Εργατικό κίνημα
Το δρόμο τον έδειξαν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ - Όχι στο ΣτΕ: Τα κανάλια στο δημόσιο με εργατικό έλεγχο

Το Συμβούλιο της Επικρατείας

Με 14 ψήφους υπέρ έναντι 11 κατά, το Συμβούλιο της Επικρατείας κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο Παππά, με το πρόσχημα ότι συνταγματικά υπεύθυνος για τη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών είναι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης κι όχι η κυβέρνηση.

Ουσιαστικά μπλοκάρει για χάρη των καναλαρχών όλη τη διαδικασία και διατάσσει την επιστροφή των χρημάτων σε Μαρινάκη, Αλαφούζο, Κυριακού και Σαββίδη. Πρόκειται για μια απόφαση - χαστούκι από τα δεξιά στην κυβέρνηση. Καμιά πρεμούρα δεν είχε το ΣτΕ για την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων στα ΜΜΕ.

Δεν πρέπει να εκπλήσει κανέναν το γεγονός ότι το ΣτΕ στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση επιλέγει τη μεριά των καναλαρχών. Η αντίληψη των “ανεξάρτητων κι αντικειμενικών” θεσμών, όπως το ΣτΕ, που είναι υπεράνω συμφερόντων, δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. 

Πρόκειται για έναν θεσμό που για μια ακόμη φορά αποφάσισε πολιτικά προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ποιός ξεχνάει τις αποφάσεις του συγκεκριμένου οργάνου για τη συνταγματικότητα των μνημονίων, του κλεισίματος της ΕΡΤ, των περικοπών, των χαρατσιών κλπ. Όπως αντίστοιχα πράττουν δεκάδες δικαστήρια διαφόρων βαθμίδων που βγάζουν απεργίες παράνομες, καταδικάζουν φτωχούς για χρέη μερικών εκατοντάδων ευρώ, την ίδια στιγμή που φέρονται με το γάντι σε πολυεκατομμυριούχους. 

Σεβασμός;

Και μπορεί αυτά να τα θυμήθηκαν ξαφνικά διάφορα κυβερνητικά στελέχη αμέσως μετά την ανακοίνωση του ΣτΕ, αλλά πόση είναι η αξιοπιστία τους, όταν το μοτίβο είναι “ο σεβασμός των αποφάσεων του ΣτΕ, όποιες κι αν είναι αυτές”. 

Κι αν το χαστούκι του ΣτΕ συνιστά πέσιμο από τα δεξιά στην κυβέρνηση, σε καμία περίπτωση η αριστερή εναλλακτική δεν σημαίνει υπεράσπιση του νόμου Παππά.

Στην πραγματικότητα και παρά την κυβερνητική προπαγάνδα ο νόμος του Παππά είχε όλους τους συμβιβασμούς από την αρχή του. Κι ακολουθούσε την ίδια συμβιβαστική τροχιά που οδήγησε το ΣΥΡΙΖΑ, από την εκλογή του με υποσχέσεις για σκίσιμο μνημονίων στην αρχή του '15, στην υπογραφή του τρίτου μνημονίου και στο ξεπούλημα του ΟΧΙ μισό έτος αργότερα. 

Δεν έκανε κάτι άλλο παρά να νομιμοποιήσει την ιδιωτικοποίηση των συχνοτήτων, 27 χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας, βάζοντας στο παιχνίδι ως νέους παίχτες γνωστούς πάμπλουτους  μεγαλοκαρχαρίες – διατηρώντας ταυτόχρονα και κάποιους από τους παλιούς – την ίδια στιγμή που έθετε σε κίνδυνο τις δουλειές περισσότερων από 2.000 εργαζομένων. Κι όλο αυτό με τον χαρακτηρισμό του “αγώνα ενάντια στη διαπλοκή”. 

Οι μιντιάρχες ανενόχλητοι κι αναμένοντας τις αποφάσεις του ΣτΕ, συνέχισαν την προσφιλή τους τακτική της απληρωσιάς και των επιθέσεων στους εργαζόμενους, έχοντας το θράσος να υποκρίνονται τους υπερασπιστές τους απέναντι “στο μαύρο που ρίχνει η κυβέρνηση”.

