Διεθνή
Άλεξ Καλλίνικος: Οι συμφωνίες για το Διεθνές Εμπόριο δεν σταματούν την κρίση

Μια από τις κινητήριες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού είναι η απομάκρυνση των εμποδίων στο διεθνές εμπόριο. Η εγκαθίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) το 1995 είχε σαν στόχο να εκκινήσει ένα νέο κύμα απελευθέρωσης του εμπορίου.

Αλλά, παρόλο που ο ΠΟΕ είχε περισσότερες δυνάμεις να τον στηρίζουν από την προκάτοχό του,  τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου, είχε πολύ λιγότερες επιτυχίες. Ο «γύρος της Ντόχα» (η υπουργική διάσκεψη του ΠΟΕ στην Ντόχα), που ξεκίνησε το 2001 με τυμπανοκρουσίες σαν κομμάτι της απάντησης του Δυτικού καπιταλισμού στις επιθέσεις της 9/11, δεν οδήγησε πουθενά.

Η αποτυχία της Ντόχα αντικατόπτρισε την συγγενή υποχώρηση της οικονομικής δύναμης των ΗΠΑ και της ΕΕ. Οι λεγόμενες BRICS  -δηλαδή η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία, η Κίνα και η Νότιος Αφρική- είχαν γίνει αρκετά δυνατές ώστε να μην αφήνουν την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες να κάνουν ό, τι θέλουν. Μια παγκόσμια εμπορική συμφωνία που να ικανοποιεί όλους αποδείχτηκε τελικά αδύνατη.

Αλλά οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί και γραφειοκράτες και οι σύμμαχοί τους πολυεθνικές δεν το έβαλαν κάτω. Τελικά επανήλθαν με δύο γιγάντιες περιφερειακές συμφωνίες – την ΤPP, (Trans-Pacific Partnership) για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού και την ΤΤΙΡ (Transatlantic Trade and Investment Partnership) για τις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Οι ΗΠΑ ήταν ο κοινός παράγοντας και στις δύο συμφωνίες. Αλλά ο Μπάρακ Ομπάμα έδειχνε πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ΤΡΡ. Αυτή η συμφωνία περιλαμβάνει 12 κράτη στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, αλλά όχι την Κίνα. Μπορεί να σκεφτείτε ότι αυτό είναι παράξενο δεδομένου ότι η Κίνα είναι η μεγαλύτερη ασιατική οικονομία και ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγός προϊόντων στον κόσμο.  

Αλλά η εξαίρεση της Κίνας ήταν ακριβώς το νόημα της συμφωνίας, που αφορά κυρίως τη γεωστρατηγική και όχι την οικονομία. Ο Ομπάμα το ομολόγησε όταν δήλωσε: «Αν δεν περάσουμε εμείς αυτή τη συμφωνία, αν οι ΗΠΑ δεν επιβάλλουν αυτούς τους κανόνες, τότε θα το κάνουν χώρες όπως η Κίνα». Με άλλα λόγια η TPP, στόχο έχει να εδραιώσει την αμερικάνικη ηγεμονία στην Ασία.

Όμως μάλλον αυτή η συμφωνία έχει καεί. Παρόλο που η ΤΡΡ υπογράφηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, η Χίλαρυ Κλίντον, κάτω από την πίεση της καμπάνιας του Ντόναλντ Τραμπ ενάντια στις παγκόσμιες εμπορικές συμφωνίες, έχει αποσύρει την αρχική της υποστήριξη στη συμφωνία. Όποιος από τους δύο και να μπει τελικά στο Λευκό Οίκο, η ΤΡΡ μοιάζει δύσκολο να επικυρωθεί από τις ΗΠΑ. 

Η TTIP, από την άλλη, πάντα υποστηριζόταν περισσότερο από την ΕΕ παρά από τις ΗΠΑ, σαν ένας τρόπος επανεκκίνησης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Είχε ήδη προβλήματα και πριν από το βρετανικό δημοψήφισμα, αλλά το brexit θα αποσύρει έναν από τους πιο ισχυρούς υποστηρικτές της απελευθέρωσης του εμπορίου στις Βρυξέλλες.

Ο πρόσφατος χαμός που έγινε πάνω στην συμφωνία CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement) ανάμεσα στην ΕΕ και τον Καναδά υπογραμμίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ΤΤΙΡ. Η CETA, ενώ βρισκόταν πέντε χρόνια υπό διαπραγμάτευση, σχεδόν κατέρρευσε μετά την απόφαση του κοινοβουλίου της Βαλονίας, του γαλλόφωνου μέρους του Βελγίου, να τη μπλοκάρει.   

Ένας συμβιβασμός της τελευταίας στιγμής επέτρεψε τελικά η CETA να υπογραφεί το σαββατοκύριακο. Ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τουίταρε: «Η CETA είναι από σήμερα το νέο χρυσό στάνταρ στις εμπορικές συμφωνίες». Ακόμα και για τα δεδομένα του Γιουνκέρ, είναι μια ασυνήθιστα βλακώδης δήλωση.

Mηνύουν τα κράτη 

Αυτό στο οποίο εναντιώθηκε το κοινοβούλιο της Βαλονίας ήταν το κομμάτι εκείνο της CETA που θέτει σε λειτουργία ένα μηχανισμό ISDS (σ.τ.μ μηχανισμός επίλυσης διαφορών Επενδυτή-κράτους). Το ISDS της CETA επιτρέπει σε πολυεθνικές επιχειρήσεις να μηνύουν τα κράτη που την υπογράφουν αν θεωρούν ότι αυτά επέφεραν οικονομική βλάβη στα συμφέροντά τους στα πλαίσια της συμφωνίας. 

Το ISDS περιλαμβάνεται επίσης στην ΤΡΡ και στην ΤΤΙΡ δίνοντας περισσότερη εξουσία στις πολυεθνικές πάνω σε εκλεγμένες κυβερνήσεις. Η εκδοχή αυτού του μηχανισμού στην ΤΤΙΡ έχει αποτελέσει στη Γερμανία ένα μεγάλο παράγοντα αντιπολίτευσης στην αμερικανο-ευρωπαϊκή συμφωνία. Ενώ με το συμβιβασμό που έσωσε τη CETA, το Βέλγιο και η Βαλονία επιτρέπουν στην καναδοευρωπαϊκή συμφωνία να εφαρμοστεί μόνο μερικώς, κρατώντας την άρνησή τους απέναντι στο ISDS. Η CETA δεν έχει ακόμη «περάσει τον κάβο».

Στο μεταξύ, η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου βρίσκεται σε οξεία επιβράδυνση. Ο αρθρογράφος των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ έγραψε την περασμένη βδομάδα: «Ανάμεσα στο 1960 και το 2015, το παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 6,6%, ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ  αυξήθηκε κατά μέσο όρο 3,5%. Όμως το τελευταίο διάστημα 2008-2015, ο μέσος όρος ετήσιας ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου ήταν κατά μέσο όρο 3,4% ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ μεγάλωσε κατά 2,4%. Όχι μόνο η ανάπτυξη του εμπορίου επιβραδύνεται, αλλά το χάσμα ανάμεσα στην ανάπτυξη του εμπορίου και την ανάπτυξη του ΑΕΠ έχει πέσει δραστικά».

Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει τελειώσει. Αλλά η οικονομική στασιμότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού μετά το κραχ του 2007-08 τον κάνει όλο και πιο αδύνατο