ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΤΡΟΤΣΚΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΝΙ ΚΛΙΦ

Το συγκεκριμένο έργο του Κλιφ είναι μια από τις λιγοστές βιογραφίες του Τρότσκι και η μοναδική που κυκλοφορεί στα ελληνικά. Και μόνο για αυτό το τελευταίο, αξίζει να αγοραστεί και να διαβαστεί από τον καθένα και την καθεμιά που ενδιαφέρεται για την ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος, της αριστεράς και του μαρξισμού. Όμως, η επιλογή από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο να προχωρήσει σε αυτό το εκδοτικό εγχείρημα, δεν είναι ένας τυπικός φόρος τιμής. Να το πούμε διαφορετικά, δεν είναι η προσπάθεια κάποιων «τροτσκιστών» να «βλογήσουν τα γένια τους». Είναι μια πολιτική παρέμβαση: ο Τρότσκι είναι επίκαιρος.

«Τι να κάνουμε;»

Στις αρχές του 21ου αιώνα ο καπιταλισμός ζει μια κρίση που ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του δεν διστάζουν να την συγκρίνουν με την «Μεγάλη Ύφεση» της δεκαετίας του ’30. Πέρα από την ανάλυση των ομοιοτήτων και των διαφορών ανάμεσα στις δυο περιόδους –και είναι πολλές- η κρίση σημαίνει ότι συζητήσεις για την στρατηγική και την τακτική της αριστεράς έρχονται ξανά στην πρώτη γραμμή με ανανεωμένη ένταση και πιεστικά. Με ποια στρατηγική απαντάμε στην κρίση; Με ποια προοπτική παλεύουμε την βαρβαρότητα του καπιταλισμού; «Τι να κάνουμε;» για να θυμηθούμε το καίριο ερώτημα που έβαζε πάντα στο κέντρο των αναλύσεών του ένας άλλος μεγάλος επαναστάτης, ο Λένιν. Σ’ αυτό το καθήκον χρειαζόμαστε απαραιτήτως την κληρονομιά του Τρότσκι.

Υπάρχει μια τάση στους κόλπους της αριστεράς να θεωρούνται αυτές οι αναφορές κάτι ως σκιαμαχίες, κληρονομιές ενός παρελθόντος που μικρή σχέση έχει με τα προβλήματα του σήμερα. Η άποψη που λέει ότι όλοι είμαστε «θραύσματα» μιας «ηττημένης αριστεράς» στην ουσία καταλήγει να κλείνει αντί να ανοίγει την συζήτηση για τα σημερινά καθήκοντα του κινήματος. Δεν μπορείς να συζητήσεις στα σοβαρά για την σοσιαλιστική προοπτική αν δεν μπεις «στα βαθιά» της συζήτησης για το έγινε στην Ρωσία. Αν δεν ξεκαθαρίσεις δηλαδή αν είσαι με τον Στάλιν ή με τον Τρότσκι. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους μανιχαϊσμού: πρόκειται για τη διαφορά που χωρίζει την επανάσταση και την αντεπανάσταση. Το ίδιο ισχύει για μια σειρά άλλα ζητήματα, από το τι σημαίνει ενιαίο μέτωπο μέχρι την σχέση ανάμεσα στην οικονομική κρίση και το επίπεδο της συνείδησης των εργατών και της ταξικής πάλης.

Η κληρονομιά του Τρότσκι δεν είναι το μπαούλο με το θησαυρό που περιέχει έτοιμες απαντήσεις για κάθε ζήτημα. Ούτε ο Κλιφ τον αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο, κάθε άλλο. Εξετάζει την κληρονομιά του κριτικά. Όμως, όπως επισήμαινε συχνά όταν αναφερόταν στον Τρότσκι: «Μπορούμε να βλέπουμε πιο μακριά, επειδή στεκόμαστε στους ώμους τέτοιων γιγάντων».

Ο Τρότσκι το ’30

Η χρονική περίοδος που καλύπτει ο τελευταίος τόμος της βιογραφίας είναι ουσιαστικά η δεκαετία του 1930. Η δεκαετία της μεγαλύτερης κρίσης που έχει γνωρίσει ο καπιταλισμός, μιας κρίσης που πέρασε από την οικονομία στην κοινωνία και την πολιτική συνολικά.

