιοθετεί την λογική του «ώριμου φρούτου» και αδρανεί περιμένοντας τις εκλογές για να αναλάβει την κυβέρνηση. Τα (ελεγχόμενα από τους Σοσιαλιστές) Συνδικάτα κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Οι Βούλγαροι εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από μια ενδεχόμενη νίκη των Σοσιαλιστών. Το παρελθόν τους έχει δείξει ότι είναι πλήρως υποταγμένοι στα συμφέροντα των ελίτ.

Φτώχεια και ανεργία, αλλά το κίνημα ξαναχτίστηκε

Ποιό μπορεί να είναι το μέλλον του κινήματος; Στην Βουλγαρία υπήρχαν δραστήριες αλλά μικρές αντικαπιταλιστικές ομάδες με μεγάλες αδυναμίες και χωρίς αναφορά στην εργατική τάξη. Η λέξη και μόνο «κομμουνισμός» απωθεί τους Βούλγαρους γιατί τους φέρνει στο μυαλό το καθεστώς Ζίφκοφ. Οι μεγάλες διαδηλώσεις του 1996 υπήρξαν ατελέσφορες και οδήγησαν στην αγγαλιά του ΔΝΤ, δημιουργώντας ένα κλίμα ηττοπάθειας που ακόμα δεν έχει ξεπεραστεί ανάμεσα σε εκείνη την γενιά που βρέθηκε τότε στους δρόμους. Τα Σωματεία συντρίφθηκαν από τις διαδοχικές δεξιές κυβερνήσεις του 1997-2005. Οι ατομικές συμβάσεις έγιναν καθεστώς στους χώρους εργασίας και ο συνδικαλισμός απαγορευτική δραστηριότητα που τιμωρούνταν με απόλυση. Έτσι έμειναν να δραστηριοποιούνται κάποιες ομάδες τις επαναστατικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου προσανατολισμένες στην οικολογία και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Η κατάσταση αυτή αρχίζει να αλλάζει από τον Δεκέμβρη του 2008. Αντικαπιταλιστικές ομάδες καλλούν σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έξω από την Ελληνική Πρεσβεία σε ένδειξη αλληλεγγύης στην εξέγερση στην Ελλάδα. Οργανώνονται συζητήσεις και οι αγωνιστές της Βουλγαρίας αποκτούν διαύλους επικοινωνίας με την Βόρεια Ελλάδα. Ταυτόχρονα η παρουσία χιλιάδων Βούλγαρων μεταναστών στην Ελλάδα μεταφέρει εικόνες τόσο από την εξέγερση του Δεκέμβρη όσο και από την εργατική αντίσταση στο Μνημόνιο. Το ίδιο και οι μετανάστες στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ξεκινούν μικροί τοπικοί αγώνες. Το 2010 ξεσηκώνονται οι κάτοικοι στους πρόποδες του βουνού Βίτοσα, λίγο έξω από την Σόφια, για να μην γίνει ΧΥΤΑ στο παρακείμενο δάσος. Μερικούς μήνες αργότερα ξεκινάει μεγάλη απεργία στο εργοστάσιο της Λίτεξ στην πόλη Λόβετς ενάντια σε μειώσεις μισθών.

Αργότερα απεργία στα Νοσοκομεία για το ξεπούλημα της Υγείας και τους μισθούς πείνας του προσωπικού στα Δημόσια Νοσοκομεία. Πιο πρόσφατα μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών ενάντια στο ξεπούλημα των σιδηροδρόμων. Πέρυσι δημιουργήθηκε ελεύθερος κοινωνικός χώρος σε μια κατάληψη στέγης στα προάστια της Σόφια. Προσωπικά έχω στην θύμησή μου από τα πρόσφατα ταξίδια μου στην Βουλγαρία το πάθος και την δίψα των περισσότερων ντόπιων φίλων να ενημερωθούν για την αντίσταση στην Ελλάδα και το παράπονό τους ότι οι Βούλγαροι «κοιμούνται» και ότι «τίποτα δεν πρόκειται να γίνει στην Βουλγαρία». Κι όμως, αυτή η δίψα για αλλαγή σε συνδυασμό με την οργή για την εξαθλίωση που τους έχει επιφυλλάξει ο καπιταλισμός οδήγησε τον λαό στον αγώνα.

