Ιστορία
Caracazo 1989: Οι ρίζες της Βενεζουέλας που αντιστέκεται

Καράκας, 27 φλεβάρη 1989

Η εξέγερση στο Καράκας, την πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, στα τέλη Φλεβάρη του 1989 ήταν ένα σημείο καμπή για την πορεία της χώρας και της Λατινικής Αμερικής στις επόμενες δεκαετίες. Χωρίς το “Καρακάσο”, όπως έμεινε γνωστή η εξέγερση, δεν θα υπήρχε το “φαινόμενο Τσάβες”. 

Η εξέγερση ξεκίνησε τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας 27 Φλεβάρη. Δηλαδή την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες φτωχοί εργαζόμενοι, κατέβαιναν από τις φτωχογειτονιές της πόλης και της περιφέρειάς της προς το κέντρο για να πιάσουν δουλειά. Όταν πήγαιναν να πάρουν τα λεωφορεία, ανακάλυπταν ότι οι τιμές των εισιτηρίων είχαν αυξηθεί. Και μάλιστα, όχι στο 30% που είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση πριν μερικές μέρες, αλλά πολύ περισσότερο. 

Σε διάφορους συγκοινωνιακούς κόμβους οργισμένοι “επιβάτες” αρνιούνταν να πληρώσουν τις νέες τιμές και αρχίζουν να διαπληκτίζονται με οδηγούς. Την ώθηση για να μετατραπεί η οργή σε οργανωμένη αντίσταση, ωστόσο, την έδωσαν φοιτητές και φοιτήτριες που έφτασαν με διαδηλώσεις, τα ξημερώματα, σε εκείνα τα σημεία. Αρχισαν να οργανώνουν καθιστικές διαμαρτυρίες και αποκλεισμούς δρόμων. 

Οι αγωνιστές από τις σχολές που πήραν την συγκεκριμένη πρωτοβουλία είχαν μια συνολικότερη στόχευση: το “πακέτο σταθεροποίησης” που είχε συμφωνήσει η κυβέρνηση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Ένα πρόγραμμα άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων εις βάρος των εργαζόμενων, των φτωχών και της νεολαίας. Οι αυξήσεις στα καύσιμα και κατ’ επέκταση στα εισιτήρια, ήταν η σπίθα που προκάλεσε την έκρηξη. Όμως, το “εύφλεκτο υλικό” συσσωρευόταν για χρόνια. 

“Εξαίρεση”

Για δεκαετίες η Βενεζουέλα προβαλλόταν σαν η “δημοκρατική εξαίρεση” σταθερότητας και ευημερίας σε μια Λατινική Αμερική που κυριαρχούσαν δικτατορίες και φτώχεια. Το 1958 μια εξέγερση είχε ρίξει μια σκληρή δικτατορία. Το κοινοβουλευτικό καθεστώς που προέκυψε από το 1958 ήταν ένα σύστημα που στην ουσία θεσμοθετούσε την εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατική Δημοκρατική Δράση (AD) και το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (COPEI). Η Βενεζουέλα είναι πετρελαιοπαραγωγός χώρα, και τα έσοδα από το πετρέλαιο χρηματοδοτούσαν την “ανάπτυξη” και μαζί μ’ αυτή τις κομπίνες και τις λαμογιές των κομμάτων της εξουσίας. 

Όμως, στη δεκαετία του ‘80 αυτό το πετυχημένο μοντέλο είχε ξεθωριάσει. Ο ένας λόγος ήταν η οικονομική κρίση. Οι τιμές του πετρελαίου έπεφταν, τα έσοδα μειώνονταν, και το δημόσιο χρέος εκτοξευόταν. Σχεδόν το μισό του εθνικού εισοδήματος πήγαινε για να “εξυπηρετηθεί” το δημόσιο χρέος. Παράλληλα, οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος προκαλούσαν αύξηση του πληθωρισμού που εξανέμιζε μισθούς και βύθιζε το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας. 

Σ’ αυτό το κλίμα έγιναν οι προεδρικές εκλογές τον Δεκέμβρη του 1988. Τις κέρδισε με μεγάλη πλειοψηφία ο Κάρλος Αντρές Πέρεζ, της AD ο οποίος έκανε κέντρο της καμπάνιας του τις επιθέσεις στο νεοφιλελευθερισμό γενικά και στο ΔΝΤ συγκεκριμένα. Σε μια ομιλία του σύγκρινε το ΔΝΤ με “βόμβα νετρονίου που σκοτώνει μόνο ανθρώπους χωρίς να καταστρέφει κτίρια”. 