Τα πρώτα βήματα της κατρακύλας που φέρνει η πολιτική των συμβιβασμών, ιδιαίτερα στο ζήτημα των ΜΜΕ, είχαν φανεί στην αντιμετώπιση της ΕΡΤ του αγώνα, από τις αρχές της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Η νέα κυβέρνηση προχώρησε με πολύ αργά και διστακτικά βήματα στην επίσημη επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Ακόμα και σε αυτά τα βήματα δεν ήταν δεδομένο ότι θα προχωρούσε αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, συνεχίζοντας τον αγώνα που ξεκίνησε τον Ιούνιο του '13, δεν επέμεναν σε κινητοποιήσεις και μετά την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ. 

Ξήλωμα

Ακόμα κι όταν η κυβέρνηση ξανάνοιξε την ΕΡΤ, το έκανε επιτιθέμενη και ξηλώνοντας μία μία τις κατακτήσεις του εργατικού ελέγχου με τον οποίον κράτησαν την ΕΡΤ ζωντανή οι εργαζόμενοί της. 

Οι περισσότερες εκπομπές που γεννήθηκαν μέσα στον αγώνα κι “έδιναν φωνή στην κοινωνία” κόπηκαν. Οι επαναπροσλήψεις δεν συμπεριλάμβαναν τους συμβασιούχους του '13, ούτε αλληλέγγυους που εργάζονταν στην ΕΡΤ του αγώνα και κατ' απαίτηση των ίδιων των εργαζόμενων, είχαν θέση στη νέα ΕΡΤ. Το αντιφασιστικό μπλοκάρισμα της Χρυσής Αυγής από το πρόγραμμα έδωσε τη θέση του στην προβολή ομιλιών του Μιχαλολιάκου και των ναζιστικών εκδηλώσεων μίσους. Πάνω απ'όλα η αυτοδιαχείριση μετατράπηκε σε ενός Ταγματάρχη αρχή και οι διευθυντικές θέσεις μοιράστηκαν ανάμεσα σε απεργοσπάστες της ΔΤ/ΝΕΡΙΤ και στο πιο συντηρητικό και φιλοκυβερνητικό κομμάτι των αγωνιζόμενων εργαζομένων.

Το μπούμερανγκ επέστρεψε πριν κανα δεκαήμερο, όταν ο εκλεκτός του Παππά, διευθύνων σύμβουλος Λ.Ταγματάρχης απέλυσε τον γενικό διευθυντή ενημέρωσης και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, Στ. Καπάκο, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμα και μέσα στο κυβερνών κόμμα.

Κι επειδή η κληρονομιά της διετίας του αγώνα είναι μεγάλη, οι επιθέσεις δεν σταματούν ακόμα και σήμερα, είτε αυτές στοχεύουν στο συνδικαλισμό και την ομοσπονδία των εργαζομένων, είτε στην Εrtopen. Μόλις μια βδομάδα πριν είδαμε την προσπάθεια της διοίκησης να χρεώσει τα σχέδιά της για συρρίκνωση της ΕΡΤ στην ΠΟΣΠΕΡΤ, ενώ ταυτόχρονα ανακοινώθηκε η ίδρυση της ύποπτης Ένωσης Εργαζομένων ΕΡΤ, από ένα αόρατο Δ.Σ, που, αντί για αγώνες και διεκδικήσεις, μιλάει για... “αλλαγή νοοτροπίας, δουλειά και όχι τυφλό διεκδικιτισμό”. 

Τις ίδιες ημέρες έγινε η απόπειρα φίμωσης της Ertopen με την εισβολή στο χώρο της και την κατάσχεση των μηχανημάτων εκπομπής. Η προσπάθεια για κλείσιμο της Εrtopen δεν έχει σταματήσει από τις αρχές του 2015 μέχρι σήμερα.

Παράδειγμα

Υπάρχει άλλος δρόμος; Το παράδειγμα της ΕΡΤ των εργαζομένων είναι ο άλλος δρόμος. Αντί για επίθεση και ξήλωμα των κατακτήσεων της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΡΤ, καθιέρωσή τους κι άπλωμά τους σαν παράδειγμα για όλα τα ΜΜΕ. Όπως ούτως ή άλλως λειτουργούσε και λειτουργεί το παράδειγμα της ΕΡΤ, στα μυαλά χιλιάδων εργαζομένων. 