Ήταν η περίοδος της ανόδου του φασισμού, της κρίσης του κοινοβουλευτισμού αλλά και των μεγάλων εργατικών αγώνων, των συγκλονιστικών εργατικών κινημάτων από την Γαλλία και τις ΗΠΑ μέχρι την Ισπανία της εργατικής επανάστασης ενάντια στον φασισμό.

Ήταν επίσης η περίοδος όπου το καθεστώς στην Ρωσία παίρνει μια νέα, αποφασιστική τροπή, σε μια πρωτοφανέρωτη, μέχρι τότε κατεύθυνση. Τα Πεντάχρονα Πλάνα και η βίαιη κολεκτιβοποίηση της αγροτιάς, σηματοδοτούν την πλήρη ρήξη με την κληρονομιά του Οκτώβρη 1917.

Σε αυτή την περίοδο ο Τρότσκι προσπάθησε να κάνει δυο πράγματα. Να χτίσει επαναστατικές οργανώσεις που θα οδηγήσουν στην νίκη τους αγώνες των εργατών ενάντια στον φασισμό και τον καπιταλισμό. Και να τις εξοπλίσει θεωρητικά και πολιτικά για να αντιμετωπίσουν τις δραματικές ταξικές αναμετρήσεις σε ένα κόσμο που βάδιζε με ταχύ βήμα από την κρίση στον πόλεμο.

Δεν ήταν καπρίτσιο του αυτή η απόφαση, ούτε κατέληξε σε αυτήν αβασάνιστα: για χρόνια μετά την διαγραφή του από το κομμουνιστικό κόμμα της Ρωσίας και την απέλασή του από την ΕΣΣΔ, ο Τρότσκι επέμενε ότι το κόμμα και η Κομιντέρν μπορούν να αλλάξουν γραμμή. Γι’ αυτό επέμενε ότι οι ομάδες των τροτσκιστών έπρεπε να δρουν ως «φράξιες» -έστω διαγραμμένες-  των «επίσημων κομμάτων».

Όμως, η επικράτηση του ναζισμού στην Γερμανία του άλλαξε γνώμη. Το ισχυρότερο εργατικό κίνημα στον κόσμο παραδόθηκε στη σφαγή χωρίς να ρίξει μια τουφεκιά. Το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα εκτός ΕΣΣΔ ακολούθησε αδιαμαρτύρητα μια σεκταριστική πολιτική απομονωτισμού που θεωρούσε χειρότερο εχθρό τους «σοσιαλφασίστες» από τους πραγματικούς φασίστες. Η ανάγκη για νέα επαναστατικά κόμματα, για μια νέα Διεθνή ήταν πιεστική.

Χάσμα

Όμως δεν στέφθηκε με επιτυχία. Ο Κλιφ αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος αυτού του τόμου για να περιγράψει την κατάσταση και την πορεία τροτσκιστικών οργανώσεων στην Γερμανία, την Γαλλία, την Ισπανία, τις ΗΠΑ και άλλες χώρες. Το κάνει για να δείξει το τεράστιο χάσμα που χώριζε τις ιδέες του Τρότσκι από τα μέσα για την υλοποίησή τους. Οι προειδοποιήσεις, οι προβλέψεις του Τρότσκι επαληθεύτηκαν επανειλημμένα. Όμως αυτό δεν βοήθησε τις μικρές δυνάμεις των επαναστατών να μεγαλώσουν. Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες για την αποτυχία αυτή του Τρότσκι και των συντρόφων του, συνήθως περιστρέφονται γύρω από την «ακαμψία» του Τρότσκι ή το «ουτοπικό» της επαναστατικής του πολιτικής.

Ο Κλιφ, χωρίς να σκεπάζει τα προβλήματα στην ανάλυση του Τρότσκι, δίνει τους πραγματικούς λόγους: οι επαναστάτες βρέθηκαν αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τεράστιες πιέσεις μέσα σε ασφυκτικά περιορισμένο χρονικό διάστημα, με ένα εργατικό κίνημα που δεχόταν διαδοχικές ήττες. Ήταν ένας φαύλος κύκλος, μια αυτοεπαληθευόμενη προφητεία: η έλλειψη επαναστατικού κόμματος έφερνε ήττες και οι ήττες έκαναν πιο δύσκολο έως ακατόρθωτο –για κείνη την περίοδο- το χτίσιμο ενός τέτοιου κόμματος. Όπως σημειώνει στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου:

