Ιστορία
Σύμφωνο “Σοφούλη-Σκλάβαινα”: Ένα “Λαϊκό Μέτωπο” που χαράμισε τον Μάη του ‘36

Η κοινοβουλευτική ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου (πάνω) και το φύλλο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ της 10ης Μαΐου 1936 (κάτω)

Στις 26 Γενάρη του 1936 έγιναν οι «τελευταίες ελεύθερες εκλογές του μεσοπολέμου». Όταν έκλεισαν οι κάλπες και μετρήθηκαν οι ψήφοι καμιά από τις δυο μεγάλες παρατάξεις που είχαν κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή τα προηγούμενα χρόνια, των Φιλελευθέρων (Βενιζελικών) και των Λαϊκών (βασιλοφρόνων), δεν είχε αυτοδυναμία για να σχηματίσει κυβέρνηση. 

Σε συνθήκες ομαλότητας, «κανονικότητας» είναι η σημερινή έκφραση, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν διαχειρίσιμο. Υπήρχε, άλλωστε, η εμπειρία της λεγόμενης «Οικουμενικής» κυβέρνησης του 1926-27 και σε κάθε περίπτωση μπορούσαν να προκηρυχτούν νέες εκλογές. Όμως, η «κανονικότητα» είχε γίνει από καιρό ατμός και για τους «από πάνω» και για τους «από κάτω».

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘30 σημαδεύτηκε από την παγκόσμια οικονομική κρίση και τον τρόπο που ο ελληνικός καπιταλισμός πέρασε από τις συμπληγάδες της. Η πολιτική κρίση στο στρατόπεδο της άρχουσας τάξης έφτασε σε σημείο παροξυσμού. Τα δυο «πολιτικοστρατιωτικά συγκροτήματα» της αστικής τάξης, οι Φιλελεύθεροι και οι Λαϊκοί, καταφεύγουν στη βία, τα όπλα και τα πραξικοπήματα για να επικρατήσουν. 

Η σύγκρουση δεν ήταν ανάμεσα στους υποστηρικτές των ιδανικών της δημοκρατίας και τους Μοναρχικούς εκφραστές κάποιων «φεουδαρχικών υπολειμμάτων» στην ελληνική κοινωνία. Όπως εξηγούσε ο Παντελής Πουλιόπουλος:

«Η σημερινή οξύτατη ενδοαστική σύγκρουση στην Ελλάδα έχει σε τελευταία ανάλυση τις ρίζες της στις τεράστιες δυσχέρειες της κεφαλαιοκρατίας να αντιμετωπίσει τα φοβερά και πολύμορφα προβλήματα και τις ασυμφιλίωτες αντιθέσεις των συμφερόντων που γέννησε η κρίση της αστικής οικονομίας και ο αντίχτυπος της γενικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος».

Όμως, η εξήγηση αυτών των φοβερών και πολύμορφων προβλημάτων που δίχαζαν την άρχουσα τάξη μένει λειψή αν δεν εξετάσουμε τι συνέβαινε από τα κάτω. Εκείνη την περίοδο για παράδειγμα, οι «προσφυγικές μάζες», η παραδοσιακή εκλογική πελατεία των Φιλελευθέρων, είχε αρχίσει να ριζοσπαστικοποιείται προς τ’ αριστερά. Τότε ξεκινούσε η διαδικασία που θα έκανε τις προσφυγογειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων κόκκινες λίγα χρόνια μετά στην Αντίσταση. 

Η πολιτική κρίση της άρχουσας τάξης σήμαινε ότι όλο και περισσότερες φωνές της αναζητούσαν μια «ισχυρή εξουσία». Και η ενσάρκωση αυτής της εξουσίας ήταν ο στρατός. Τον Οκτώβρη του 1935 ο στρατηγός Κονδύλης (που μερικά χρόνια πριν παρίστανε τον φανατικό δημοκρατικό) κάνει πραξικόπημα. Τον επόμενο μήνα οργάνωσε ένα κραυγαλέα νόθο δημοψήφισμα που επανάφερε τη μοναρχία, στο πρόσωπο του Γεωργίου Β’, του «εστεμμένου φελλού» όπως τον αποκαλούσε ακόμα και ο ακραιφνής μοναρχικός Γ. Βλάχος της Καθημερινής.