Ταυτόχρονα σύγκρουση με τους μιντιάρχες και τη διαπλοκή τους σημαίνει κρατικοποίηση των καναλιών τους, χωρίς ούτε ένα ευρώ αποζημίωση στους ίδιους κι εφαρμογή του εργατικού ελέγχου κατά τα πρότυπα της ΕΡΤ. Όπως αντίστοιχα σημαίνει και σύγκρουση με τους, καθόλου ανεξάρτητους, θεσμούς της δικαιοσύνης και του κράτους, όταν κάθε βήμα σε αυτή την κατεύθυνση δεχόταν την επίθεσή τους.

Παρά τα εμπόδια που τους έβαζε το “μαύρο”, η απληρωσιά, οι επιθέσεις της αστυνομίας και της δικαστικής εξουσίας, οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ σε όλη τη χώρα, έδειξαν ότι ο καναλάρχης δεν χρειάζεται. Κι ότι χωρίς αυτόν – και τους ανθρώπους του – παράγεται πρόγραμμα πολύ ανώτερο από τα λαϊφστάιλ τηλεσκουπίδια της ιδιωτικής TV και πολύ πιο δημοκρατικό κι ανοιχτό στις ανάγκες των εργαζόμενων από μια κυβερνητική τηλεόραση. 

Αυτή είναι η προοπτική τόσο για την ΕΡΤ όσο και για τα ιδιωτικά κανάλια και οι εργαζόμενοι οι μόνοι που μπορούν να την υλοποιήσουν με τον τρόπο που το έκαναν χιλιάδες συνάδελφοί τους στο παρελθόν. 


 

Πορεία στην ομίχλη. Αυτά και άλλα πολλά μπορούν να ειπωθούν παρατηρώντας την προσπάθεια της συγκυβέρνησης με κορμό την αριστερά για πρώτη φορά. Η θέαση του κυβερνητικού έργου στο σύνολό του εμπεριέχει τα στοιχεία μιας πορείας που, είτε έμεινε στη μέση είτε αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. 

Στα κρίσιμα οικονομικά ζητήματα η προσπάθεια ως γνωστόν εξαντλήθηκε στην πολύωρη διαπραγμάτευση με τη γνωστή οδυνηρή κατάληξη. Υπήρχαν, όμως, περιπτώσεις που, κάλλιστα, θα μπορούσαν να αποτελούν την εξαίρεση στο γενικότερο κανόνα των συνεχών διαπραγματεύσεων. Ίσως, η περίπτωση της ΕΡΤ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τις ελάχιστες αν όχι η μοναδική. Όμως, το μέχρι που μπορείς, τελικά, να φτάσεις, εξαρτάται από τη διαδρομή που επιλέγεις να ακολουθήσεις.

Με αφετηρία την επίσημη επαναλειτουργία της ΕΡΤ(11/6/15), η λογική του μη ρεβανσισμού, την περιόρισε και την καθήλωσε στη γνωστή, προ της επιχείρησης του μαύρου, παρακμιακή κατάσταση. Νευραλγικές, για τη λειτουργία της, θέσεις καλύπτονται από πρόσωπα που συνέδραμαν στην κατάργησή της, ενώ, γίνονται και επιλογές από τον χώρο των αγοραίων ΜΜΕ. 

Διορισμένη διοίκηση

Οι σημαντικές αποφάσεις για όλο το φάσμα λειτουργιών του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα βρίσκονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία της διορισμένης διοίκησης. Οι συνδικαλιστές, που είχαν κρατήσει ανοιχτή την ΕΡΤ ολόκληρη την περίοδο επιχείρησης επιβολής του μαύρου, παρακάμπτονται ή δαιμονοποιούνται. Οι όροι του μάρκετινγκ και της αγοράς κυριαρχούν σε επίπεδο ενημέρωσης, ενώ, επανέρχεται και η γνώριμη υπηρεσιακή κανονικότητα. Σε τίποτα δεν θυμίζει, πλέον, η ΕΡΤ, το αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα που υποστηρίχθηκε από ένα σημαντικό και δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας, καθώς η παραγωγή της ενημέρωσης ταυτιζόταν με τις διεργασίες στο εσωτερικό της, όταν, μάλιστα, παράλληλα τα συστημικά ΜΜΕ απαξιώνονταν σε μια ιδιαίτερα κομβική πολιτικά περίοδο. 

