Ιστορία
Τζον Ριντ: 22 Οκτώβρη 1887 -17 Οκτώβρη 1920

Σε μια συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα μέσα του 1920 ένα μέλος της έστειλε ένα πρόχειρο σημείωμα στον Λένιν που προέδρευε και τον ρωτούσε: «Να βάλω το ζήτημα των Μαύρων στην Αμερική;». Ο Λένιν έγραψε από κάτω: «Απολύτως απαραίτητο. Σε βάζω στον κατάλογο ομιλητών». Το σημείωμα το είχε στείλει ο Τζον Ριντ. 

Σήμερα, ο Τζον Ριντ είναι παγκόσμια γνωστός για το βιβλίο του “Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο”. Σ’ αυτό ο Ριντ καταγράφει με απαράμιλλη ζωντάνια και κοφτερή ματιά τις μέρες πριν την κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ με επικεφαλής τους μπολσεβίκους, τον Οκτώβρη του 1917.

Ο Ριντ ήθελε να πάει στην Ρωσία αμέσως μόλις έμαθε τα νέα της Επανάστασης του Φλεβάρη που ανέτρεψε τον Τσάρο. Όμως, τελικά τα κατάφερε να φτάσει τον Σεπτέμβρη του 1917, μαζί με την σύντροφό του, την Λουίζ Μπριάν. Πολλοί Αμερικάνοι δημοσιογράφοι βρίσκονταν ήδη εκεί. Όμως, σχεδόν όλοι έκαναν τα ρεπορτάζ τους από τις πολυθρόνες των διπλωματικών γραφείων και τα σαλόνια των καπιταλιστών. 

Ο Ριντ είχε πρόσβαση και σε αυτούς τους κύκλους, λόγω κοινωνικής καταγωγής. Ήταν απόφοιτος του Χάρβαρντ, γόνος ευκατάστατης οικογένειας. Αλλά τον κοιτούσαν με μισό μάτι, γιατί ήδη τον συνόδευε η φήμη του «επικίνδυνου ριζοσπάστη». Έκανε ότι περνούσε απ’ το χέρι του κι ακόμα περισσότερα για να επιβεβαιώσει αυτή τη φήμη. 

Τα τετράδια και οι φάκελοί του, το υλικό από το οποίο προήλθαν οι Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο, έχουν διασωθεί και είναι γεμάτα από συνεντεύξεις «ανώνυμων» και επώνυμων πρωταγωνιστών της Επανάστασης, σκηνές από την «καθημερινότητά» της σε δρόμους, εργοστάσια, στρατώνες χαρακώματα και δρόμους. 

Οι σελίδες του βιβλίου σου κόβουν την ανάσα. Από μια συνέλευση σε στρατώνα ή την «οχλαγωγία» της ολομέλειας του σοβιέτ σε μεταφέρουν στα «τσάγια» της «καλής» κοινωνίας. Δίπλα σε μια συζήτηση με τον Τρότσκι ή τον Λουνατσάρσκι διαβάζεις τις απόψεις των αξιωματικών του Γενικού Επιτελείου, βιομηχάνων που περιμένουν το χειμώνα και την πείνα για «να βάλουν μυαλό» στους εργάτες.

Ο Ριντ δεν έμεινε στις συνεντεύξεις και το σχολιασμό. Ρίχτηκε με όλη του την ψυχή στο στρόβιλο της επανάστασης, στο πλευρό των μπολσεβίκων. Μιλούσε σε συγκεντρώσεις, συμμετείχε στη δράση του μπολσεβίκικου κόμματος και τον Δεκέμβρη του 1917 έγινε μέλος του Γραφείου Διεθνούς Επαναστατικής Προπαγάνδας που είχαν συγκροτήσει. Άρχισε να γράφει το βιβλίο στις αρχές του 1918 όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ για να μεταφέρει το μήνυμα τη επανάστασης στην αμερικάνικη αριστερά και το εργατικό κίνημα. Αλλωστε στην εισαγωγή του γράφει ότι «οι συμπάθειές μου δεν ήταν ουδέτερες». 