«Αν ο Τρότσκι δεν έκανε την προσπάθεια να χτίσει ένα επαναστατικό κόμμα, δεν θα έγραφε τα λαμπρά άρθρα και δοκίμιά του εκείνης της περιόδου στα οποία ανέλυε την κατάσταση για να προτείνει τη στρατηγική και τις τακτικές με τις οποίες θα μπορούσε να νικήσει η εργατική τάξη. Χωρίς την προσπάθεια να χτίσει την επαναστατική Διεθνή, δεν θα υπήρχε η θεωρητική συμβολή του Τρότσκι που προφύλαξε τον μαρξισμό από την οστεοποίηση. Η ανυποχώρητη εχθρότητα του Τρότσκι απέναντι στον καπιταλισμό, τον φασισμό και τον πόλεμο, ενάντια στον σταλινισμό και τον ρεφορμισμό του επέβαλε να κάνει κάθε προσπάθεια, ακόμα και αν του κόστιζε το αίμα της καρδιάς του, να τα αντιπαλέψει όλα αυτά στο εδώ και τώρα. Γι’ αυτό το λόγο ήταν αναγκασμένος να ριχτεί στην προσπάθεια, που τελικά δεν ήταν και τόσο επιτυχημένη, να χτίσει την νέα Διεθνή. Χωρίς αυτή την προσπάθεια η παράδοση των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Τρότσκι δεν θα περνούσε στις επόμενες γενιές».

Κληρονομιά

Δυο στοιχεία ξεχωρίζουν από αυτή την κληρονομιά. Το πρώτο είναι η επιμονή του Τρότσκι στην κόντρα με την πολιτική που έχει κωδικοποιηθεί ως «Λαϊκό Μέτωπο». Μετά τις καταστροφικές ήττες στην Γερμανία, η σταλινική Διεθνής έκανε μια στροφή 180 μοιρών, διακηρύσσοντας ότι η πάλη ενάντια στον φασισμό είναι υπόθεση όλων των «προοδευτικών δυνάμεων» -δηλαδή και των «πατριωτών» «δημοκρατικών» αστικών κομμάτων.

Ήταν μια πολιτική ταξικής συνεργασίας. Το κίνημα των εργοστασιακών καταλήψεων στη Γαλλία την άνοιξη του ’36, «αυτοσυγκρατήθηκε» από το κομμουνιστικό κόμμα, για να μην χαντακωθεί η εύθραυστη συμμαχία με τους αστούς Ριζοσπάστες στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Τέσσερα χρόνια μετά, η ίδια Βουλή που είχε αναδείξει αυτή την κυβέρνηση ψήφιζε να παραχωρήσει δικτατορικές εξουσίες στον στρατάρχη Πετέν, τον συνεργάτη των ναζί. Στην Ισπανία, η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου έπνιξε στο αίμα την επανάσταση των εργατών ενάντια στον φασισμό. Το αποτέλεσμα ήταν η νίκη του Φράνκο και μια φασιστική δικτατορία που διήρκεσε σαράντα χρόνια. Η ελληνική εκδοχή του «Λαϊκού Μετώπου», το «Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα», το 1936, υπονόμευσε τον ξεσηκωμό των εργατών στο Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη και άνοιξε το δρόμο στον Μεταξά.

Ο Τρότσκι έδωσε μια σκληρή μάχη, στηριζόμενος στην εμπειρία των πρώτων χρόνων της Κομιντέρν, για να εξηγήσει ότι άλλο το ενιαίο μέτωπο άλλο το λαϊκό μέτωπο. Ότι οι επαναστάτες πρέπει να προωθούν την κοινή δράση χωρίς να χάνουν τις αιχμές της πολιτικής τους, και όχι να γίνονται ουρά του ρεφορμισμού ή της αστικής πολιτικής. Πολύτιμο εργαλείο για το σήμερα.

Αγκωνάρι

Το δεύτερο αγκωνάρι της κληρονομιάς του Τρότσκι είναι η ανάλυσή του για την Ρωσία του Στάλιν. Το βιβλίο του «Προδομένη Επανάσταση». Όπως σημειώνει ο Κλιφ:

«Το βιβλίο ολοκληρώθηκε ακριβώς στις παραμονές της Δίκης-παρωδία στη Μόσχα η οποία έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα τον Ζινόβιεφ, τον Κάμενεφ και μια σειρά ακόμα Παλιούς Μπολσεβίκους. Κυκλοφόρησε τον Μάη του 1937, λίγο μετά τη Δίκη των Ράντεκ, Πιατάκοφ και Σοκόλνικοφ και στις παραμονές της εκτέλεσης του στρατάρχη Τουχατσέφσκι και των άλλων στρατηγών. Αυτά τα γεγονότα έκαναν ακόμα πιο τραγικά επίκαιρο τον τίτλο του βιβλίου.

Ο Στάλιν είχε μόλις διακηρύξει ότι η Σοβιετική Ενωση είχε περάσει με επιτυχία στον σοσιαλισμό. Ο βασικός σκοπός του βιβλίου είναι η διάψευση αυτού του ισχυρισμού και την ίδια στιγμή να διατυπώσει μια γενική ιστορική ανάλυση του σταλινικού εκφυλισμού της Ρώσικης Επανάστασης.

Η ανάλυση του σταλινικού καθεστώτος από τον Τρότσκι στην «Προδομένη Επανάσταση», έχει πολλά και ισχυρά πλεονεκτήματα. Πρώτα απ’ όλα, η ανάλυσή του είναι πλήρως μαρξιστική, ριζωμένη στον ιστορικό υλισμό. Παίρνει ως σημείο αφετηρίας της την αντικειμενική οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση –εθνική και διεθνή- στην οποία βρίσκεται η Σοβιετική Ενωση. Από αυτή την άποψη, διαφέρει ριζικά από την διαδεδομένη ιδεαλιστική ερμηνεία του σταλινισμού είτε ως προϊόντος της λατρείας του ίδιου του Στάλιν –της «προσωπολατρείας» σύμφωνα με τον Χρουτσόφ- είτε ως προϊόντος της ιδεολογικής στάσης και της μορφής οργάνωσης των μπολσεβίκων. Αυτές οι ιδεαλιστικές ερμηνείες ακούγονται τόσο από αστούς φιλελεύθερους όσο και από την σοσιαλδημοκρατία και τους αναρχικούς.

Η ανάλυση του Τρότσκι είναι επίσης απολύτως διεθνιστική. Στηρίζεται στην θεωρία της διαρκούς επανάστασης, και θεωρεί τις διεθνείς πιέσεις του καπιταλισμού ως τον αποφασιστικό παράγοντα εκφυλισμού της Ρώσικης Επανάστασης και της επικράτησης του σταλινισμού.

Η «Προδομένη Επανάσταση» είναι μια ασυμβίβαστη κριτική του σταλινισμού ως καθεστώς που δεν έχει τίποτα κοινό με τον σοσιαλισμό. Το βιβλίο είναι ένα κλασσικό «κατηγορώ» της γραφειοκρατίας. Είναι πέρα για πέρα επαναστατικό και παλεύοντας τον σταλινισμό δεν κάνει καμιά παραχώρηση στην σοσιαλδημοκρατία. Ενώ είναι έντονα αντισταλινικό, δεν ξεπέφτει στην αντιδραστική σταλινοφοβία που χαρακτηρίζει τον αντικομμουνισμό.

Χωρίς τη μαρξιστική ανάλυση του Τρότσκι δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη συζήτηση για  το τι είναι εν τέλει σοσιαλισμός και τι χαρακτήρα είχαν οι κοινωνίες που κατέρρευσαν στην ανατολική Ευρώπη.

Συμπερασματικά, ο Τρότσκι στη δεκαετία του 1930 μας αφήνει τις καλύτερες αφετηρίες για να ξαναπιάσουμε το νήμα της σοσιαλιστικής επανάστασης σήμερα που ο καπιταλισμός μπαίνει στη χειρότερη κρίση του από τότε.