Πιο χαρακτηριστική περίπτωση της σημερινής κατάντιας του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα αποτελεί η προβολή των θέσεων των στελεχών και των εκδηλώσεων της υπόδικης εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης. Το πρόσχημα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης φαίνεται ότι βαραίνει στην επαγγελματική συνείδηση των ιθυνόντων της ενημέρωσης από το κατηγορητήριο για τη δολοφονία του νεαρού μουσικού Π. Φύσσα, τον άγριο ξυλοδαρμό Αιγύπτιων ψαράδων και τη δολοφονική επίθεση κατά συνδικαλιστών.

Εν τω μεταξύ, οι ελλείψεις σε εξοπλισμό και προσωπικό ήταν γνωστά προβλήματα από την αρχή. Για την κάλυψη μέρους των επιτακτικών αναγκών σε ειδικότητες εργαζομένων η διαδικασία που επέλεξε η διοίκηση εναρμονίστηκε όχι με τις ανάγκες του προγράμματος αλλά με τις εντολές των δανειστών. Μετά από ασφαλιστικά μέτρα του συνδικαλιστικού φορέα τεχνικού και διοικητικού προσωπικού (ΠΟΣΠΕΡΤ) ακυρώθηκε σχετικός διαγωνισμός καθώς αναφερόταν σε θέσεις ορισμένου χρόνου, ενώ, το πρόβλημα αφορά σε πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Βεβαίως, μετά από αυτήν την εξέλιξη, η διοίκηση δεν παρέλειψε να κατηγορήσει και πάλι τους συνδικαλιστές για την υποστελέχωση του φορέα, ενώ, συνεχίζεται η υπαγωγή της ΕΡΤ στο καθεστώς των ΔΕΚΟ, που κάποιοι εμπνεύστηκαν προκειμένου να της ρίξουν το μαύρο.

Λίγες μέρες πριν από την απόφαση του ΣτΕ για το νόμο των τηλεοπτικών αδειών, αποπέμφθηκε από τη διοίκηση της ΕΡΤ το πρόσωπο που η ίδια η κυβέρνηση είχε επιλέξει ως επικεφαλής του ενημερωτικού τμήματος. Έτσι, για άλλη μια φορά, επαληθεύτηκε ότι η επιλογή των συμβιβασμών έχει ολέθρια αποτελέσματα, με κερδισμένο το κύκλωμα που ευνοεί συντηρητικές απόψεις, οι οποίες δεν σταμάτησαν να βάλλουν κατά του επίσημου ανοίγματος της ΕΡΤ και να εμποδίζουν κάθε προσπάθεια να ανταποκριθεί στο κοινωνικό της χαρακτήρα. Συνδυαστικά, ήρθε και η απόφαση του ΣτΕ με την οποία επιβεβαιώνεται ότι, στο καπιταλιστικό σύστημα νόμος είναι το δίκιο του οικονομικά ισχυρού και τις όποιες – έστω υποτυπώδεις και σε πολλά σημεία αμφιβόλου σκοπιμότητας- αλλαγές, μπορεί με τελεσίδικο τρόπο να μπλοκάρει η δικαστική εξουσία. Μοιραία εξέλιξη, και η κυβερνητική επιλογή για την προεδρία στο ΕΣΡ του γραφικού, αλλά, εξίσου αμετανόητου ακροδεξιού Βύρωνα Πολύδωρα σε πρώτο χρόνο και σε δεύτερο του πρώην αναπληρωτή διευθύνοντα συμβούλου της απεργοσπαστικής ΝΕΡΙΤ, Ροδόλφου Μορώνη.