Επειδή κανένα από τα δυο μεγάλα κόμματα δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές του Γενάρη, το ΚΚΕ υιοθέτησε το ρόλο του «ρυθμιστικού παράγοντα» με τους 15 βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου που έκλεξε. Το 5,76% και οι 73.000 ψήφοι έμοιαζαν επιφανειακά αδύναμη βάση για τέτοια φιλοδοξία. Όμως η ηγεσία του ΚΚΕ ενέτασσε τη διεκδίκηση του «ρυθμιστή» σε μια συνολικότερη στρατηγική. Επιδίωκε μια κυβερνητική συνεργασία με το κόμμα των Φιλελευθέρων και ήταν δεσμευμένη από ένα μυστικό σύμφωνο που είχε υπογράψει ο κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος, ο Σ. Σκλάβαινας με τον Σοφούλη, τον αρχηγό του Φιλελευθέρων. Το «σύμφωνο» ή «πρωτόκολλο» υπογράφτηκε, στις 19 Φλεβάρη του 1936. 

Η κοινοβουλευτική ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου θα ψήφιζε τον Φιλελεύθερο υποψήφιο για πρόεδρο της Βουλής και την κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν κατόπιν, με αντάλλαγμα την υλοποίηση ενός «μίνιμουμ» προγράμματος. Ήταν ένα «ρεαλιστικό» πρόγραμμα, όπως όλα τα κυβερνητικά προγράμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς από τότε μέχρι σήμερα.

Μεταξάς

Ο Σοφούλης των Φιλελεύθερων έγινε όντως πρόεδρος της Βουλής με τις ψήφους του ΚΚΕ. Όμως, η συνέχεια δεν ήταν η «δημοκρατική κυβέρνηση» αλλά η στήριξη των Φιλελευθέρων στον… Μεταξά. Το κόμμα των «Ελευθεροφρόνων» του Μεταξά ήταν μια περιθωριακή δύναμη στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο από άποψη εκλογικών επιδόσεων. Ωστόσο διέθετε την διαχρονική στήριξη της οικογένειας των Κανελλόπουλων της τσιμεντοβιομηχανίας «Τιτάν». Και το σημαντικότερο ήταν ο έμπιστος του Παλατιού. 

Ο στρατηγός Παπάγος ως υπουργός Στρατιωτικών, μετέφερε την απόφαση των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας ότι «ο στρατός δεν θα παρέμενεν αδιάφορος εις περίπτωσιν συμπράξεως αστικών κομμάτων και κομμουνιστών». Οπότε ο βασιλιάς στις 3 Μάρτη διόρισε υπουργό Στρατιωτικών τον Μεταξά για να «καθησυχάσει» τους στρατηγούς. Και στις 13 Απρίλη ο Μεταξάς γινόταν πρωθυπουργός και με τις ψήφους των Φιλελευθέρων στη βουλή. 

Σε εκείνη τη συνεδρίαση o βουλευτής των Λαϊκών Β. Στεφανόπουλος ομολόγησε στη Βουλή τη συνολική χρεοκοπία της παραδοσιακής αστικής πολιτικής: «Εχρεωκοπήσαμεν ως Κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις [...] Και έτι πλέον κ. Βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι, τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθή, όταν ο μεν λαός φωνάζει δεν θέλω να με κυβερνήση ο Μεταξάς, ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην του απαντώμεν: Και όμως θα σε κυβερνήση ο κ. Μεταξάς».

Η «κραυγήν» έγινε εκκωφαντική τον Μάη του 1936. Η απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη χτυπήθηκε από τη χωροφυλακή με νεκρούς και τραυματίες. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια έκρηξη, με την Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή να ελέγχει για δυο μέρες τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Το σύνθημα «Κάτω ο δολοφόνος Μεταξάς» κυριαρχεί. 