Έτσι κι αλλιώς ο Ριντ είχε σταματήσει να είναι «ουδέτερος» πολλά χρόνια πριν. Όταν αποφοίτησε από το Χάρβαρντ αποφάσισε να επισκεφτεί την Γηραιά Ήπειρο όπως φιλοδοξούσε να κάνει κάθε καλλιεργημένος ευκατάστατος Αμερικάνος –αλλά ο Ριντ έπιασε δουλειά σαν θερμαστής στο καράβι που τον μετέφερε εκεί για «να δει τη ζωή». Όταν γύρισε στη Νέα Υόρκη έγινε κεντρική φιγούρα ενός λογοτεχνικού περιοδικού του Masses –σημείο συνάντησης και ζύμωσης όλων των πολιτικών και λογοτεχνικών ριζοσπαστικών ρευμάτων της εποχής.

Και κάπου στο 1912 ο Ριντ συνάντησε την εργατική τάξη. Όχι την «αόρατη» τάξη που υποφέρει, αλλά την περήφανη τάξη που παλεύει. Ο Ριντ βρέθηκε να καλύπτει δημοσιογραφικά την απεργία των 25.000 υφαντουργών στο Λόρενς της Μασαχουσέτης –μετανάστριες οι περισσότερες, από 51 διαφορετικές χώρες. Σε εκείνη την απεργία ακούστηκε για πρώτη φορά το σύνθημα «Οι εργάτριες θέλουν ψωμί, αλλά θέλουν και τριαντάφυλλα». Ηγεσία της απεργίας ήταν οι Γουόμπλις οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (IWW) και εκεί ο Ριντ γνώρισε δυο από τους ηγέτες τους τον θρυλικό «Μπιγκ» Μπιλ Χέιγουντ και τη φλογερή Ελίζαμπεθ «Γκέρλι» Φλιν. 

 Ήταν ζήτημα χρόνου να πέσει με τα μούτρα στην επόμενη μάχη –στη απεργία στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσι το 1913. Ο Ριντ έχει αφήσει μια αθάνατη μαρτυρία αυτής της μάχης, ένα ακόμα άρθρο, με τον εύγλωττο τίτλο “Πόλεμος στο Πάτερσον”. Αυτή τη φορά δεν περιορίστηκε στο γράψιμο. Πήρε μέρος στις απεργιακές φρουρές, συνελήφθη και πέρασε κάποιες μέρες στη φυλακή. Όταν βγήκε επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και με την παρότρυνση των συντρόφων από τους IWW κινητοποίησε τους καλλιτέχνες φίλους του για να ανεβάσουν μια θεατρική παράσταση με θέμα την απεργία στη Μάντισον Σκουέρ, την οποία παρακολούθησαν 20.000 συμπαραστάτες. 

Από τα εργοστάσια του Νιου Τζέρσεϊ ο Ριντ βρέθηκε στο επαναστατημένο Μεξικό του 1913 ακολουθώντας το στρατό του Πάντσο Βίγια στην εκστρατεία του –το ομώνυμο βιβλίο με τη συλλογή των άρθρων του από αυτή την περίοδο αποζημιώνει ακόμα και σήμερα σαν ανάγνωσμα. Ο επαναστατικός πόλεμος στο Μεξικό που ήταν στην κορυφή της επικαιρότητας στις ΗΠΑ επισκιάστηκε το 1914 από τα γεγονότα στην Ευρώπη –τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς ξέσπασε η καταστροφή, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Για τον Ριντ ο Πρώτος Παγκόσμιος ήταν ένας «πόλεμος των εμπόρων» -ο τίτλος ενός άρθρου του το 1914 το οποίο τέλειωνε με τη φράση: «Αυτός δεν είναι ο πόλεμός μας». Και αυτή η πεποίθηση έγινε ακόμα πιο δυνατή όσο ο Ριντ ζούσε από κοντά το σφαγείο σαν πολεμικός ανταποκριτής, πρώτα στη δυτική Ευρώπη και μετά στα Βαλκάνια και στην Ρωσία. 

Ο Ριντ στις αρχές του 1918 έγινε μέλος της Αριστερής Πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, της πτέρυγας που τασσόταν υπέρ των μπολσεβίκων. Στις 30 Αυγούστου του 1919 ξεκίνησε τις εργασίες του το συνέδριο του κόμματος και οι εκπρόσωποι της αριστεράς εκδιώχτηκαν –ανάμεσά τους και ο Ριντ. Αυτοί έσπευσαν αμέσως να ιδρύσουν το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Αμερικής (μια άλλη ομάδα κυρίως από τις «εθνικές ομοσπονδίες», δηλαδή των μεταναστών, του Σοσιαλιστικού Κόμματος ίδρυσε την επόμενη μέρα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αμερικής. Ενοποιήθηκαν το 1921). 

 Ο Ριντ έγινε ο εκδότης και διευθυντής της βασικής εφημερίδας του κόμματος, της Φωνής του Εργάτη και μέλος της ηγεσίας του. Δεν είχε πολλά «μαρξιστικά διαπιστευτήρια»: στην ιδρυτική σύσκεψη ένας γνωστός μαρξιστής διανοούμενος, ο Λιούις Μπουντέν, τον κορόιδεψε γιατί έκανε μια ανακριβή αναφορά στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο –κι ο Ριντ εξαγριωμένος πήγε σπίτι του για να φέρει ένα αντίτυπο του Μανιφέστου και να αποδείξει ότι η αναφορά του ήταν σωστή. Όμως παρόλα αυτά ο Ριντ δεν ήταν απλά ένας «ρομαντικός» διανοούμενος που κόλλησε στο κομμουνιστικό κίνημα για συναισθηματικούς λόγους (όπως υπονοεί η κατά τ’ άλλα θαυμάσια ταινία «Οι Κόκκινοι» του 1981 με πρωταγωνιστή τον Γουόρεν Μπίτι). 

Ο Ριντ ξαναπήγε στην Ρωσία για να αντιπροσωπεύσει το κόμμα του στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και εκεί δεν είχε πρόβλημα να διαφωνήσει με τους μπολσεβίκους για ζητήματα όπως η ένταξη στα συντηρητικά συνδικάτα της Αμερικάνικης Ομοσπονδίας Εργασίας (AFL). Κανείς στην Κομιντέρν του Λένιν και του Τρότσκι δεν θεωρούσε παράπτωμα την έκφραση διαφωνιών. Ο Ριντ συνέχισε να είναι μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής. 

Πριν φτάσει εκεί, ταξίδευε παράνομα, έμεινε κάμποσες βδομάδες σε μια φυλακή της αντεπαναστατικής κυβέρνησης της Φινλανδίας, με αποτέλεσμα ένα σοβαρό κλονισμό της υγείας του που θα είχε μοιραίες συνέπειες. Από το δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν ο Ριντ βρέθηκε αντιπρόσωπος στο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής στο Μπακού –την προσπάθεια των μπολσεβίκων να συσπειρώσουν όλα τα κινήματα στις αποικίες που πάλευαν ενάντια στον ιμπεριαλισμό και να κερδίσουν τους καλύτερους αγωνιστές τους στις ιδέες της ταξικής πάλης και του μαρξισμού. Εκεί αρρώστησε από τύφο και ξεψύχησε στις 17 Οκτώβρη του 1920 στη Μόσχα.

H σωρός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα για επτά μέρες στο Σπίτι των Συνδικάτων και θάφτηκε με τιμές στην Κόκκινη Πλατεία –εκεί που είχαν θαφτεί εκατοντάδες εργάτες και φαντάροι που είχαν πέσει στις μάχες του Οκτώβρη του 1917 στη Μόσχα. Για τους μπολσεβίκους, η Ρώσικη Επανάσταση ήταν η πρώτη πράξη της παγκόσμιας επανάστασης και ο Ριντ ήταν ήρωάς της.

Αργότερα με το μαυσωλείο με τη μούμια του Λένιν και τις στρατιωτικές παρελάσεις αυτό το σημείο έγινε σύμβολο της κρατικής ισχύος της γραφειοκρατίας που έπνιξε την κληρονομιά του κόκκινου Οκτώβρη. Άλλωστε ούτε ο Ριντ δεν γλύτωσε από αυτή ακόμα και νεκρός. Το 1924 ο Στάλιν κριτικάρισε τις Δέκα Μέρες (είχε κυκλοφορήσει στα ρώσικα την προηγούμενη χρονιά) γιατί δεν «αποδίδουν σωστά τα γεγονότα»: Το όνομά του αναφέρεται μόνο σε δυο τρία σημεία ως υπογραφή σε διατάγματα της επαναστατικής κυβέρνησης ενώ ο Τρότσκι δεσπόζει στις σελίδες του. 

Οπότε το βιβλίο θάφτηκε, οι εκδόσεις γίνονταν αραιά μέχρι που σταμάτησαν εντελώς το 1930 όταν η σταλινική αντεπανάσταση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Χρειάστηκε να φτάσει το 1957 για να εκδοθεί το βιβλίο ξανά στην Ρωσία. Όμως πλέον το βιβλίο είχε γίνει και θα παρέμενε κτήμα γενιών αγωνιστών/τριών της Αριστεράς σε όλο τον κόσμο.