Το πλήθος των διαδηλωτών αποτελείται από ανέργους και επισφαλλείς εργαζόμενους, μορφωμένη νεολαία που βλέπει μπροστά της μονάχα τον δρόμο της ξενιτιάς, βιομηχανικούς εργάτες με απαξιωμένους μισθούς, γιατρούς και δασκάλους που βλέπουν τις δημόσιες υποδομές να ρημάζουν, εργαζόμενες και εργαζόμενους στα κάτεργα των πολυεθνικών χωρίς εργασιακά δικαιώματα και μισθούς πείνας, συνταξιούχους των 150 ευρώ που δούλευαν μια ζωή πληρώνοντας εισφορές δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Είναι η εργατική τάξη που ζει ήδη το μέλλον που μας επιφυλάσσουν τα δικά μας αφεντικά.

Δεν μπορούμε εκ του ασφαλούς να προβλέψουμε την μορφή που θα πάρει ο αγώνας στην Βουλγαρία, τα αποτελέσματά του και την μορφή των δράσεων. Δεν διαθέτει τις μαζικές και πολύπλευρες πολιτικές οργανώσεις ούτε την εμπειρία των αγώνων μας. Έχει όμως ένα όραμα, που πάει μακρύτερα από έναν καλύτερο μισθό και μια καλύτερη σύνταξη: απορρίπτει την ελεύθερη αγορά και διεκδικεί την επανακατάληψη του δημόσιου χώρου και πλούτου. Από μας οφείλει να έχει την υποστήριξή μας και την αλληλεγγύη μας στον αγώνα.

Τα συμπεράσματα

Οι ομοιότητες που μπορεί να παρατηρήσαμε σε αυτή την ιστορία δεν είναι τυχαίες. Μπορούμε εκ πρώτης όψης να παρατηρήσουμε κάποιες διδαχές από τον αγώνα των εργαζόμενων στην Βουλγαρία:

1. Καταρίπτεται πανηγηρικά το στερεότυπο των «νωθρών και νικημένων» του πρώην ανατολικού μπλοκ. Βλέπουμε εργατικά κινήματα αντίστασης με επιτυχίες στην Ρουμανία, στην Σλοβενία και τώρα στην Βουλγαρία, χώρες όπου η επαναστική αριστερά δεν είχε επιρροή, κινήματα τα οποία πλέον επηρρεάζονται ανοιχτά από την αριστερά.

2. Καταρίπτεται το στερεότυπο ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα» και «η λιτότητα είναι ανίκητη». Τα ταξικά μας αδέρφια στις παραπάνω χώρες, όπου (επαναλαμβάνουμε) δεν υπήρχαν μαζικές αντικαπιταλιστικές οργανώσεις με την αντίστοιχη εμπειρία αγώνων και όπου ο συνδικαλισμός είναι σχεδόν απαγορευμένος, σε χώρες όπου βίωσαν την ολοκληρωτική εκμετάλλευση του καπιταλισμού, μας δείχνουν τον δρόμο της αντίστασης και της νίκης.

3. Αναδυκνύεται η επιρροή και η διασύνδεση των κινημάτων από χώρα σε χώρα. Όποτε οι πολιτικοί μας αντίμαλοι μας εγκαλούν «με ποιούς διεθνής συμμάχους θα εφαρμόσετε το αντικαπιταλιστικό σας πρόγραμμα», η απάντησή μας ας είναι αυτή: ιδού, το διεθνές εργατικό κίνημα, η αλληλεγγύη μεταξύ των αγωνιστών. Από το Μπαχρέιν ως την Νέα Υόρκη αυτός είναι ο σύμμαχός μας: η εργατική τάξη που αντιστέκεται στην βαρβαρότητα του καπιταλισμού.

4. Αναδυκνύεται σε όλο του το μεγαλείο το αποτέλεσμα του προγράμματος του Μνημονίου: το ξεπούλημα των ΔΕΚΟ και των Δημόσιων Υπηρεσιών, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, η κατάργηση των Συμβάσεων, οι φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο, οι μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις και η φορολόγηση της εργασίας οδηγούν εκεί: στην εξαθλίωση του εργαζόμενου λαού προς τον πλουτισμό και την διαφύλαξη των κερδών μιας δράκας ντόπιων και ξένων καπιταλιστών. Δεν χρειάζεται «να γίνουμε Βουλγαρία» για να επαναστατήσουμε. Μπορούμε και πρέπει να το επιδιώξουμε από τώρα.


Αντώνης Σκαρπέλης