Το καραβάνι της δικαίωσης των άμεσων και στοιχειωδών κοινωνικών αιτημάτων στη δύσκολη περίοδο της οικονομικής κρίσης περνά μέσα από την οργάνωση του αγώνα, το συντονισμό των εργατικών και κοινωνικών φορέων και όχι μέσα από τη ρεαλιστική πολιτική των συμβιβασμών και των συμψηφισμών με τα αρπακτικά της κτηνώδους αγοράς.

Πέτρος Πομώνης, εργαζόμενος ΕΡΑ Ζακύνθου
Ειρήνη Φωτέλλη, εργαζόμενη ΕΡΤ

 

Αρχικά η διαδικασία της αδειοδότησης μας έριξε στάχτη στα μάτια. Στη διαβούλευση στην οποία συμμετείχαν τα σωματεία μας υποτίθεται ότι όλα γίνονταν σεβαστά. Μπήκε το ελάχιστο όριο για τον αριθμό των εργαζόμενων, μπήκε πρόβλεψη για συμβάσεις αορίστου χρόνου, αντί για μπλοκάκια κλπ. 

Όπως όμως διαμορφώθηκε ο αριθμός των καναλιών έδειξε ότι πολλοί από μας θα χάναμε τη δουλειά μας. Το επάγγελμά μας έτσι κι αλλιώς έχει ιδιαιτερότητα. Οι ολιγάρχες έχουν διαμορφώσει έτσι ολιγοπωλιακή την αγορά, οι κινηματογραφικές παραγωγές στην Ελλάδα είναι λίγες κι άρα οι περισσότερες θέσεις εργασίας βρίσκονται στην τηλεόραση. Οι καναλάρχες από κει και πέρα ως ολιγοπώλιο ρυθμίζουν αυτή την αγορά συνεννοούμενοι κι έτσι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για απασχόληση στο αντικείμενό μας. Έτσι και υπό την απειλή χιλιάδων απολύσεων βρεθήκαμε απέναντι από τη νομοθεσία Παππά.

Όπως όμως είδαμε ούτε η νομοθεσία που προτείνει η ΝΔ έχει καμία πρόβλεψη για τους εργαζόμενους. Προβλέπει το κάθε τι ώστε οι καναλάρχες να μην πληρώσουν πολλά, να τους δωθούν οι άδειες με ένα συμβολικό αντίτιμο αλλά δεν υπάρχει τίποτα σχετικά με τον αριθμό των εργαζόμενων και τις συνθήκες εργασίας σε αυτούς τους σταθμούς. Είναι φανερό ότι και η ΝΔ που έδωσε τα ρέστα της για να βγει αντισυνταγματικός ο νόμος Παππά κι έβαζε υποτίθεται μπροστά το ζήτημα των εργαζομένων, τώρα μας έχει γραμμένους. Ουσιαστικά οι εργαζόμενοι συνθλιβόμαστε ανάμεσα στις συμπληγάδες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. 

Όσο αφορά την απόφαση του ΣτΕ, μπορεί να προβλέπεται συνταγματικά αυτό που λέει, ότι το ΕΣΡ είναι υπεύθυνο για την αδειοδότηση, αλλά το ίδιο το Σύνταγμα λέει κι άλλα πράγματα. Ότι πρέπει να υπάρχουν Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για όλους τους εργαζόμενους. Δυστυχώς όμως μια χαρά συνταγματικούς θεωρεί τους μνημονιακούς νόμους που διαλύουν και καταργούν τις ΣΣΕ, όπως αντίστοιχα έχει πράξει και για μια σειρά άλλα ζητήματα εις βάρος των εργαζομένων και υπέρ των μνημονίων. 

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Πρέπει να συνεχίσουμε τον αγώνα για να αλλάξουμε συνολικά το τοπίο στην τηλεόραση. Δεν βάζουμε μόνο τα οικονομικά κριτήρια της εργασίας μας. Έχουν κι αυτά σημασία αλλά δεν είναι συντεχνιακό το ζήτημα. Βάζουμε τη διεκδίκηση μιας άλλης τηλεόρασης. Τηλεοπτικά σχήματα δηλαδή που να μη στηρίζονται στο καπιταλιστικό μοντέλο λειτουργίας. Το παράδειγμα της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΡΤ τον καιρό του “μαύρου” δείχνει τί πρέπει να γίνει.  Έτσι ο κόσμος έχει πρόσβαση να πει την άποψή του, νέοι άνθρωποι αποκτούν τη δυνατότητα να εκφραστούν και να δημιουργήσουν κλπ. Είναι αντιδημοκρατικό, τα ΜΜΕ να βρίσκονται αποκλειστικά στα χέρια αυτών που έχουν εξουσία και χρήματα.

