30 χρόνια από το πραξικόπημα του Γιαρουζέλσκι: Η Πολωνία της Αλληλεγγύης

Το μέγεθος της καταστολής ήταν τεράστιο, ώστε να πλήξει στη ρίζα του το δίκτυο των αντιπροσώπων των εργοστασιακών επιτροπών της Αλληλεγγύης, συλλαμβάνοντας τις ηγεσίες του κινήματος από την πανεθνική επιτροπή μέχρι τα μικρά εργοστάσια.

Ηταν η αυλαία για μια από τις πιο λαμπρές περιόδους της ιστορίας του εργατικού κινήματος, τον 20ο αιώνα στην Ευρώπη. Για ενάμισι ολόκληρο χρόνο, από το καλοκαίρι του 1980 μέχρι το Δεκέμβρη του 1981, η Πολωνία βρέθηκε σε ένα καθεστώς διπλής εξουσίας: Από τη μια πλευρά το “σοσιαλιστικό” καθεστώς του στρατηγού Γιαρουζέλσκι με τη στήριξη της ΕΣΣΔ και από την άλλη εκατομμύρια εργάτες που μέσα σε λίγους μήνες κατάφεραν μέσα από ένα τεράστιο δίκτυο εργοστασιακών επιτροπών να επιβάλουν έλεγχο όχι μόνο στα κατειλημμένα εργοστάσια, αλλά και σε ολόκληρους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Τα τέλη της δεκαετίας του '70 η οικονομία της “Λαϊκής δημοκρατίας της Πολωνίας” βρίσκονταν σε μεγάλη κρίση. Το ΑΕΠ της Πολωνίας κατρακυλούσε - 2% το 1979, 8% το 1980, 15-20% το 1981. Την ίδια στιγμή που από την αγορά εξέλειπαν ήδη βασικής ανάγκης και διατροφής η διαφθορά απλωνόταν σαν επιδημία μέσα στο καθεστώς. Η Πολωνία ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική ρύπανση σε όλη την Ευρώπη. Η ανακοίνωση του καθεστώτος, τον Ιούλη του 1980, για νέες περικοπές στο κρέας, σήμαναν ένα κύμα απεργιών που κράτησε έξι βδομάδες και απλώθηκε σε όλη τη χώρα με επίκεντρο το λιμάνι του Γκντανσκ. Χωρίς να έχουν κεντρική οργάνωση, αυτές οι αυθόρμητες απεργίες άρχισαν να οργανώνονται σε δίκτυο με τη στήριξη μιας οργάνωσης των λεγόμενων “αντιφρονούντων”, του ΚΟR, (Επιτροπή για την Αμυνα των Εργατών) που δρούσε από το 1976.

Γκντανσκ

Οταν τον Αύγουστο του 1980, η διεύθυνση του ναυπηγείου «Λένιν» στο Γκντανσκ έβαλε στο στόχαστρο μια 50χρονη εργάτρια οδηγό γερανού και μέλος του KOR, οι εργάτες άρχισαν τμήμα το τμήμα να σταματάνε τη δουλειά στο Ναυπηγείο. Η διεύθυνση απάντησε απολύοντας κάποιους εργάτες, ανάμεσα σε αυτούς και τον Λεχ Βαλέσα, μετέπειτα ηγέτη της Αλληλεγγύης. Σε μια μαζική συνέλευση οι εργάτες αποφάσισαν κατάληψη του ναυπηγείου και απεργία. Μέσα σε λίγες μέρες οι απεργίες και οι καταλήψεις απλώθηκαν στο Γκντανσκ και στις γύρω πόλεις. Στο προαύλιο του Ναυπηγείου “Λένιν” άρχισαν να φθάνουν αντιπρόσωποι από την κατάληψη του Ναυπηγείου “Παρισινή Κομμούνα” και τους οδηγούς των τραμ από τη γειτονική Γδύνια.

