Ιστορία
Κλάρα Τσέτκιν, μια μεγάλη επαναστάτρια: 85 χρόνια από το θάνατό της

Η Κλάρα Τσέτκιν (αριστερά) με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Κλείνουν ογδονταπέντε χρόνια από τις 20 Ιούνη του 1933, όταν η γερμανίδα επαναστάτρια Κλάρα Τσέτκιν έφευγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών. Ο θάνατος τη βρήκε στη Μόσχα όπου είχε καταφύγει για να γλυτώσει από τους Ναζί. Σαν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας και σαν επαναστάτρια που είχε συνδέσει το όνομά της με το διεθνές κίνημα των γυναικών, την πάλη για την απελευθέρωση και το σοσιαλισμό, η Κλάρα Τσέτκιν ήταν το πρότυπο της γυναίκας που έπρεπε να εξοντωθεί.

Λιγότερο από ένα χρόνο πριν το θάνατό της, στις 30 Αυγούστου του 1932, η Τσέτκιν ως η γηραιότερη βουλευτής είχε ανοίξει την τελευταία συνεδρίαση του Ράιχσταγκ, της γερμανικής βουλής. Αντίθετη με τη θεωρία του “σοσιαλφασισμού” του Στάλιν που έφτανε να εξισώνει τους σοσιαλδημοκράτες με τους φασίστες και να εμποδίζει την κοινή δράση ενάντια στους ναζί, έκανε έκκληση για ένα μέτωπο ενότητας όλων των εργαζομένων ενάντια στο φασισμό. 

«Μπροστά σε αυτή την επιτακτική ιστορική αναγκαιότητα, όλοι οι λόγοι που μας αναστέλλουν και μας διαιρούν, όπως πολιτικές, συνδικαλιστικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές απόψεις, πρέπει να κατέχουν υποδεέστερη θέση», είπε μέσα σε ένα κατάμεστο κοινοβούλιο και με τους στρατιωτικά ντυμένους ναζιστές βουλευτές να ουρλιάζουν.

Κάλεσε επίσης τις γυναίκες της εργατικής τάξης να συνταχτούν στον αντιφασιστικό αγώνα και να παλέψουν για την ανατροπή του καπιταλισμού μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και έκλεισε λέγοντας «Ανοίγω αυτή την συνεδρίαση εκπληρώνοντας έτσι τα καθήκοντά μου ως επίτιμη πρόεδρος με την ελπίδα ότι, παρά τις τρέχουσες αδυναμίες μου, μπορώ να έχω ακόμα την τύχη να ανοίξω ως επίτιμη πρόεδρος την πρώτη σοβιετική συνεδρίαση της Σοβιετικής Γερμανίας». Μετά από αυτή την ομιλία, φυγαδεύτηκε.

Kέντρο του κινήματος

Η Κλάρα Άισνερ (το Τσέτκιν το υιοθέτησε αργότερα από τον σύντροφό της, επίσης επαναστάτη μαρξιστή, Όσιπ Τσέτκιν) γεννήθηκε το 1857 σε ένα μικρό χωριό της Σαξονίας, της μεγαλύτερης τότε βιομηχανικής περιοχής της Γερμανίας και ταυτόχρονα κέντρο του σοσιαλιστικού αλλά και γυναικείου κινήματος της εποχής. 

Μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) από το 1878 και τα 21 της χρόνια, ιδρυτικό στέλεχος της Δεύτερης Διεθνούς, υπεύθυνη έκδοσης της γυναικείας εφημερίδας του κόμματος «Ισότητα» (Gleichheit) από το 1891 και για πάνω από 25 χρόνια μετά, η Τσκέτκιν συνέδεσε το όνομα και τη διαδρομή της κυρίως με το διεθνές κίνημα των γυναικών, με την πάλη για την ένταξη των εργατριών στα συνδικάτα, με τον αγώνα για την ενότητα των αντρών και γυναικών της εργατικής τάξης με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και της σεξιστικής καταπίεσης.

Γυναίκες

Σε μια περίοδο που εκατομμύρια γυναίκες έμπαιναν λόγω της γρήγορης εκβιομηχάνισης της Γερμανίας στην παραγωγή και τα εργοστάσια, αλλά έβρισκαν, κύρια λόγω των απαγορεύσεων του γερμανικού κράτους, τις πόρτες των συνδικάτων και των πολιτικών κομμάτων κλειστές, η Τσέτκιν έδωσε με όλες της τις δυνάμεις τη μάχη για την συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση των γυναικών. 