Νότης Μπένος, τεχνικός Αlpha

 

 

Τόσο αυτό που έχει συμβεί στο Μέγκα αλλά και όσα έχουν συμβεί γενικότερα στα κανάλια δεν έχει να κάνει σε τίποτα με “ξεκαθάρισμα της διαπλοκής”. Είναι ένα παιχνίδι μεταξύ καναλαρχών και κυβέρνησης για να διαχειριστούν δικά τους προβλήματα εκατέρωθεν. 

Η κυβέρνηση ήθελε να δείξει επικοινωνιακά ότι χτυπάει τη διαφθορά αλλά όπως φάνηκε κι από τους “νέους” καναλάρχες που πήραν τις άδειες, πρόκειται για ανθρώπους χωρίς καθόλου ξεκάθαρη την κατάσταση από πίσω τους. Άλλοι με ποινικές εκκρεμότητες, άλλοι με οικονομικές. Όλη η κοινωνία τους ξέρει.

Σε όλη αυτή την κατάσταση ο μοναδικός χαμένος είναι οι εργαζόμενοι. Με τη δήθεν αυτή “σύγκρουση” μεταξύ κυβέρνησης και καναλαρχών, δεχτήκαμε ένα ακόμα χτύπημα στα εργασιακά. Διαλύθηκε όλη η συνοχή μέσα στους τηλεοπτικούς σταθμούς και σε συνεργασία, κατά την άποψή μου, με τις ηγεσίες των σωματείων, διέσπασαν τον κόσμο. Στο Μέγκα έγινε κάτι τέτοιο. Άλλες αποφάσεις οι διοικητικοί, άλλες οι δημοσιογράφοι, άλλες οι τεχνικοί. Πολύς κόσμος έχει αποχωρήσει. Ο αριθμός των τεχνικών είναι στο επίπεδο του προσωπικού ασφαλείας. Οι αποχωρήσεις είναι μόνο προς το συμφέρον των επιχειρήσεων. 

Αυτό που πρέπει να γίνει είναι ο αγώνας των εργαζομένων να μην είναι κλειστός απέναντι στην κοινωνία και να μην ταυτίζεται στα μάτια του κόσμου η μάχη η δική μας με τα συμφέροντα των καναλαρχών. Δεν είναι εσωτερικό ζήτημα η επίθεση στους εργαζόμενους των ΜΜΕ. 

Το μοντέλο σύγκρουσης με την κυβέρνηση και τους ιδιοκτήτες δεν μπορεί να είναι άλλο παρά αυτό που μας έδωσαν σαν παράδειγμα οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, τη διετία 2013-2015. 

Ειδικά η κατάσταση στο Μέγκα, που πλέον οι ιδιοκτήτες απουσιάζουν σαν να μην τους ενδιαφέρει καν η ύπαρξη του καναλιού, μας δίνει το πράσινο φως για να περάσουμε σε διαδικασία αυτοδιαχείρισης. Οι ηγεσίες των σωματείων, μιλάω για ΕΣΗΕΑ, ΕΠΗΕΑ, ΕΤΙΤΑ, δεν είναι σε αυτή την κατεύθυνση. Οι λύσεις τους είναι άκαιρες κι αδιέξοδες. Ειδικά όταν βλέπεις μια κατάσταση που είτε από την κυβέρνηση, είτε από την εργοδοσία, δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον για το τί γίνεται στο σταθμό και μάλιστα χρησιμοποιείται όλο αυτό για να απαξιωθούν τα εργασιακά συνολικά για τον κλάδο.

Αν κι έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, νομίζω ότι η αυτοδιαχείριση και το μοντέλο της ΕΡΤ του αγώνα παραμένει σαν προοπτική.

Μανώλης Τρίκας, τεχνικός Μεγκα