Όμως, η ηγεσία του ΚΚΕ άφησε την ευκαιρία να χαθεί. Στη Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή δέχεται τις διαβεβαιώσεις του στρατηγού Ζέπου, του διοικητή του Γ’ Σ.Σ ύστερα από μεσολάβηση του βουλευτή του ΚΚΕ Σινάκου και των Φιλελεύθερων βουλευτών Ζάνα και Μαυρογορδάτου. Δεν παίρνει μέτρα κλιμάκωσης και επέκτασης του αγώνα όπως απαιτούσε το αίτημα της ανατροπής της κυβέρνησης. Στις 11 Μάη, οι ηγεσίες των συνδικάτων σπεύδουν να κλείσουν την καπνεργατική απεργία. Κηρύσσουν μια απεργία στις 13 Μάη ενάντια στις δολοφονίες, αλλά δηλώνουν ότι δεν έχει πολιτικούς σκοπούς. Η απεργία έγινε, είχε τεράστια επιτυχία, αλλά ήδη στη Θεσσαλονίκη είχε ξεκινήσει ένα κύμα συλλήψεων και η σκληρή καταστολή. Δυο μήνες μετά, στις 4 Αυγούστου ο Μεταξάς κηρύσσει τη δικτατορία του. 

Αυτές οι καταστροφικές επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ υπάκουαν στην στρατηγική που είχε υιοθετήσει. Τον Γενάρη του 1934 στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του αποφάσισε ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είναι «ανώριμος» για σοσιαλιστική επανάσταση. Χρειαζόταν ένα ενδιάμεσο στάδιο, που θα απάλλασσε την Ελλάδα από τα «μισο-φεουδαρχικά υπολείμματα» και την «εξάρτηση». Το 1936 πλέον, αυτά σήμαιναν ότι το ΚΚΕ επεδίωκε μια συνεργασία με το Φιλελεύθερο Κόμμα, στα πρότυπα του Λαϊκού Μετώπου της Γαλλίας και της Ισπανίας. 

Στροφή

Αυτή η στροφή συνέπεσε με την άνοδο της επιρροής του κόμματος. Γι’ αυτό από τότε μέχρι πρόσφατα, η κυρίαρχη αντίληψη στην Αριστερά ήταν ότι έτσι άνοιξε ο δρόμος για να γίνει μαζική δύναμη.

Στην ουσία τότε άνοιξε ο δρόμος για την επιδίωξη συμμαχιών με τα «προοδευτικά», «πατριωτικά» κομμάτια της άρχουσας τάξης. Η στροφή ολοκληρώθηκε όταν το 1935 ολόκληρη η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθέτησε την στρατηγική των «πλατιών λαϊκών μετώπων» ενάντια στο φασισμό δηλαδή τη συμμαχία με αστικά κόμματα για συγκρότηση κυβερνήσεων που θα αντιτάσσονταν στην ναζιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία. 

Υποτίθεται ότι τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν η δημιουργική προέκταση της τακτικής των Ενιαίων Μετώπων που είχε χαράξει στα πρώτα χρόνια της η Κομμουνιστική Διεθνής των Λένιν-Τρότσκι. Όμως, βρίσκονταν στον αντίποδά της: δεν ήταν μια τακτική που στόχο είχε να ενώσει την εργατική τάξη στη δράση και να κερδίσει την πλειοψηφία της στην ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά μια πολιτική που υπέτασσε τη δράση των εργατών στις κοινοβουλευτικές μανούβρες των αστικών κομμάτων.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ο Τρότσκι επέμενε πως η κατάσταση είναι «προ-επαναστατική» και αυτό που κρινόταν ήταν αν θα γίνει «επαναστατική» ή «αντεπαναστατική». Δεν υπάρχουν αυτοματισμοί στη μετατροπή μιας κατάστασης σε «επαναστατική» ή «αντεπαναστατική». Το ποιες πολιτικές δυνάμεις καθορίζουν τον τρόπο και την προοπτική με την οποία δίνει η εργατική τάξη τις μάχες της, κρίνει που θα γύρει η ζυγαριά.

Τον Γενάρη του 1936 η ηγεσία του ΚΚΕ δεν πίστευε στη δύναμη της εργατικής τάξης να γίνει ο πραγματικός «ρυθμιστής»: να μπει επικεφαλής όλων των καταπιεσμένων στις μάχες που θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό.