Κινηματογράφος: Πειρατεία στον Ωκεανό - Ιστορίες καπιταλιστικής τρέλας

Ο Δανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τομπίας Λίντχολμ μετά τα σενάρια του για τις ταινίες «Submarino» και «Το Κυνήγι» του Τόμας Βίντερμπεγκ (που παίχτηκε πέρσι το φθινόπωρο), την ταινία «R» δικής του σκηνοθεσίας και το τηλεοπτικό «Borgen» που προβάλλεται κάθε Πέμπτη στην ΝΕΤ, στην τελευταία του ταινία: «Πειρατεία στον Ωκεανό», καταπιάνεται μ’ ένα θέμα αρκετά γνωστό στο ευρύ κοινό λόγω της σχετικά συχνής του επανεμφάνισης στην επικαιρότητα τα τελευταία χρονιά. Τις πειρατείες εμπορικών πλοίων στον Ινδικό από ομάδες Σομαλών.

Στην πρώτη της επαφή με το κοινό στην Ελλάδα, στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ταινία κατέκτησε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας «Χρυσός Αλέξανδρος» κερδίζοντας ομόφωνα τις εντυπώσεις. Και όχι άδικα.

Γιατί η ταινία του Λίντχολμ δεν είναι μια ακαδημαϊκή μελέτη πάνω στο θέμα της σύγχρονης πειρατείας, ούτε ένα ρεπορταζιακού τύπου ντοκιμαντέρ. Είναι μια ταινία που χρησιμοποιεί την πρώτη ύλη που της προσφέρει το συγκεκριμένο θέμα, ώστε να μπορέσει στην συνέχεια να το πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Με λιτό κι απέριττο τρόπο, μας μιλάει για καταστάσεις που όλοι μας βιώνουμε σήμερα, μέσα από την αφήγηση μιας ιστορίας που εξελίσσεται σ’ έναν ωκεανό πολύ-πολύ μακριά από εδώ. Ή μήπως όχι;

Στο δανέζικο φορτηγό πλοίο «Ρόζεν» λοιπόν, κάπου στα ανοιχτά του Ινδικού Ωκεανού, σύγχρονοι φτωχοδιάβολοι, πολύ καλά οργανωμένοι γι’ αυτό που κάνουν, πραγματοποιούν ρεσάλτο αιχμαλωτίζοντας το επταμελές πλήρωμα και απαιτούν λύτρα από την εταιρεία του πλοίου στη Δανία, προκειμένου να το ελευθερώσουν.

Παρακολουθώντας κυρίως τα δρώμενα πάνω στο καράβι μέσω του μάγειρα Μίκελ (Πίλου Άσμπεκ – “Borgen”) η ταινία μάς συστήνεται αρχικά ως ένα ολοένα κλιμακούμενης έντασης κοινωνικό θρίλερ. Χαρακτηριστικό, που ενώ βέβαια το κρατάει μέχρι το τέλος, στην πορεία μετεξελίσσεται περισσότερο σ’ ένα δυνατό κοινωνικό σχόλιο. Κι αυτό είναι το «πάρα πέρα βήμα» που κάνει.

Παζάρι

Όπως λένε για το ταγκό -αυτοί που ξέρουν να το χορεύουν- ότι θέλει δύο, έτσι λοιπόν, στην άλλη άκρη της ιστορίας, έχουμε τα μεγάλα κεφάλια της ναυτιλιακής εταιρείας στην Κοπεγχάγη, όπου με επικεφαλής τον Διευθύνοντα Σύμβουλό της Πέτερ (Σόρεν Μάλινγκ – “Borgen”, “Killing” ) που χρίζει τον εαυτό του διαπραγματευτή, στήνεται το σκηνικό του μεγάλου παζαριού.

Ενός παζαριού που μόνο γραφικό δεν είναι, παρά κομμάτι μιας πολύ γνωστής όσο και συγκεκριμένης διαδικασίας που ακολουθείται ευλαβικά από όλους. Μιας και τα λεφτά και υπάρχουν και για ακόμη μια φορά «είναι πολλά Άρη». Όπως και τα συμφέροντα που υπηρετούνται, παρασκηνιακά και διαπλεκόμενα.

Χωρίς τους κακούς να κρατάνε τα όπλα και τους καλούς με την συνδυαστική σκέψη και τις γνώσεις ενός «Μαγκάιβερ» να φτιάχνουνε μπόμπες από χύτρες ταχύτητας για να τους εξουδετερώσουνε, η ταινία περιγράφει τις καταστάσεις απλά, όπως όταν κανονικοί άνθρωποι βρίσκονται μπλεγμένοι σε ασυνήθιστες και ταυτόχρονα τρομακτικές για τους ίδιους συνθήκες. Όπως αυτές που βιώνουμε οι περισσότεροι σήμερα.

Γιατί στο σκηνικό της κλιμακούμενης σε ένταση διαπραγμάτευσης, με την διαδοχή εικόνων από το απειλητικό περιβάλλον του πλοίου στο γραφείο των διαπραγματευτών, όπου το κάθε πλάνο αντιπαραβάλλετε με το επόμενο, σιγά-σιγά «απομακρυνόμαστε» από την ιστορία που παρακολουθούμε και αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι αυτά που βλέπουμε δεν διαδραματίζονται τελικά και τόσο μακριά μας.

Έχουμε λοιπόν μια κρίση, που δημιουργείται ως απόρροια της εκμετάλλευσης και της αδικίας, όπου το πλήρωμα καλείται να υποστεί τις συνέπειές της με κίνδυνο της ζωής του. Χωρίς να είναι υπαίτιο το ίδιο, δεν είναι και προετοιμασμένο κατάλληλα για να την αντιμετωπίσει. Έτσι «φυσικά» και αυτόκλητα, οι ιδιοκτήτες μέσα από την ασφάλεια που τους παρέχει η τεράστια απόσταση που διατηρούνε από αυτήν, διαπραγματεύονται χωρίς στην ουσία να έχουν τίποτα να χάσουν (στην πραγματικότητα τα πλοία είναι ασφαλισμένα για τέτοια περιστατικά, όπως και τα λύτρα επιστρέφονται στους εφοπλιστές).

Αν τώρα αντί για: «Πειρατεία», βάλετε το: «Κρίση χρέους στην Ευρωζώνη» ή το: «Παγκόσμια οικονομική ύφεση», νομίζω ότι καταλαβαίνετε για τι πράγμα μιλάει η ταινία.

Για το ικανό αφεντικό πάντως, στο τέλος όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά: «business as usual»…