Ο Άλεξ Καλλίνικος για το θάνατο του Κρίστοφερ Χίτσενς

Θυμάμαι τον Κρίστοφερ νεαρό. Ήταν ένα δυο έτη μεγαλύτερος από μένα στο ίδιο κολέγιο της Οξφόρδης στα τέλη της δεκαετίας του '60. Ήταν τότε ο πιο γνωστός ακτιβιστής των Διεθνών Σοσιαλιστών (από όπου προέρχεται το SWP), στην Οξφόρδη.

Μανιώδης καπνιστής, κομψός ακόμα και μέσα στο λαϊκό σακάκι που φορούσαν απαραίτητα όλοι στην επαναστατική αριστερά, ήταν ένας εκπληκτικός ρήτορας. Ήταν μέσω αυτού που πρωτοέμαθα, συχνά με την ισχύ της Αποκάλυψης, πολλές από τις βασικές ιδέες της μαρξιστικής παράδοσης.

Ακόμη και τότε, ήταν ξεκάθαρο ότι ο Κρίστοφερ κρατούσε πισινή. Στην αυτοβιογραφία του “Χιτς-22” παραδέχεται ότι ζούσε διπλή ζωή, “φωνάζοντας από την ντουντούκα πατώντας σε ένα καφάσι από γάλατα έξω από κάποιο εργοστάσιο και λίγο αργότερα φορούσα βιαστικά ένα επίσημο σακάκι για να μιλήσω στη λέσχη πολιτικού διαλόγου της Οξφόρδης, τηρώντας όλους τους κανόνες της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης”.

Αυτή η ένταση έγινε ακόμη πιο ισχυρή αφού ο Κρίστοφερ έφυγε από την Οξφόρδη και έγινε δημοσιογράφος στο Λονδίνο. Εξελίχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία μιας διάσημης φιλολογικής ομάδας, στην οποία συμμετείχαν ο Μάρτιν Έιμις και ο Σαλμάν Ρουσντί, και πλησίαζε σιγά σιγά προς το Εργατικό Κόμμα.

Η πορτογαλική επανάσταση του 1975-76 έφερε το ρεφορμιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα σε σύγκρουση με τους αυτοοργανωμένους εργάτες και φαντάρους. Ο Κρίστοφερ γράφει ότι σηματοδότησε “το τέλος της πορείας” στη σχέση του ίδιου με τους Διεθνείς Σοσιαλιστές.

Την τελευταία φορά που είδα τον Κρίστοφερ ήταν το καλοκαίρι του 1980, όταν ήταν ετοιμαζόταν να μετακομίσει στις ΗΠΑ -μόνιμα, όπως αποδείχθηκε. Η Αμερική ήταν το αποκορύφωμα της καριέρας του. Στο κοινό των τηλεοπτικών συζητήσεων άρεσε ιδιαίτερα να βλέπει διάφορους ψωνισμένους μεγαλόσχημους να δέχονται πυρά και προσβολές από κάποιον με αριστοκρατική αγγλική προφορά.

Μ'αυτό δεν υποτιμώ τον πολιτικό ρόλο που έπαιξε ο Κρίστοφερ στις δεκαετίες του '80 και του '90. Το ότι βρισκόταν στο κέντρο της αυτοκρατορίας, φαίνεται ότι του έδινε την πίεση ώστε να μεγαλουργήσει ως κριτικός της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής και ως υποστηρικτής των Παλαιστίνιων. Εξελίχθηκε επίσης σε πολύ καλό συγγραφέα, ικανό να παραγάγει εξαιρετικά δοκίμια.

Και ξαφνικά εκανε τη στροφή. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον, ύψωσε την σημαία που φάνηκε πως πλέον είχε διαλέξει και υποστήριξε τον Τζορτζ Μπους στους πολέμους κατά του Αφγανιστάν και του Ιράκ.

Μου είναι ακόμη δύσκολο να το εξηγήσω πλήρως. Σίγουρα, ο Κρίστοφερ είχε δείξιε και από παλιότερα μια αδυναμία του απέναντι στον “προοδευτικό” πατριωτισμό, όταν υποστήριξε τον πόλεμο της Μάργκαρετ Θάτσερ κατά της Αργεντινής για τα νησιά Φόκλαντ.

Κατάφερε να πείσει τον εαυτό του στη διάρκεια των Πολέμων στα Βαλκάνια τη δεκαετία του '90 ότι οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας ήταν το σύγχρονο ανάλογο των Ισπανών Δημοκρατικών της δεκαετίας του '30. Όμως, όποια κι αν είναι η εξήγηση, τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα αντιδραστικά του ξιφουλκήματα κατά των Μουσουλμάνων. Η προσπάθειά του να παράσχει ιδεολογική κάλυψη σε αυτήν την επίθεση, ασκώντας μια επιφανειακή και ανίδεη πολεμική εναντίον της θρησκείας εν γένει, υπέστη την αξέχαστη κατεδάφιση από τον Τέρι Ήγκλετον.

Θυμάμαι όταν πρωτοδιάβασα σε ένα από πολύ παλιό άρθρο του Κρίστοφερ το εξής απόσπασμα από τον φιλόσοφο Άλαστερ Μακιντάιρ, ο οποίος ήταν τότε Μαρξιστής:

“Δύο εικόνες με συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του δοκιμίου... Η μία είναι του Τζον Μέιναρντ Κέινς, η άλλη ήταν του Λέον Τρότσκι... Ο ένας, ιδεολογικός φρουρός του κατεστημένου, παρείχε νέες πολιτικές λύσεις και θεωρίες χειραγώγησης ώστε η κοινωνία να παραμείνει άθικτη μέσα στην οικονομική στενωπό, ενώ την ίδια ώρα δημιουργούσε μια προσωπική περιουσία.

Ο άλλος, εξόριστος ως επαναστάτης από τη Ρωσία και από τον Τσάρο και μετά από τον Στάλιν, στη διάρκεια όλης του της ζωής υπεράσπισε την ανθρώπινη δραστηριότητα, τη δύναμη της συνειδητής και ορθολογικής ανθρώπινης προσπάθειας. Τους σκέφτομαι στο τέλος της ζωής τους, ο Κέινς με τους τίτλους ευγενείας του, ο Τρότσκι με μια αξίνα καρφωμένη στο κρανίο του. Οι δυο τους είναι οι δίδυμες ζωές ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται η επιλογή του διανοούμενου στην κοινωνία μας.”

Αυτό το απόσπασμα το θυμόταν διαρκώς ο Κρίστοφερ. Το ανέφερε μόλις πριν μερικά χρόνια σε ένα κείμενο που έγραψε όπου εξέφρασε τον συνεχιζόμενο θαυμασμό του για τον Τρότσκι. Το ερώτημα είναι πώς θα σκεφτόταν για το δικό του τέλος σε σύγκριση με αυτό του Κέινς και του Τρότσκι;

Φαίνεται ότι αντιμετώπισε τη θανατική του καταδίκη από τον καρκίνο με αρκετό θάρρος. Όμως πέθανε μέσα στη στενή αγκαλιά του κατεστημένου, ως διασημότητα των γραμμάτων, πνιγμένος στους επαίνους από γνωστούς ανύπαρκτους. Λυπηρό τέλος για κάποιον που, στις καλύτερες στιγμές του, μπορούσε να διατυπώσει πολύ ευγενέστερους πόθους.