Φτώχεια και ανεργία, αλλά το κίνημα ξαναχτίστηκε

Στην Βουλγαρία υπήρχαν δραστήριες, αλλά μικρές αντικαπιταλιστικές ομάδες με μεγάλες αδυναμίες και χωρίς αναφορά στην εργατική τάξη. Η λέξη και μόνο «κομμουνισμός» απωθεί τους Βούλγαρους γιατί τους φέρνει στο μυαλό το καθεστώς Ζίφκοφ. Οι μεγάλες διαδηλώσεις του 1996 υπήρξαν ατελέσφορες, δημιουργώντας ένα κλίμα ηττοπάθειας που ακόμα δεν έχει ξεπεραστεί ανάμεσα σε εκείνη την γενιά που βρέθηκε τότε στους δρόμους. Τα Σωματεία συντρίφθηκαν από τις διαδοχικές δεξιές κυβερνήσεις του 1997-2005. Οι ατομικές συμβάσεις έγιναν καθεστώς στους χώρους εργασίας και ο συνδικαλισμός απαγορευτική δραστηριότητα που τιμωρούνταν με απόλυση. Έτσι έμειναν να δραστηριοποιούνται κάποιες ομάδες της επαναστατικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου προσανατολισμένες στην οικολογία και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Η κατάσταση αυτή αρχίζει να αλλάζει από τον Δεκέμβρη του 2008. Αντικαπιταλιστικές ομάδες καλούν σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έξω από την Ελληνική Πρεσβεία σε ένδειξη αλληλεγγύης στην εξέγερση στην Ελλάδα. Οργανώνονται συζητήσεις και οι αγωνιστές της Βουλγαρίας αποκτούν διαύλους επικοινωνίας με την Βόρεια Ελλάδα. Ταυτόχρονα η παρουσία χιλιάδων Βούλγαρων μεταναστών στην Ελλάδα μεταφέρει εικόνες τόσο από την εξέγερση του Δεκέμβρη όσο και από την εργατική αντίσταση στο Μνημόνιο. Το ίδιο και οι μετανάστες στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ξεκινούν μικροί τοπικοί αγώνες. Το 2010 ξεσηκώνονται οι κάτοικοι στους πρόποδες του βουνού Βίτοσα, λίγο έξω από την Σόφια, για να μην γίνει ΧΥΤΑ στο παρακείμενο δάσος. Μερικούς μήνες αργότερα ξεκινάει μεγάλη απεργία στο εργοστάσιο της Λίτεξ στην πόλη Λόβετς ενάντια σε μειώσεις μισθών.

Αργότερα απεργία στα Νοσοκομεία για το ξεπούλημα της Υγείας και τους μισθούς πείνας του προσωπικού στα Δημόσια Νοσοκομεία. Πιο πρόσφατα μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών ενάντια στο ξεπούλημα των σιδηροδρόμων. Πέρυσι δημιουργήθηκε ελεύθερος κοινωνικός χώρος σε μια κατάληψη στέγης στα προάστια της Σόφια.

Προσωπικά έχω στην θύμησή μου από τα πρόσφατα ταξίδια μου στην Βουλγαρία το πάθος και την δίψα των περισσότερων ντόπιων φίλων να ενημερωθούν για την αντίσταση στην Ελλάδα και το παράπονό τους ότι οι Βούλγαροι «κοιμούνται» και ότι «τίποτα δεν πρόκειται να γίνει στην Βουλγαρία». Κι όμως, αυτή η δίψα για αλλαγή σε συνδυασμό με την οργή για την εξαθλίωση που τους έχει επιφυλλάξει ο καπιταλισμός οδήγησε τον λαό στον αγώνα.

Το πλήθος των διαδηλωτών αποτελείται από ανέργους και επισφαλείς εργαζόμενους, μορφωμένη νεολαία που βλέπει μπροστά της μονάχα τον δρόμο της ξενιτιάς, βιομηχανικούς εργάτες με απαξιωμένους μισθούς, γιατρούς και δασκάλους που βλέπουν τις δημόσιες υποδομές να ρημάζουν, εργαζόμενες και εργαζόμενους στα κάτεργα των πολυεθνικών χωρίς εργασιακά δικαιώματα και μισθούς πείνας, συνταξιούχους των 150 ευρώ που δούλευαν μια ζωή πληρώνοντας εισφορές δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Είναι η εργατική τάξη που ζει ήδη το μέλλον που μας επιφυλάσσουν τα δικά μας αφεντικά.

Αντώνης Σκαρπέλης