Ήταν μια δύσκολη μάχη που χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια. Η Λουίζ Ζίετς, μέλος του SPD, θυμόταν για παράδειγμα πώς κατάφερναν να σπάνε στην πράξη τους νόμους που απαγόρευαν στις γυναίκες να μιλάνε δημόσια: “Ενας σύντροφος μιλούσε για δέκα λεπτά και μετά εγώ συμμετείχα στη συζήτηση από τα κάτω μιλώντας μιάμιση ώρα”. Μέσα από τέτοιες μάχες, μια σειρά νόμοι καταργήθηκαν στη συνέχεια, ανοίγοντας το δρόμο στη μαζικοποίηση των συνδικάτων και του SPD. Το 1913, η Ισότητα πουλούσε 112.000 φύλλα, ενώ η είσοδος των γυναικών στο SPD εκτινάχτηκε από 4.000 το 1905 σε πάνω από 141.000 το 1913.

Ταυτόχρονα, η Τσέτκιν πρωτοστατούσε στη μάχη για να δώσει στο γυναικείο κίνημα της εποχής της ταξικό προσανατολισμό, εξηγώντας ότι η ρίζα της γυναικείας καταπίεσης είναι η ταξική κοινωνία και η λύση η ανατροπή της. Από το 1898 έγραφε ότι «Η απελευθέρωση του γυναικείου φύλου, καθώς και ολόκληρης της ανθρωπότητας, θα είναι το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της εργασίας από το κεφάλαιο. Μόνο στη σοσιαλιστική κοινωνία θα έχουν οι γυναίκες και οι εργάτες την πλήρη κατοχή των δικαιωμάτων τους». 

Αντίθετα με τις γυναίκες της αστικής τάξης που μιλούσαν για την ενότητα του γυναικείου φύλου και διεκδικούσαν μεταρρυθμίσεις και δικαιώματα που στην ουσία θα ευνοούσαν τις ίδιες, η Τσέτκιν μιλούσε για την ταξική ενότητα των αντρών και των γυναικών της εργατικής τάξης και απαιτούσε ειδική προστατευτική νομοθεσία για τις εργάτριες, λιγότερες ώρες εργασίας, κανονισμούς υγιεινής και ασφάλειας, διάλειμμα για ξεκούραση, κοινωνικοποίηση της δουλειάς μέσα στο σπίτι κόντρα στα αφεντικά και τον καπιταλισμό. 

Με αυτό τον προσανατολισμό πήρε το 1907 την πρωτοβουλία να συγκαλέσει, μία μέρα πριν από το συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς, το πρώτο διεθνές συνέδριο σοσιαλιστριών στην Στουτγκάρδη, όπου συμμετείχαν 59 γυναίκες από 15 χώρες. Εκεί αποφασίστηκε να ιδρυθεί μία διεθνής οργάνωση σοσιαλιστριών. Η απόφαση του συνεδρίου ανέφερε ότι «τα σοσιαλιστικά κόμματα σε όλο τον κόσμο έχουν υποχρέωση να παλέψουν ενεργά για την καθιέρωση της ψήφου των γυναικών και οι σοσιαλίστριες δεν πρέπει να θεωρούν συμμάχους τις αστές φεμινίστριες αλλά να καθοδηγήσουν την πάλη χέρι-χέρι με τους άντρες σοσιαλιστές». Η Τσέτκιν εκλέχτηκε γραμματέας της Διεθνούς Οργάνωσης των Γυναικών, ενώ στο δεύτερο συνέδριο το 1910 στην Κοπεγχάγη πρότεινε την υιοθέτηση της 8ης Μάρτη, ως Διεθνούς Ημέρας της Γυναίκας. Ο πρώτος εορτασμός έγινε το 1911 και συνεχίστηκε μέχρι το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, πριν φτάσει να γίνει η αρχή της Ρώσικης Επανάστασης το 1917.

Mε την επανάσταση

Η Τσέτκιν πήρε μέρος σε όλες τις μεγάλες πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής. Όπως και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, με την οποία τη συνέδεε μια στενή φιλία, στη μεγάλη κόντρα που άνοιξε ανάμεσα στους ρεφορμιστές και τους επαναστάτες στο SPD με κέντρο το δίλημμα “Μεταρρύθμιση ή επανάσταση”, τάχτηκε πάντα με την επανάσταση. 