Δημιουργείται η Δια-εργοστασιακή Απεργιακή Επιτροπή (ΔΑΕ), στην οποία μέσα σε λίγες μέρες συμμετέχουν αντιπρόσωποι από 250 κατειλημμένους χώρους δουλειάς της περιοχής του Γκτανσκ, που θέτει “21 σημεία”, ανάμεσα σε αυτά αιτήματα για ανάκληση απολύσεων κλπ, αλλά και ευρύτερα αιτήματα για ανεξάρτητα συνδικάτα, σταμάτημα της γραφειοκρατίας, απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, δικαιώματα στην Καθολική εκκλησία, βελτίωση του συστήματος υγείας. Στις γύρω πόλεις δημιουργούνται αντίστοιχες ΔΑΕ. Στα τέλη του Αυγούστου, εκπρόσωποι του καθεστώτος αποδέχονται τα “21 σημεία”.

Το κίνημα στηρίζονταν στο δίκτυο των καταλήψεων. Κάθε χώρος που απεργούσε έστελνε έναν αντιπρόσωπο στην τοπική ΔΑΕ. Οι αντιπρόσωποι εξέλεγαν μια Εκτελεστική Επιτροπή, που βρίσκονταν κάτω από τον άμεσο έλεγχό τους. Ολες οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους του καθεστώτος μεταδίδονταν ζωντανά στους εργάτες που βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στους χώρους μέσα από μεγάφωνα. Χωρίς να το ξέρουν, οι πολωνοί εργάτες υιοθετούσαν την μορφή οργάνωσης των εργατικών συμβουλίων της Ρωσικής Επανάστασης του 1905.

Τρεις μήνες μετά τη συμφωνία οι ΔΑΕ, έχοντας απλωθεί σε όλη τη χώρα, προχωρούν στο πρώτο τους πανεθνικό συνέδριο και στο εξής ονομάζονται Ανεξάρτητο-Αυτοδιαχειριζόμενο Συνδικάτο Αλληλεγγύη. Στο Συνδικάτο συμμετέχουν δέκα εκατομμύρια εργάτες, το 80% του συνολικού εργατικού δυναμικού της Πολωνίας. Οι εργάτες αρχίζουν να διεκδικούν με απεργίες και άλλες μορφές πάλης όλο και περισσότερα δικαιώματα σε επιχειρησιακό, τοπικό, περιφερειακό και εν τέλει πανεθνικό επίπεδο.

Στην πραγματικότητα υπήρχε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας: από τη μια το καθεστώς που βρίσκονταν σε άμυνα και έλεγχε μόνο τις δυνάμεις καταστολής, την Ασφάλεια και το στρατό, με όλους τους υπόλοιπους μηχανισμούς να καταρρέουν. Και από την άλλη, το εργατικό κίνημα που έλεγχε όλα τα υπόλοιπα, από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας, ναυπηγεία, ορυχεία, εργοστάσια, υπηρεσίες μέχρι και τον Τύπο (βλέπε στη διπλανή στήλη).

Ο Μάρτης του 1981 ήταν η πιο κρίσιμη καμπή του κινήματος, όταν στην πόλη Μπιντκός η αστυνομία εισέβαλε σε ένα κατειλημμένο γραφείο και συνέλαβε ξυλοκοπώντας άγρια μέλη της Αλληλεγγύης. Ηταν η πρώτη ανοιχτή επίθεση του καθεστώτος στην Αλληλεγγύη. Αμέσως μισό εκατομμύριο εργάτες της περιοχής κατέβηκαν σε απεργία. Στις 23 Μάρτη μια συνέλευση αντιπροσώπων αποφάσισε μια πανεθνική τετράωρη στάση εργασίας που έγινε με επιτυχία και στη συνέχεια αποφασίστηκε γενική απεργία διαρκείας που θα ξεκινούσε στις 31 Μαρτίου. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη με τους εργάτες να μαζεύουν υλικά για οδοφράγματα και σύγκρουση αισθανόμενοι ότι βρίσκονται μπροστά στην τελική σύγκρουση με το καθεστώς.

Τρομαγμένος ο πρωθυπουργός Γιαρουζέλσκι στράφηκε στην Καθολική Εκκλησία για βοήθεια. Από την εκκλησία ασκήθηκε άμεση πίεση στον Βαλέσα που μετά από μια ώρα ιδιωτικής συζήτησης με τον καρδινάλιο Βιζίνσκι ανακοίνωσε από την τηλεόραση την αναστολή της απεργίας. Αυτή η εξέλιξη έκοψε την κρίσιμη στιγμή τα φτέρα των εργατών.

