Κορονοϊός
Οι ένοχοι της πανδημίας: Εγκληματική καθυστέρηση για μαζικά τεστ

Διαδηλώτρια στις Φιλιππίνες διεκδικεί μαζική πρόσβαση στην εξέταση για Covid-19. Φωτό: The Star/ Boy Santos

«Τα επιθετικά μέτρα για την εύρεση, την απομόνωση, τη θεραπεία και την ιχνηλάτηση δεν είναι μόνο η καλύτερη και ταχύτερη διέξοδος από ακραίους κοινωνικούς και οικονομικούς περιορισμούς – αλλά και για να αποφευχθούν αυτοί οι περιορισμοί. Οι χώρες θα πρέπει να αυξήσουν τον αριθμό και να εκπαιδεύσουν τους εργαζόμενους στα συστήματα δημόσιας Υγείας και φροντίδας, αλλά και να εφαρμόσουν συστήματα για να εντοπίσουν κάθε ύποπτο κρούσμα, εντατικοποιώντας τους ελέγχους» δήλωσε ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Γκρεμπεγέσους πριν από περίπου μια εβδομάδα.

Ιχνηλάτηση, εντατικοποίηση των ελέγχων, εντοπισμός των κρουσμάτων, ενδυνάμωση των συστημάτων Υγείας είναι η πρόταση έστω και καθυστερημένη του ΠΟΥ για τον περιορισμό της παγκόσμιας επιδημίας, αξιοποιώντας στην ουσία μια σειρά από διεθνή δεδομένα και συγκρίνοντας τα στατιστικά σε μια σειρά χώρες. Και αυτό που κάνει τελικά τη διαφορά δεν είναι τα αυστηρά ή αυστηρότερα μέτρα καραντίνας που ισχύουν στις περισσότερες χώρες αλλά η συνολικότερη αντιμετώπιση. 

Είναι γνωστό το παράδειγμα της κωμόπολης Βο Εουγκανέο με πληθυσμό 3.300 ατόμων, που στην καρδιά της βόρειας Ιταλίας, μπήκε σε καραντίνα στα μέσα Φλεβάρη και στη συνέχεια, και οι 3.300 κάτοικοι, ακόμη κι αυτοί που δεν είχαν συμπτώματα, εξετάστηκαν για τον κορονοϊό. Αυτή η μαζική εξέταση αποκάλυψε ότι περίπου το 3% των κατοίκων είχαν μολυνθεί από τον κορωνοϊό την δεδομένη χρονική στιγμή και από αυτούς, περίπου οι μισοί δεν είχαν εμφανίσει συμπτώματα όταν βρέθηκαν θετικοί. Τα κρούσματα απομονώθηκαν, οι επαφές που είχαν εντοπίστηκαν. Μέσα σε 14 ημέρες, ο ιός είχε εξαλειφθεί από την κοινότητα. 

Η πυκνοκατοικημένη Σιγκαπούρη με πληθυσμό περίπου 6 εκατομμύρια κατοίκους (με πρώτο κρούσμα στις 22 Γενάρη) έχει στις 29/3, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, 802 κρούσματα και 3 μόλις νεκρούς. Ένας λόγος αφορά στην έγκαιρη προετοιμασία. Η Σιγκαπούρη, που στη διάρκεια της επιδημίας του SARS το 2003 είχε μια μεγάλη θνησιμότητα 13,9% επί 238 κρουσμάτων είχε μεριμνήσει όλο αυτό το διάστημα ώστε να έχει ειδικά νοσοκομεία, θαλάμους αρνητικής πίεσης, για να αντιμετωπίσει μια νέα αντίστοιχη απειλή.  

Επιπλέον μετά την ειδοποίηση του ΠΟΥ στα τέλη Γενάρη πήρε τα εξής μέτρα: Μαζικά τεστ άμεσα που είχαν σαν συνέπεια τον έγκαιρο εντοπισμό των κρουσμάτων. Μεταφορά των κρουσμάτων σε νοσοκομεία όπου φροντίζονται μακριά από τις οικογένειές τους. Εντοπισμό όλων όσων ήρθαν σε επαφή με τα κρούσματα, καραντίνα στο σπίτι και καθημερινός έλεγχός τους. Συνεχή ενημέρωση και καμπάνια για τα μέσα προφύλαξης. (Αυτά αναφέρει ο Dale Fisher, από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Σιγκαπούρης). Σύμφωνα με τους Financial Times: «Αμέσως μετά την κήρυξη έκτακτης ανάγκης η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης εξόπλισε εργαστήρια για να παράξει τα δικά της test kits. Μέχρι τις 20 Μαρτίου είχε πραγματοποιήσει 6.800 τεστ για κάθε ένα εκατομμύριο κατοίκους ξεπερνώντας ακόμη και την Κορέα με 6.100 τεστ ανά εκατομμύριο στον ανάλογο χρόνο».

Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται στον πάτο όσον αφορά στην υλοποίηση αυτών των προτάσεων. Όχι μόνο όσον αφορά στο αναγκαίο προσωπικό, στα κρεβάτια ΜΕΘ και στην εγκληματική έλλειψη υλικοτεχνικού εξοπλισμού από απλές μάσκες και γάντια, μέχρι αναπνευστήρες, αλλά και όσον αφορά στα τεστ διάγνωσης που μέχρι πριν μια εβδομάδα την τοποθετούσαν στο τέλος της λίστας, λίγο πιο πάνω από τις ΗΠΑ του Τραμπ. 

Με το σταγονόμετρο

Τα τεστ με το σταγονόμετρο ήταν και παραμένει η επίσημη γραμμή του ΕΟΔΥ και της κυβέρνησης μέχρι και τα τέλη του Μαρτίου όπου γράφονται αυτές οι γραμμές. Στις 27 Μαρτίου ο Τσιόδρας ενημέρωσε ότι έχουν πραγματοποιηθεί 14.377 τεστ, δηλαδή περίπου 1.400 τεστ ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους, δηλαδή το 1/5 αυτών που έχουν γίνει στη Σιγκαπούρη ή στην Ν. Κορέα. 

Απέναντι σε αυτήν την καταστροφική πολιτική από πολύ νωρίς έχουν κινητοποιηθεί οι νοσοκομειακοί γιατροί και οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία απαιτώντας μαζικά τεστ. Το ίδιο έκαναν με δημόσια επιστολή τους στον Μητσοτάκη μια σειρά από βιολόγους και ερευνητές. Σύμφωνα με το TVXS: «το Σάββατο 21/3 το γραφείο του πρωθυπουργού παρέλαβε επίσης 3 επιστολές από 3 περιφερειακά πανεπιστήμια, τα οποία γνωστοποιούσαν πως διαθέτουν πιστοποιημένα εργαστήρια για την ανίχνευση του κορονοϊού και πως μπορούν να προσφέρουν άμεσα τις υπηρεσίες τους και δωρεάν στη μάχη για την αντιμετώπιση της πανδημίας”.

«Συντασσόμενοι προς την πρόσκληση του ΕΟΔΥ για συμμετοχή των ερευνητικών εργαστηρίων ιολογίας και μικροβιολογίας (πλην των νοσοκομειακών που συμμετέχουν ήδη)  στην αντιμετώπιση της πανδημίας του COVID-19, προσφέρουμε την τεχνογνωσία, τα μηχανήματα και το ανθρώπινο δυναμικό των εργαστηρίων μας. Όμως με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι η πρόσκληση αφορά μόνο ερευνητικά κέντρα» αναφέρει μια από τις επιστολές.

Πραγματικά πρόκειται για σκάνδαλο. Η κυβέρνηση κάτω από αυτές τις πιέσεις ναι μεν φαίνεται (με εγκληματική καθυστέρηση) να αλλάζει ρότα, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει στις ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα 30 εκατομμύρια ευρώ για «την αντιμετώπιση δαπανών αποζημίωσης ιδιωτικών θεραπευτηρίων - κλινικών, καθώς και ιδιωτών για την πραγματοποίηση κλινικού και εργαστηριακού ελέγχου»!  

Μόνο τα 11.000.000 ευρώ που σπαταλήθηκαν  από την κυβέρνηση για «υπηρεσίες επικοινωνίας και ενημέρωσης  για την αποτροπή της διασποράς του κορονοϊού COVID- 19» (διαφημίσεις που θα μπορούσαν να γίνουν δωρεάν) θα έφταναν για να κατασκευαστεί ένας αριθμός τεστ που ξεπερνά τον αριθμό των κατοίκων της χώρας. Αλλά η κυβέρνηση σπαταλάει άλλα 30 εκατομμύρια ευρώ στους κλινικάρχες. 

Είναι πασίδηλο πλέον ότι η πολιτική των μη μαζικών τεστ βοηθάει στην εξάπλωση της επιδημίας αυξάνοντας τις περισσότερες φορές και τον αριθμό των θανάτων. Σε συνδυασμό με τις πολιτικές γενικού «λοκ ντάοουν» πρόκειται για μια πολιτική που δημιουργεί και έναν επιπλέον κίνδυνο για την πλειοψηφία των ανθρώπων: Δίπλα στις ανθρώπινες απώλειες η παγκόσμια εργατική τάξη ήδη καλείται να πληρώσει το μάρμαρο και της οικονομικής καταστροφής που συντελείται με το σταμάτημα της παραγωγής σε ένα σύστημα που ήδη βρισκόταν σε κρίση, αφήνοντας στον ιστορικό του μέλλοντος να αποδείξει ποιο είναι τελικά το χειρότερο κακό.