Μέσα από τις σελίδες της Ισότητας επιχειρηματολογούσε ενάντια στον κοινοβουλευτικό δρόμο που γινόταν σταδιακά ο βασικός προσανατολισμός της ηγεσίας του κόμματος και επέμενε ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας. Η ίδια αντιπαράθεση βρισκόταν στο κέντρο των υποδείξεων που δεχόταν ότι η Ισότητα ήταν πολύ δύσκολη για τις μάζες των γυναικών και των πιέσεων να κάνει πιο “ανάλαφρο” το περιεχόμενο συμπεριλαμβάνοντας στην ύλη της μόδα και συμβουλές μαγειρικής. Αρνιόταν πεισματικά αυτές τις προτάσεις, βλέποντας την εφημερίδα ως το εργαλείο των πιο μαχητικών και πολιτικοποιημένων γυναικών της εργατικής τάξης, ως το όπλο μιας επαναστατικής ηγεσίας μέσα στην εργατική τάξη.

Στο πιο κρίσιμο τεστ της περιόδου, τη στάση απέναντι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Κοινοβουλευτική Ομάδα του SPD ψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις με μοναδική εξαίρεση τον Καρλ Λήμπκνεχτ, η Τσέτκιν τάχτηκε ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σφαγείο. Και μαζί με τη Λούξεμπουργκ, καλούσε την εργατική τάξη να στραφεί ενάντια στη δική της άρχουσα τάξη. 

Μερικές ημέρες μετά το ξέσπασμα του πολέμου, στις 5 Αυγούστου του 1914, η Τσέτκιν κυκλοφόρησε ένα αντιπολεμικό άρθρο που είχε τίτλο «Εργαζόμενη Γυναίκα ετοιμάσου». Το άρθρο κατέληγε: «Για την εργατική τάξη η αδερφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων δεν είναι απατηλό όνειρο, η παγκόσμια ειρήνη δεν είναι μόνο ωραίες λέξεις. Τι πρέπει να γίνει; Υπάρχει μία στιγμή στη ζωή των ανθρώπων που μπορούν να κερδίσουν τα πάντα μόνο αν όλοι είναι έτοιμοι. Αυτή η στιγμή έχει έρθει. Εργαζόμενες γυναίκες ετοιμαστείτε». Τον Μάρτη του 1915, μαζί με τη Λούξεμπουργκ, οργάνωσε ένα διεθνές συνέδριο γυναικών κατά του πολέμου στη Βέρνη, ενώ σε όλη τη διάρκεια του πολέμου ζούσε ημιπαράνομα με παρακολουθήσεις, ελέγχους και ενίοτε φυλακίσεις.

Το 1916 πήρε μέρος στην ίδρυση της ομάδας Σπάρτακος, της επαναστατικής πτέρυγας του SPD, ενώ το Νοέμβρη του 1918 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της Γερμανικής Επανάστασης που ακολούθησε τη Ρώσικη το 1917. Στις αρχές του 1919 προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα που ίδρυσαν η Ρόζα Λούξεμπουργκ με τον Καρλ Λίμπκνεχτ, παίρνοντας θέση σε όλες τις κρίσιμες επιλογές που συνόδεψαν τη Γερμανική Επανάσταση τα επόμενα χρόνια.

Η ίδια η αντιφασιστική της πάλη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1923, όταν μετά την άνοδο του Μουσολίνι στην Ιταλία, παρουσίασε στην Εκτελεστική Επιτροπή της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς κείμενό της με τον τίτλο «Η πάλη ενάντια στο φασισμό». Σε αυτό υποστήριζε ότι ο φασισμός βρίσκει έδαφος στους αγρότες, τους μικρομαγαζάτορες και την μεσαία τάξη που έχουν καταστραφεί από τον πόλεμο, ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανένας εφησυχασμός ότι η αστική τάξη θα είναι αντίβαρο στο φασισμό, ότι το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να ενώσει όλους τους εργάτες ενάντια στους φασίστες.

Παρότι η επιθυμία της να προεδρεύσει σε μια σοσιαλιστική Γερμανία δεν έγινε πραγματικότητα, μέχρι το τέλος της ζωής της η Κλάρα Τσέτκιν δεν έπαψε ποτέ να παλεύει για την επαναστατική ανατροπή του συστήματος του πολέμου, του φασισμού, του σεξισμού και της καταπίεσης. Η πολιτική της κληρονομιά εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και οδηγός για δράση σήμερα.