Ο Τόνι Κλιφ τιμάει το δάσκαλο του

Ένα πλεονέκτημα που είχε ο Τόνι Κλιφ γράφοντας για τον Τρότσκι και τον ηρωικό αγώνα του εκείνα τα χρόνια, ήταν πως είχε ζήσει εκείνη την περίοδο, είχε δράσει πολιτικά στις δύσκολες συνθήκες της δεκαετίας του ’30 σε μια από τις «δυσκολότερες» χώρες για έναν επαναστάτη. Όχι μόνο αυτό. Πενήντα χρόνια μετά, όταν άρχιζε το έργο της συγγραφής της βιογραφίας του Τρότσκι, ο Κλιφ συνέχιζε να δίνει όλο του το είναι στο χτίσιμο του επαναστατικού κόμματος, ως κεντρικό στέλεχος του SWP στην Βρετανία.

Ο Κλιφ έφηβος, παιδί Εβραίων εποίκων στην Παλαιστίνη, αρχικά επηρεαζόταν από τις ιδέες του «αριστερού» σιωνισμού, όμως πολύ γρήγορα αυτό άλλαξε. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επικράτηση των ναζί στην Γερμανία. Ο νεαρός Υγκαέλ Γκλουκστάϊν στράφηκε αριστερά και άρχισε να γίνεται ο Τόνι Κλιφ.  Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 στράφηκε στις ιδέες του Τρότσκι, δηλαδή στις ιδέες του πιο ασυμβίβαστου διεθνισμού και εργατικής αλληλεγγύης.

Η προσπάθεια να χτίσει μια επαναστατική μαρξιστική οργάνωση στην Παλαιστίνη της εποχής –αντιμετωπίζοντας τη διπλή δίωξη από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό και τον σιωνισμό- δεν ευοδώθηκε.

Οταν μετά τον πόλεμο ο Κλιφ βρέθηκε στην Βρετανία, άρχισε να εξετάζει κριτικά την κληρονομιά του Τρότσκι. Βασικές προγνώσεις του «Γέρου» είχαν διαψευστεί. Μια από αυτές, η βασικότερη, ήταν ότι η γραφειοκρατία που είχε κυριαρχήσει στην ΕΣΣΔ δεν θα έβγαινε όρθια από τον πόλεμο. Το αντίθετο έγινε. Οι προβληματισμοί του Κλιφ τον οδήγησαν το 1948 να διατυπώσει σε αδρές γραμμές την θεωρία του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού στην Ρωσία. Όποιος θέλει να πάρει μια πρώτη, αλλά καθόλου απλοϊκή, γεύση γι αυτή την θεωρία, δεν έχει παρά να μελετήσει το Πρώτο, Δεύτερο και Δέκατο Τρίτο Κεφάλαιο αυτού του τόμου. (Και κατόπιν να διαβάσει τον «Κρατικό Καπιταλισμό στην Ρωσία»).

Αυτή η θεωρία και οι επεξεργασίες που θα πλέκονταν γύρω της τα επόμενα χρόνια –η ανάλυση για την διαρκή οικονομία των όπλων του μεταπολεμικού μπουμ και η διαθλασμένη διαρκής επανάσταση για τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο- θα αποτελέσουν ένα προχώρημα του μαρξισμού και μια επιστροφή στην απελευθερωτική ουσία συνάμα. Σήμερα, είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία μπορούμε να προχωρήσουμε τις επεξεργασίες μας για τον σύγχρονο καπιταλισμό και την πάλη για την ανατροπή του.

Ομως, ο Κλιφ, και το ρεύμα που έκανε τόσα πολλά να διαμορφώσει, δεν αντιμετώπιζαν ποτέ την «επιστροφή» στον μαρξισμό σαν απόδραση στο ησυχαστήριο της «θεωρητικής πρακτικής». Στον καιρό του, στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Τρότσκι είχε ειρωνευτεί εκείνους που κήρυτταν την «επιστροφή στους κλασσικούς» εννοώντας «Την επιστροφή στα Άπαντα των Μαρξ-Ενγκελς... Κάποιος μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό το ιστορικό άλμα, χωρίς να εγκαταλείψει τη βιβλιοθήκη του, χωρίς καν να χρειαστεί να βγάλει τις παντόφλες του».

Για τον Κλιφ, όπως και για τον Τρότσκι, ο μαρξισμός, ήταν «οδηγός για δράση», για τον εξοπλισμό του επαναστατικού κόμματος με τα κατάλληλα όπλα και εργαλεία. Πτυχή αυτής της προσπάθειας είναι κι η βιογραφία του Τρότσκι και με αυτό τον τρόπο πρέπει να την αξιοποιήσουμε.