Για τρεις-τέσσερις μήνες δεν υπήρχαν απεργίες και η επιρροή της Αλληλεγγύης άρχισε να εξασθενεί. Το καλοκαίρι του 1981 νέες περικοπές σε αγαθά δημιούργησαν ένα καινούργιο κύμα απεργιών που όμως παρέμειναν απομονωμένες, με την ηγεσία της Αλληλεγγύης να αποφασίσει δίμηνο μορατόριουμ με το καθεστώς. Το φθινόπωρο το καθεστώς άρχισε να οργανώνει μια σειρά από κλιμακούμενες προβοκάτσιες και επιθέσεις στην Αλληλεγγύη τεστάροντας τη δυνατότητά της να αντιδράσει.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στις 12 Δεκεμβρίου συνεδρίασε η πανεθνική επιτροπή της Αλληλεγγύης που αποφάσισε να καλέσει γενική απεργία. Τη νύχτα η αστυνομία συνέλαβε τα μέλη της στο ξενοδοχείο όπου κοιμούνταν. Στις έξι το πρωί της Κυριακής ο Γιαρουζέλσκι ανακοίνωσε ότι ισχύει στρατιωτικός νόμος και η Αλληλεγγύη είναι παράνομη. Ο Καρδινάλιος Γκλεμπ κάλεσε το λαό να μην αντιδράσει. Παρόλα αυτά εκατοντάδες απεργίες ξέσπασαν, κυρίως στους μεγάλους εργασιακούς χώρους και στα ορυχεία, που όμως μετά από λίγες μέρες το καθεστώς κατέστειλε βάναυσα.

Αντιπολίτευση

Απέναντι στη συμβιβαστική πολιτική του Βαλέσα και άλλων ηγετών της Αλληλεγγύης που ήταν σαφώς υπεύθυνη για αυτήν την ήττα, υπήρχε μια ισχυρή αντιπολίτευση, που έφθανε να εκφράζεται και στο πανεθνικό συνέδριο σε ποσοστά πάνω από 40%. «Πιστεύω ότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι θα ηρεμήσουμε την εξουσία κάνοντας υπαναχωρήσεις» έλεγε χαρακτηριστικά ο Α. Γκβιάζντα, ένας εκ των αντιπολιτευόμενων στον Βαλέσα στο Συνέδριο της Αλληλεγγύης καταγγέλλοντάς τον ότι «είναι ένας δικτάτορας που κοιτάζει να έχει καλές σχέσεις με την εξουσία» και προσθέτοντας ότι «η δικτατορία στο συνδικάτο μας είναι ο αναγκαίος και ικανός παράγοντας για την ενσωμάτωση της Αλληλεγγύης στο σύστημα».

Η βασική αδυναμία του κινήματος της Αλληλεγγύης ήταν η αδυναμία του πιο πρωτοπόρου κομματιού μέσα σε αυτήν να αποκτήσει την δική του ξεχωριστή οργάνωση απέναντι στους ρεφορμιστές τύπου Βαλέσα και την εκκλησία, που συνεχώς έβαζαν όρια στο κίνημα, χρησιμοποιώντας την Αλληλεγγύη και τις απεργίες σαν όργανα πίεσης για αλλαγές που θα έρχονταν, υποτίθεται από τα πάνω. Έπρεπε να προτείνουν στους εργάτες που είχαν πάρει τον έλεγχο των εργοστασίων να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα, την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας γκρεμίζοντας το παλιό καθεστώς και επιβάλλοντας την εξουσία των εργατικών συμβουλίων – με τον ίδιο τρόπο που οι Μπολσεβίκοι έβαλαν τέρμα στη δυαδική εξουσία με την επανάσταση του Οκτώβρη του 1917. Αλλά αυτό δεν συνέβη.