Όμως, αμέσως μετά την ορκωμοσία του στις αρχές Φλεβάρη του 1989, ο Πέρεζ έσπευσε να υπογράψει ένα “πακέτο μέτρων” με το ΔΝΤ, σε αντάλλαγμα με ένα (νέο) δάνειο 4,5 δις δολαρίων. Οι όροι ήταν δρακόντειοι: κατάργηση όλων των δασμών στις εισαγωγές, όλων των επιδοτήσεων σε είδη πρώτης ανάγκης, κάθε ελέγχου στις τιμές και βέβαια αύξηση της τιμής των καυσίμων κατά 100%. Η ανακοίνωση αυτών των μέτρων στις 16 Φλεβάρη ήταν ο πρόλογος του Καρακάσο. 

Έκρηξη

Το πρωί της 27ης Φλεβάρη ξεκίνησε μια αλυσίδα γεγονότων που προκάλεσε πανικό στην κυβέρνηση και την άρχουσα τάξη. Τα φτωχά “μπάριος”, οι γειτονιές γύρω από το κέντρο και τις πλούσιες συνοικίες του Καράκας, άρχισαν να πλημμυρίζουν τις κεντρικές αρτηρίες της πόλης σε μια έκρηξη οργής που έμοιαζε ανεξέλεγκτη και χωρίς στόχο. 

Οδοφράγματα και συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν η μια εικόνα. Ένα τεράστιο κύμα λεηλασιών καταστημάτων ήταν η δεύτερη: πολυτελή εμπορικά κέντρα, σουπερ-μάρκετ, ακόμα και φορτηγά που μετέφεραν εμπορεύματα γίνονταν στόχος. Είδη πρώτης ανάγκης, τρόφιμα, γάλα και άλλα στοιχειώδη ήταν τα πρώτα στη σειρά αλλά και είδη πολυτελείας, ακριβές σαμπάνιες και κρασιά και όσα οι φτωχοί έβλεπαν μόνο στα αστραφτερά σόου της τηλεόρασης, αλλά δεν μπορούσαν να αποκτήσουν ποτέ. Περισσότερα από 1000 καταστήματα πυρπολήθηκαν. 

Καθώς περνούσαν οι ώρες γινόταν φανερό ότι όσα συνέβαιναν δεν ήταν απομονωμένα επεισόδια αλλά μια χιονοστιβάδα που μεγάλωνε και συντονιζόταν. Στο Καράκας χιλιάδες άνθρωποι δούλευαν ως ταχυμεταφορείς με τα μηχανάκια τους, είτε σαν αυτοαπασχολούμενοι, είτε σαν μισθωτοί. Πρόσφεραν ένα σχεδόν έτοιμο δίκτυο για την επικοινωνία ανάμεσα στις γειτονιές, τις αναρίθμητες μάχες που ξέσπαγαν σε όλη την πόλη. Και τα νέα από άλλες μεγάλες πόλεις της Βενεζουέλας ήταν παρόμοια. Η κυβέρνηση πανικοβλήθηκε. Το απόγευμα της 27ης Φλεβάρη ο Αλεχάντρο Ιζαγκίρε, ο υπουργός Εσωτερικών βγήκε στην τηλεόραση για να κάνει διάγγελμα. Λιποθύμησε μπροστά στις κάμερες. 

Η εξέγερση ήταν αυθόρμητη. Παρόλο που τα επίσημα κόμματα της Αριστεράς ήταν ουσιαστικά παρατηρητές των γεγονότων, ολόκληρα δίκτυα αγωνιστών και αγωνιστριών και οργανώσεις που είχαν δημιουργηθεί μέσα από διάφορες διαδρομές τα προηγούμενα χρόνια, άρχισαν να βάζουν την σφραγίδα τους με την οργανωτική τους πείρα και τις προσπάθειες να δώσουν ένα πολιτικό προσανατολισμό στην έκρηξη. 

Όμως, τα χρονικά περιθώρια αποδείχτηκαν πολύ στενά για την συνέχεια αυτών των προσπαθειών. Το απόγευμα της 28 Φλεβάρη ο πρόεδρος Πέρεζ ανακοίνωσε, σε εθνικό δίκτυο από την τηλεόραση, την επιβολή κατάστασης πολιορκίας και την αναστολή άρθρων του Συντάγματος για μια σειρά δικαιώματα. Ο στρατός και η αστυνομία άρχισε να ανοίγει συστηματικά πυρ και να εισβάλει στα μπάριος. 