Οταν το 1988, σε όλες τις χώρες του κρατικού καπιταλισμού φυσούσε ο αέρας της στροφής στην αγορά από τα ίδια τα καθεστώτα, ο Βαλέσα, έσπευσε να σταματήσει ένα νέο απεργιακό κίνημα, έχοντας γίνει ο ίδιος υμνητής της αγοράς και του καπιταλισμού. Το 1990, όταν έγινε πρόεδρος της Πολωνίας, ανάμεσα στους συνεργάτες του, όπως έγινε στις περισσότερες χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού», βρέθηκαν και πολλοί από τους παλιούς συνομιλητές του στο παλιό καθεστώς.

Όμως, το εργατικό κίνημα της Αλληλεγγύης του 1980-81 παραμένει και θα παραμείνει μια από τις πιο λαμπρές και πολύτιμες εμπειρίες για τους αγώνες της εργατικής τάξης για μια άλλη κοινωνία.


Εργατικός έλεγχος

«Το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής καταργήθηκε στη χώρα μας όταν η παραγωγή πέρασε στα χέρια της κρατικής εξουσίας. Αυτά είναι κοινώς αποδεκτά για όλους.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν η επίσημη προπαγάνδα δηλώνει σε όλο το έθνος ότι στην Πολωνία τα μέσα παραγωγής βρίσκονται κάτω από κοινωνική κατοχή. Θεωρητικά, στο σοσιαλισμό τα μέσα παραγωγής θα έπρεπε να είναι κοινή κατοχή αυτών που τα χρησιμοποιούν, δηλαδή της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη οφείλει να παλέψει για τον κοινωνικό έλεγχο των υπό κρατική κατοχή μέσων παραγωγής».

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τη διακήρυξη της Διαπανεπιστημιακής Συντονιστικής Επιτροπής στο Στετίνο στην οποία συμμετείχε όλο το προσωπικό – διοικητικό, καθαρίστριες, παρασκευαστές, βοηθοί κλπ των πανεπιστημίων της πόλης. Δημοσιεύθηκε με τίτλο «Αλληλεγγύη και Σοσιαλισμός» στην εφημερίδα Jednosc, την εφημερίδα της Αλληλεγγύης στο Στετίνο και είναι ενδεικτικό του πολιτικού προχωρήματος ανάμεσα στους εργάτες της Αλληλεγγύης. Αυτό το προχώρημα δεν ήταν αποτέλεσμα μιας θεωρητικής αναζήτησης, αλλά της ίδιας της εμπειρίας του εργατικού ελέγχου το διάστημα 1980-81.

Παράδειγμα, η ίδια η εφημερίδα Jednosc. Στα πρώτα της βήματα την τύπωναν παράνομα οι εργάτες μιας κωμόπολης κοντά στο Στετίνο. Στη συνέχεια το τύπωμα ανέλαβαν οι εργαζόμενοι στα τυπογραφεία της πόλης δουλεύοντας το Σάββατο και εξασφαλίζοντας το χαρτί από τους εργάτες μιας χαρτοβιομηχανίας της πόλης. Όταν οι αρχές προσπάθησαν να εμποδίσουν την έκδοση του φύλλου που ήταν αφιερωμένο στα γεγονότα των απεργιών του 1970, κατέβηκαν σε απεργία τα ναυπηγεία και το φύλλο κυκλοφόρησε. Στην κορύφωση του κινήματος η εφημερίδα έφτανε να τυπώνει 100.000 φύλλα που διακινούνταν σε πανεθνικό επίπεδο. Όταν το καθεστώς προσπάθησε να ασκήσει λογοκρισία, η Αλληλεγγύη έκλεισε τον τύπο ολόκληρης της πόλης, αναγκάζοντας τελικά το καθεστώς σε υποχώρηση.

Οπως, εξάλλου, παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Γιαρουζέλσκι σε συνέντευξή του στην Καθημερινή το 2008: “Ο κόσμος πιστεύει ότι στην Πολωνία η Αλληλεγγύη έριξε τον κομμουνισμό. Ομως ξεχνούν ότι η Αλληλεγγύη ήταν σοσιαλιστικό κίνημα με έντονα λαϊκίστικο χαρακτήρα...”.