Σφαγή

Ένα από αυτά ήταν η Κάτια, στο δυτικό Καράκας. Και μέσα στην Κάτια δέσποζε η περιοχή του “23 Ενέρο”. Είχε πάρει την ονομασία της από την εξέγερση της 23ης Γενάρη του 1958 και το 23 Ενέρο έγινε συνώνυμο της ανταρσίας, υποβαθμισμένη “γειτονιά εγκληματιών” για τους κατοίκους των “καλών συνοικιών” και προπύργιο κάθε επαναστατικής οργάνωσης, από τις ένοπλες της δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, μέχρι τις μαζικές οργανώσεις που πάλευαν ενάντια στην καταστολή και τη φτώχεια στη δεκαετία του ‘80. 

Εκεί ο στρατός και η αστυνομία πήραν την εκδίκησή τους πυροβολώντας αδιάκριτα τις πολυκατοικίες και μέσα στα διαμερίσματα. Μερικά χρόνια μετά, μια έρευνα διαπίστωνε ότι ο στρατός και η αστυνομία έριξαν 4 εκατομμύρια σφαίρες για να καταστείλουν την εξέγερση. Οι δολοφονημένοι ήταν εκατοντάδες. Κάποια στιγμή ο “επίσημος” απολογισμός έφτασε στους 297, αλλά οι πάντες γνωρίζουν ότι ήταν πολύ περισσότεροι, θαμμένοι στα κρυφά σε ομαδικούς τάφους. 

Τσάβες

Παρόλο που η “τάξη αποκαταστάθηκε” με την καταστολή, τίποτα δεν ήταν το ίδιο μετά το Καρακάσο. “Η βενεζολάνικη ιστορία κόπηκε στα δυο” όπως είπε αργότερα ο Χοσέ Βινσέντε Ρανγκέλ, ακτιβιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων που θα γινόταν αντιπρόεδρος του Τσάβες. Η “εθνική αρμονία” θρυμματίστηκε, μαζί με το πολιτικό σύστημα, και δυο Βενεζουέλες έβλεπαν πλέον με μίσος η μια την άλλη. 

Μετά το πρώτο σοκ των δολοφονιών, το μαζικό κίνημα άρχισε να οργανώνεται και να δυναμώνει. Μια τεράστια διαδήλωση, που τη διέλυσε ο στρατός, τίμησε την πρώτη επέτειο της εξέγερσης. Το σύνθημα non hay pueblo vencido, “Δεν υπάρχει ηττημένος λαός”, εκφραζόταν σε κινητοποιήσεις, συντονισμούς οργανώσεων των μπάριος και άλλες προσπαθειες. 

Πιο συγκεκριμένα, το Καρακάσο, ενεργοποίησε ένα συνωμοτικό δίκτυο κατώτερων αξιωματικών που ονομαζόταν MBR-200. Ένας από τους ηγέτες αυτού του δικτύου ήταν ο Ούγκο Τσάβες, αξιωματικός των αλεξιπτωτιστών. Τέτοια φαινόμενα δεν ήταν καινούργια στην ιστορία της χώρας. Στο παρελθόν κάμποσοι αξιωματικοί είχαν σχέσεις με την Αριστερά, ή επηρεάζονταν από τις ιδέες της. 

Στις 4 Φλεβάρη του 1992, ο Τσάβες τέθηκε επικεφαλής μιας απόπειρας “πραξικοπήματος”, στα πρότυπα της εξέγερσης του 1958 με κομμάτια του στρατού να συνεργάζονται με το μαζικό κίνημα για να ανατρέψουν το καθεστώς. Το 1992 δεν ήταν 1958 και η κίνηση απέτυχε “για την ώρα” όπως δήλωσε ο Τσάβες κατά τη σύλληψή του σε μια φράση που γινόταν θρυλική. 

Ένας πρώην πρόεδρος της χώρας, ο Ραφαέλ Καλντέρα, είπε σε μια ομιλία του αμέσως μετά: “Η Βενεζουέλα ήταν η βιτρίνα της λατινοαμερικάνικης δημοκρατίας. Οι φτωχοί του Καράκας την έσπασαν όταν κατέβηκαν οργισμένοι από τους λόφους [τα μπάριος] στις 27 Φλεβάρη 1989. Σήμερα η βιτρίνα ξανάσπασε από τους υποκόπανους των όπλων των εξεγερμένων στρατιωτών”. 

Το 1998 ο Τσάβες εκλέχτηκε πρόεδρος. Και τέσσερα χρόνια μετά, τα μπάριος, οι εργάτες και οι φτωχοί ξαναπλημμύρισαν το κέντρο του Καράκας αποκρούοντας ένα πραξικόπημα της άρχουσας τάξης. Αυτή είναι η δύναμη που μπορεί να απαντήσει στα σημερινά πραξικοπήματα της Δεξιάς και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.